Supreme Court dismisses appeal against conviction for perjury and defamation due to lack of specific grounds and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against her second-instance conviction for perjury, false testimony, and defamation. The appellant argued for absolute nullity due to procedural flaws and misapplication of law but failed to provide specific grounds or reasoning. The court ruled that vague allegations regarding evidentiary assessment and undefined legal errors do not constitute valid grounds for cassation under Greek criminal procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 510 §1 items A, D, E of the Criminal Procedure Code; Appeals must cite specific grounds for absolute nullity and detailed reasoning regarding evidentiary assessment or legal application, otherwise they are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 647 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 647/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά - Εισηγήτρια και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ν. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που παρέστη με τη δικηγόρο Ευθυμία Γαντέ, η οποία διορίστηκε δικηγόρος της με την υπ' αριθμ. 590/2022 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1776/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Γ. Κ. του Ε., κάτοικο Π. Φαλήρου Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουραντή.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6-9-2022 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 852/22.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, την διορισθείσα πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του υποστηρίζοντος την κατηγορία που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6-9-2022 αίτηση της Ν. Κ. του Μ. Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ.1776/2022 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη σε δεύτερο βαθμό των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης και της επιβλήθηκε συνολική ποινή τριάντα δύο (32) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή διακοσίων (200) ημερησίων μονάδων προς πέντε (5) ευρώ η κάθε ημερήσια μονάδα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι ασκήθηκε στις 6-9-2022, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 26-7-2022,της εικοσαήμερης προθεσμίας ανασταλείσας κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου (αρθρ 473 παρ.2, 3 και 4 ΚΠΔ), ασκήθηκε δε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης περιέχει δε, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ (απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης), και, συνακόλουθα, είναι παραδεκτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 του ΚΠοινΔ ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 134 ν. 4855/2021: "Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί επίσης να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Στα κακουργήματα και στα πλημμελήματα για τα οποία ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) ετών, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο σε όσους κατηγορουμένους δεν έχουν από πίνακα που καταρτίζει τον Ιανουάριο κάθε έτους, το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα από το νόμο να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. γ` της ΕΣΔΑ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα "όπως αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της εκλογής του, ή αν δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώσει συνήγορο, να του παρασχεθεί αυτός δωρεάν, όταν τούτο απαιτείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης".
Η διάταξη αυτή λόγω της γενικότητας της διατυπώσεώς της θεσπίζει υποχρέωση διορισμού συνηγόρου και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος δικάζεται για πλημμέλημα και τελεί υπό δύο προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτήν: πρώτον ο κατηγορούμενος να προβάλλει και να αποδείξει την οικονομική του αδυναμία, ένεκα της οποίας αδυνατεί να αναλάβει ο ίδιος τη σχετική δαπάνη για διορισμό συνηγόρου υπεράσπισής του και δεύτερον το δικαστήριο να κρίνει ότι ο διορισμός συνηγόρου απαιτείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. (ΑΠ 944/2005).
Ως συμφέρον της δικαιοσύνης έχει κριθεί ότι θεωρείται η ανάγκη διακριβώσεως της αλήθειας επί πολύπλοκων, δυσχερών εκκρεμών υποθέσεων ,επίσης όταν για το αδίκημα απειλείται σοβαρή ποινή φυλάκισης και υπάρχει σημαντικό ζήτημα στην υπόθεση (βλ ΑΠ 1109/1993,αποφάσεις ΕΔΔΑ κατά Ην Βασιλείου : Grager, 28-3-90 - Boner 28-10-94-Maxwell, 28-10-94).
Οι διεθνείς αυτές συμβάσεις, κυρωθείσες με νόμο, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης νόμου. Η παράλειψη του δικαστηρίου να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για διορισμό συνηγόρου όταν συντρέχουν οι προς τούτο απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις ιδρύει το εκ του άρθρου 510 παρ1 στοιχ Α' λόγος αναίρεσης σε συνδ.
με άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠΔ, κατά το οποίο απόλυτη ακυρότητα υπάρχει αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον χάρτη θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.".
Η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.
δ' ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 2/2014, ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 1041/2010, ΑΠ 108/2010). Έτσι, επίκληση του από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο προς ενίσχυση ενός αναιρετικού λόγου από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (ΑΠ 537/2019, ΑΠ 448/2019, ΑΠ 1114/2016, ΑΠ 582/2010). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 233 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 εδ.
δ' του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι, για την εξέταση στο ακροατήριο κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει καλά την ελληνική γλώσσα, διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διερμηνέας. Ο μη διορισμός στην περίπτωση αυτή διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή η ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσων έγιναν στη διαδικασία, από την ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί και αντιστρόφως, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης, η οποία εκδίδεται σε βάρος του (ΑΠ 176/2019). Για να διοριστεί όμως διερμηνέας, πρέπει ο κατηγορούμενος να δηλώσει τη μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση να το διαπιστώσει με οποιονδήποτε τρόπο, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1002/2021, ΑΠ 1266/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 1776/2022 απόφαση, όταν ο Πρόεδρος του δικαστηρίου αμέσως μετά την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 339 και 340 παρ.1 ΚΠΔ) εκφώνησε το όνομα της κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας, αυτή εμφανίστηκε και απάντησε πώς ονομάζεται και "δήλωσε ρητά ότι ομιλεί την Ελληνική γλώσσα, δεν επιθυμεί διορισμό διερμηνέα και δεν έχει διορίσει συνήγορο για να την υπερασπιστεί (σελ. 1 των πρακτικών).
Στη συνέχεια δεδομένου ότι οι πράξεις για τις οποίες είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως η κατηγορουμένη της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ήταν πλημμελήματα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "δεν υφίσταται υποχρέωσή του να διορίσει αυτεπαγγέλτως δικηγόρο σε αυτήν". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Α'ΚΠΔ σε συνδ με άρθρο 171 παρ.1 περ.δ ΚΠΔ και το άρθρο 6 παρ.3 περ.1 γ της ΕΣΔΑ πλημμέλεια αφού α)οι δικαζόμενες πράξεις ήταν σε βαθμό πλημμελήματος ήταν απλές, δεν ήταν δυσχερείς και τις γνώριζε καλά η αναιρεσείουσα, εφόσον τόσο στο κατηγορητήριο όσο και στην πρωτόδικη απόφαση αναγράφονταν οι με αριθμούς 3463/2015 και 9045/2016 αμετάκλητες αποφάσεις του Α Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με τις οποίες είχε αθωωθεί ο μηνυτής αδελφός του συζύγου της Γ.
Κ. β) εν συνόλω η υπόθεση δεν ήταν πολύπλοκη ούτε τόσο σημαντική ούτως ώστε το Δικαστήριο να σταθμίσει ότι ενδείκνυται ο διορισμός συνηγόρου για το συμφέρον της δικαιοσύνης γ) η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε, ούτε συνεπώς απέδειξε την οικονομική της αδυναμία και απορία ένεκα της οποίας αδυνατούσε να αναλάβει η ίδια τη σχετική δαπάνη για το διορισμό συνηγόρου υπεράσπισής της.
Περαιτέρω, και όσον αφορά την αιτίαση της αναιρεσείουσας περί απόλυτης ακυρότητας της απόφασης διότι δεν της διόρισε το Δικαστήριο διερμηνέα μολονότι δεν είχε κατά τον ισχυρισμό της επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, το Δικαστήριο έτσι που έκρινε δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ.1Α σε συνδ. με αρθρ. 171 παρ.1δ πλημμέλεια.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 1776/2022 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η εκκαλούσα-κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα δεν προέβη σε δήλωση περί του ότι δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα. Αντίθετα, η ίδια εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο, επιβεβαίωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς της, δήλωσε ρητά ότι ομιλεί την ελληνική γλώσσα και δεν επιθυμεί διορισμό διερμηνέα, παρά μόνο το διορισμό συνηγόρου υπεράσπισης, συμμετείχε δε μέχρι τέλους στη δίκη, η οποία διεξήχθη στην ελληνική γλώσσα, όλη δε η κατάθεσή της δόθηκε στην ελληνική γλώσσα.
Από μία και μόνο περικοπή της κατάθεσής της, ότι "Δεν γνώριζα καλά ελληνικά επειδή μιλούσαμε στα αγγλικά" δεν μπορεί να συναχθεί δήλωση της εκκαλούσας περί μη επαρκούς γνώσης (μη ικανοποιητικού βαθμού επικοινωνίας) της ελληνικής γλώσσας κατά το χρόνο της διεξαγωγής της δίκης ενώπιον του Εφετείου (4-5-2022), αφού αυτή συμμετείχε κατά τα προαναφερόμενα σε όλη την διαδικασία της δίκης που διεξήχθη στην ελληνική γλώσσα και μάλιστα δήλωσε ρητά ότι ομιλεί την ελληνική γλώσσα.
Από τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο διέγνωσε επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας από τη συμμετέχουσα σε όλη τη διαδικασία εκκαλούσα κατά τα ανωτέρω, η αναιρεσείουσα κατοικεί μονίμως από το έτος 1981 στην Ελλάδα, έχει παντρευτεί Έλληνα υπήκοο τον Κ. Κ.
με τον οποίο έχουν αποκτήσει τρία παιδιά, από το 1985 είχε προβεί σε συμφωνία με το ξενοδοχείο Atlantic και διατηρούσε εκεί "ταβέρνα, κομμωτήριο και μπουτικ", επέδειξε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς τη βοήθεια συνηγόρου είκοσι έγγραφα τα οποία αναφέρει αναλυτικά στην αίτηση αναίρεσης, συντεταγμένα όλα στην ελληνική γλώσσα Συνεπώς το δικαστήριο μη έχοντας οποιοδήποτε στοιχείο περί του αντιθέτου, δεν είχε υποχρέωση να διορίσει διερμηνέα.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.
Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ' αυτήν, γιατί δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη (ΑΠ 900/2022, ΑΠ 63/2021, ΑΠ 326/2021, ΑΠ 504/2020)..Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της με αριθμό 1776/2022 απόφασης το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Η κατηγορουμένη στους πιο κάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: 1) στην Αθήνα στις 4-6-2015,εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει τη δίωξή του γι' αυτήν.
Πιο συγκεκριμένα, υπέβαλε ενώπιον του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά του ήδη εγκαλούντα και παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας Γ. Κ., την από 4-6-2015 (Α.Β.Μ. Α2015/1220) έγκλησή της, την οποία ακολούθως συμπλήρωσε με την από 21-10-2015 "αιτιολόγηση μήνυσης", όπου εν γνώσει της αναληθείας των ισχυρισμών της, ανέφερε επακριβώς τα εξής ψευδή περιστατικά: "...
Μηνύω σήμερον τους Γ. Κ......., τον Κ. Κ. του Χ., ..... την Κ. Κ. σύζυγο Γ. Κ. ...... και τον Β. Ε. ............ για το αδίκημα της ψευδορκίας και για την επανειλημμένη προσπάθεια παραπλάνησης της έδρας και της σύνθεσης του Αξιότιμου Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως την Κ. Κ., σύζυγο Γ. Κ. του Ε., καθώς με την ψευδή και αναληθή κατάθεση της είναι ηθική αυτουργός στη διάπραξη διατεινόμενη στη με αριθμό 2370/2015 απόφαση του Ε' τριμελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών ισχυριζόμενη ότι η κατάθεση της είναι αληθής προσβάλλοντας εμένα την μηνύουσα ότι δήθεν δεν έχω χρήματα και ότι δήθεν δεν πλήρωνα την Εφορία και δεν απέδιδα το ΦΠΑ από την εταιρεία που ανήκει ακόμη το 85% σε μένα την Κ.
Ν., σύζυγο Κ. Κ., και μόνο το 15% στο σύζυγο μου Κ. Κ.. Επίσης με την κατάθεση της με προσβάλει βαθειά ως άτομο ισχυριζόμενη πως όχι μόνο δεν ήταν τα χρήματα δικά μου, αλλά ότι ήμουν πωλήτρια και όχι ιδιοκτήτρια. ....... Ισχυρίζεται ψευδώς πως η πεθερά μου μας έδωσε με δωρεά 10 εκατομμύρια δραχμές για τα ακίνητα που αγοράστηκαν το 1996-1997 και που πράγματι κόστισαν συνολικά 80 εκατομμύρια δραχμές, ενώ στην πραγματικότητα η πεθερά μας έδωσε με δωρεά μόνο τα 6 εκατομμύρια δραχμές, τα 3 1/2 εκατομμύρια μου τα χάρισε με δωρεά η αδερφή μου και οι υπόλοιπες 500.000 δραχμές από το κατάστημα μας.
Όλοι της οι λοιποί ισχυρισμοί είναι ψευδείς. Ιδιαίτερα ο σύζυγος της Γ. Κ. δεν έχει δώσει ούτε μια δραχμή όπως προκύπτει από το ιδιωτικό συμφωνητικό της 3-5-1999 του Κ. Κ. και εμένα της Ν. Κ. συζύγου Κ., μέσα στο οποίο δεν αναφέρεται καθόλου το όνομα του Γ. Κ., ο οποίος όχι μόνο .δεν έχει δώσει καθόλου χρήματα για την αγορά των εν λόγω ακινήτων, αλλά δεν έχει δώσει ποτέ τίποτα ούτε ένα μικρό παιχνίδι στα τρία μας τέκνα.
Είναι άφραγκος! Ο Β. Ε. κάτοικος …, οδός … επίσης ισχυρίζεται ψευδώς πως τα χρήματα ήταν του συζύγου μου κι ότι ακόμα χειρότερα το βεβαιώνει κιόλας. Η αλήθεια είναι πως το μεγαλύτερο ποσόν εξόφλησης των εν λόγω ακινήτων έχει δοθεί από εμένα την Κ. Ν. σύζυγο Κ. Κ., και έχουμε αγοραστεί από τον κατασκευαστή κύριο Β.
στον οποίο μόνο δινόντουσαν όλες οι προκαταβολές και οι δόσεις και όχι στον κύριο Β. όπως καταθέτει. Κατά τα λοιπά τους μηνύουμε και τονίζουμε ότι πρέπει να τιμωρηθούν καθώς έχουν εξαπατήσει με την κατάθεση τους το Αξιότιμο Δικαστήριο και έχουν ξεγελάσει τους Δικαστές......Ο Γ. Κ. είναι αδερφός του συζύγου μου Κ.
Κ......Είναι ψεύτης και συκοφαντεί και κατηγορεί εμένα την Κ. Ν. σύζυγο Κ. ως κλέφτρα του συζύγου μου. Η εταιρεία μου δεν χάθηκε, είναι ανοιχτή και όταν τελειώσουν τα δικαστήρια θα την συνεχίσω. Ο σύζυγος μου πλαστογράφησε την υπογραφή μου στις επιταγές που πλήρωναν οι πελάτες μου. Τα λεφτά των επιταγών τα πήρε ο Γ.
Κ. παρέα με τον αδελφό του Ν. Κ. και την Κ. Κ. συμβουλευόμενοι τον Κ. Κ. λογιστή του Γ. Κ.. Οι ψευδείς ισχυρισμοί των μηνυόμενων καταρρίπτονται επίσης από το γεγονός ότι ο σύζυγος μου Κωνσταντίνος Κ. το έτος 1985-1336 ήταν φαντάρος, το έτος 1987 ήταν στην Ελλάδα μαζί μου όταν διατηρούσα μπουτίκ, κομμωτήριο και ταβέρνα.
Ο σύζυγος μου έλειπε στα καράβια 6 μήνες το έτος 1981-1982, άρα λένε ψέματα και δε γνωρίζουν την πραγματικότητα....... ΑΡΑ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΙΣΤΗΣ του Γ. Κ. ΠΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΗΚΕ ΜΕ ΠΟΙΝΗ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ 1 ΕΤΟΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ Η ΠΟΙΝΗ ΑΥΤΟΥ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ Ή ΑΛΛΩΣ ΩΣ ΣΥΝΕΡΓΟΣ ΑΥΤΟΥ Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ Γ. Κ. Κ. Κ.....ΑΡΑ ΤΟΣΟ Ο Γ. Κ. ΤΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ, ΟΣΟ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Η ΚΑΝΕΛΛΑ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ ΑΛΛΩΣ ΩΣ ΣΥΝΕΡΓΟΣ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΓΕΩΡΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ KATOIKOΣ ..., ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΙΜΩΡΗΘΟΥΝ ΟΛΟΙ ΜΕ ΠΟΙΝΗ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ Η ΠΟΙΝΗ ΑΥΤΩΝ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ".
Στη συνέχεια η μηνυόμενη υπέβαλε συμπληρωματικά στην άνω μήνυση της, την από 21-10-2015 "ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΗΝΥΣΗΣ" στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει σε βάρος του τα εξής: "....... Ο Γ. Κ., ο Κ. Κ. και η Κ. Κ. ισχυρίζονται ότι ο σύζυγος μου (Κωνσταντίνος Κ.) είχε δουλέψει για 3-4- έτη ενώ εγώ γνωρίζω ότι ήταν 6 μήνες και έχω προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα με Αρ.
πρ. 770. πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η χρήση το ότι δούλευε 3-4 χρόνια έχει φτάσει σε σημείο κατάχρησης μιας και έχει χρησιμοποιηθεί σε όλες τις δίκες με τους αντιδίκους. Οι Γ. Κ. και Κ. Κ. σε παλαιότερο δικαστήριο είχαν ισχυριστεί ψευδώς πως όλα τα ακίνητα μου στην Ν. Σμύρνη Αττικής τα έχει αγοράσει ο αδερφός του και σύζυγός μου (Κωνσταντίνος Κ.) από εισοδήματα που απέκτησε δουλεύοντας στα καράβια (στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω).
Η αλήθεια είναι πως είχα πληρώσει 75.000.000 δρχ, η αδερφή μου είχε δώσει ως δωρεά 3.500.000 δρχ, η πεθερά μου είχε δώσει ως δωρεά 6.000.000 δρχ. Ο σύζυγος μου δεν είχε δώσει το παραμικρό για την αγορά των εν λόγω ακινήτων και το μόνο που έκανε ήταν να πλαστογραφήσει το ποσό της πεθεράς μου από 6.000.000 δρχ σε 16.000.000 δρχ. Επειδή λοιπόν ο σύζυγός μου δούλεψε μόνο 6 μήνες στα καράβια και ο πρόεδρος του δικαστηρίου τους έφερε σε δύσκολη θέση όταν είδε το Ναυτικό Φυλλάδιο του συζύγου αυτοί προέβηκαν σε ακόμα μεγαλύτερα ψεύδη αλλάζοντας τις ως τώρα καταθέσεις τους ότι ο σύζυγος μου έχει πληρώσει για τα ακίνητα με πλαστά τιμολόγια, (στις 16/01/15 υπ' αρ. 2370/15).
Αυτό θα ήταν αδύνατο να έχει γίνει διότι ο σύζυγος μου έχει μόνο το 5% της εταιρείας και εγώ το υπόλοιπο 95% και όλα τα τιμολόγια ήταν στο όνομα μου για τα οποία υπήρχε πλήρης έλεγχος (υπ' αριθμ. 4100/1991 και 1749/1997 ΦΕΚ), (υπ' αριθμ. 1.378/26.9.1991 καταστατικό εταιρίας περιορισμένης ευθύνης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Λεού).
Επίσης ο Γ. Κ. και Κ. Κ. ισχυρίζονται ψευδώς πως τα ακίνητα μου στην Ν. Σμύρνη Αττικής κατασχέθηκαν επειδή ο σύζυγος μου Κωνσταντίνος Κ. του Επαμεινώνδα είχε δημιουργήσει πολλά χρέη προς δανειστές. Η αλήθεια είναι πως όσα χρόνια συζούσαμε ως το 1999 δεν υπήρχαν πουθενά χρέη προς τρίτους και ο σύζυγος μου παράνομα είχε γράψει τα ακίνητα αυτά στο όνομα του.
Αφότου έφυγε από την οικία μας δούλεψε μαζί με τον αδερφό του Γ. Κ. για την χρονική περίοδο 1999-2008 ενώ το 2003 παντρεύτηκε παράνομα άλλη γυναίκα. Τα υποτιθέμενα χρέη αφορούν την χρονική περίοδο 2006-2007 σχετικά με κάποιες πλαστογραφημένες επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος στο όνομα του συζύγου μου για το μηδαμινό και αναντίστοιχο με την αξία των ακινήτων που κατασχέθηκαν και ανέρχεται (11,100 ευρω) επισημαίνω πως εκείνη την χρονική περίοδο εργαζόταν ως υπάλληλος σε τράπεζα ο κουμπάρος του κυρίου Γεώργιου Καρανικόλα.......
Τούτο δε έπραξε ενώ η αλήθεια την οποία καλώς γνώριζε κι απέκρυψε είναι ότι το περιεχόμενο της εγκλήσεώς της αυτό είναι ψευδές καθ' όσον τη διαχείριση της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Κ. και Σία-Roland ΕΠΕ", στην πραγματικότητα δεν την είχε η ίδια- η οποία απασχολήθηκε μόνο σε ένα από τα καταστήματα λιανικής πώλησης της εταιρείας στην οδό Ερμού- αλλά ο Κων/νος Κ., με χρήματα δε του ιδίου είχε συσταθεί το Σεπτέμβριο του 1991 η προαναφερόμενη εταιρεία, καθώς επίσης με χρήματα του ιδίου, μεταξύ των οποίων και οι εισπράξεις από την προαναφερόμενη εταιρεία, όπως και με χρήματα που του
έδωσε η μητέρα του και ο αδερφός του [ήδη εγκαλών] αγοράσθηκαν από εκείνον, τον Ιανουάριο του 1998 τα δύο διαμερίσματα του 5ου ορόφου, με αποθήκες του υπογείου και χώρους στάθμευσης του ισογείου, της πολυκατοικίας επί της οδού Κοραή αρ.37 στη Ν.Σμύρνη Αττικής. Περαιτέρω δε ότι το ακίνητο επί της οδού Κοραή αρ.37 στη Ν.Σμύρνη είχε κατασχεθεί, εκπλειστηριαστεί και εν συνεχεία κατακυρωθεί στην επισπεύδουσα εταιρεία "ΟΤΟ ΠΡΟΦΙΤ ΑΕ", λόγω χρεών του Κων/νου Καρανικόλα.
Καταμηνύοντας δε τον εγκαλούντα ψευδώς κατά τα ανωτέρω επεδίωκε την δίωξή του για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατά συρροή, για την οποία ήδη έχει αθωωθεί με τις, ήδη αμετάκλητες, υπ'αριθ.3463/2015 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και υπ' αριθ. 9045/2016 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Ειδικότερα, όπως αναλυτικά αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στις προαναφερόμενες δύο ως άνω αμετάκλητες αποφάσεις, αποδείχθηκε, και κατά το παρόν Δικαστήριο, ότι ο Κων/νος Κ., σύζυγος εν διαστάσει της τότε μηνύτριας (νυν κατηγορουμένης), Ν. Κ., είχε εξοικονομήσει χρήματα από την πολυετή (3-4 έτη) εργασία του ως ναυτικός και συνέστησε την εταιρεία ROLAND ΕΠΕ, στην οποία μόνο τυπικά είχε την εκπροσώπηση και διαχείριση η κατηγορουμένη - σύζυγός του, ενώ τα χρήματα που αποτελούσαν τα κέρδη της εταιρείας τα αποκόμιζε ο ίδιος ο Κων/νος Κ..
Ως εκ τούτου, ο τελευταίος είχε διαθέσιμο ένα σημαντικό χρηματικό ποσό για να μπορέσει να προβεί στην αγορά ενός οικογενειακού ακινήτου στη Νέα Σμύρνη Αττικής. Η επίμαχη αγορά έγινε πράγματι με τα χρήματα αυτά και επιπλέον με δωρεές χρημάτων - διευκολύνσεις που του έκανε η μητέρα του καθώς και ο αδελφός του Γ.
Κ. (νυν εγκαλών). Όπως δε αναφέρεται χαρακτηριστικά στην 3463/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών: "....Η άποψη της μηνύτριας ότι τα χρήματα, με τα οποία αγοράστηκε το επίμαχο οικογενειακό ακίνητο προήλθαν κατά κύριο λόγο, από δική της επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν υποστηρίζεται από άλλα αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα, παρά μόνο από τη δική της κατάθεση και έτσι αποβαίνει αναπόδεικτη.
Κατά συνέπεια, όσα φέρεται ότι κατέθεσε ο α' κατ/νος (Κ.Κουμουνδούρος) δεν αποδεικνύονται ψευδή και πρέπει αυτός να αθωωθεί για την πράξη της ψευδορκίας που του αποδίδεται. Συναφώς, πρέπει να αθωωθεί και ο β' κατ/νος (Γ.Κ.) για την ηθική αυτουργία στην πράξη του α', εφόσον η πράξη του τελευταίου δεν τελέστηκε...." -Εξάλλου, τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ως βάσιμα και η αρ.9045/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, όπου εφέροντο ως κατηγορούμενοι οι Ευθύμιος Βασιλόπουλος και Κ.
Κ. συζ.Γ.Καρανικόλα, για ψευδορκία μάρτυρα και οι Γ. Κ. και Κων/νος Κουμουνδούρος, για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, από κοινού και κατά συρροή. Δηλαδή δέχθηκε ως αληθή, ότι η διαχείριση της εταιρείας Roland ΕΠΕ δεν την είχε η εγκαλούσα (νυν κατ/νη) η οποία απασχολήθηκε μόνο σε ένα από τα καταστήματα λιανικής πώλησης στον οδό Ερμού, στην Αθήνα, αλλά ο Κων/νος Κ.
και ότι με χρήματα του ιδίου και με αυτά που του έδωσε η μητέρα του και ο αδελφός του, αγοράστηκαν απ' αυτόν, τον Ιανουάριο του 1998, τα δύο διαμερίσματα του πέμπτου ορόφου της ευρισκομένης επί της οδού Κοραή 37, στη Νέα Σμύρνη Αττικής, πολυκατοικίας. Κρίθηκαν, επομένως, ως αληθή, τα αντίστοιχα γεγονότα που κατέθεσαν οι Ευθύμιος Βασιλόπουλος και Κ.
Κ. - Καρανικόλα ενώπιον του Ε' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, στις 16-1-2015 και, συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται η πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που τους αποδίδετο, όπως, επίσης, κατόπιν τούτων, κηρύχθηκαν αθώοι και οι ως άνω, τρίτος και τέταρτος των κατ/νων για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα.
Συνακόλουθα, η κατηγορουμένη υποβάλλοντας την αναφερόμενη στην αρχή μήνυσή της γνώριζε ότι όλα όσα κατήγγειλε για τους προαναφερόμενους, για τις παραπάνω πράξεις, ήσαν ψευδή. Ήτοι, γνώριζε πολύ καλά ότι στην εταιρεία Roland ΕΠΕ είχε απλά και μόνο τυπική συμμετοχή, ως εργαζόμενη σε ένα από τα κατ/τά της (μπιζού) στην οδό Ερμού, ενώ την αποκλειστική διαχείριση είχε ο τότε σύζυγός της Κ.Κ., ότι, επίσης, τα δύο πιό πάνω διαμερίσματα αγοράστηκαν αποκλειστικά από τον ίδιο το σύζυγό της, με την οικονομική βοήθεια που του παρείχαν η μητέρα του και ο αδελφός του καθώς και ότι ουδέποτε η αδελφή της της είχε χαρίσει το ποσό των 3.500.000 δρχ.
για την αγορά των διαμερισμάτων. Επίσης, η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ουδέποτε ο σύζυγός της είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή της στις επιταγές των πελατών τους και ότι ουδέποτε ο Γ. Κ. ιδιοποιήθηκε παράνομα τα λεφτά των επιταγών από κοινού με τον αδελφό του και τη Κ. Κ., αφού προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού δεν επικαλέστηκε καμία απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
Όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά προέκυψαν ως βάσιμα, τόσο από τις καταθέσεις στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, του Γ. Κ., παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας καθώς και των μαρτύρων Κων/νου Κουμουνδούρου και Ευθύμιου Βασιλόπουλου, όσο και από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα της δικογραφίας.
Όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσαν οι ανωτέρω, η κατηγορουμένη εργαζόταν απλά και μόνο στο κατάστημα της Ερμού, στην Αθήνα, μη δυνάμενη να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού δεν μπορούσε να ομιλεί σωστά την Ελληνική γλώσσα και, κατά την κρίση τους, δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να βρεί τόσα χρήματα (περί τα 80.000.000 δρχ.) για να αγοράσει τα ακίνητα και ότι ο μόνος λόγος που επικαλείται τη συμμετοχή της στην αγορά αυτή ήταν διότι ήθελε να διεκδικήσει τη συμμετοχή της στα αποκτήματα του συζύγου της, αφού τα ακίνητα αγοράστηκαν στο όνομά του.
Περαιτέρω, ο Ευθ. Βασιλόπουλος, ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας που πώλησε τα διαμερίσματα στον Κ./νο Κ., κατέθεσε κατηγορηματικά ότι τα χρήματα για την αγορά τους τα κατέβαλε σε δόσεις μόνο ο Κων/νος Κ., χωρίς βέβαια, να γνωρίζει αν η κατ/νη είχε δώσει στο σύζυγό της κάποια χρήματα. Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι η κατηγορουμένη τόσο στο παρόν Δικαστήριο, όσο και σε όλες τις προηγούμενες δίκες, επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις, ήδη καταστάσεις αμετάκλητες, και στις οποίες η ίδια ήταν η μηνύτρια, δεν επικαλέστηκε κανένα μάρτυρα προς απόδειξη των ισχυρισμών της, απλώς δε εξεταζόμενη ως μάρτυρας ισχυριζόταν, όχι πειστικά, κάθε φορά ότι η ίδια έβαλε συνολικά για την αγορά των διαμερισμάτων το ποσό των 68.000.000 δρχ.
και η πεθερά της, το ποσό των 6.000.000 δρχ., χωρίς όμως, να προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί τούτου. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη, στους πιο κάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενόρκως ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ενόρκως εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα.
Πιο συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο α] στις 7-3-2017, εξεταζόμενη από τους Δικαστές του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως μάρτυρας κατηγορίας, στην από 4-6-2015 [Α.Β.Μ.Α2015/1220] έγκλησή της, ισχυρίστηκε εν γνώσει της τα εξής ψευδή: "ο άνδρας μου δούλευε στα καράβια. Έδωσε χρήματα στον Γ. Κ.....Η Καράμπελα δεν ξέρει τι λέει...Είναι μεγάλο ψέμα ότι εγώ ήμουν μόνο στα χαρτιά κι αυτός είχε λεφτά -ο άνδρας μου.
Έκανα δουλειές...τα κρύβω τα λεφτά...Τα κρύβω από το Γιώργο και την πεθερά μου....φοβόμουν τον Γιώργο, την πεθερά μου και τον άνδρα μου να μην μου τα πάρει...Δεν είναι του Γιώργου η εταιρεία είναι του άνδρα μου", β] στις 5-6-2015, εξεταζόμενη από τους Δικαστές του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ως μάρτυρας κατηγορίας, ισχυρίστηκε εν γνώσει της τα εξής ψευδή: "το σπίτι το είχα αγοράσει με τον άντρα μου...έβαλα συνολικά 68 εκ.
δρχ....τα χρήματα ήταν δικά μου, με τα οποία αγόρασε τα διαμερίσματα ο άντρας μου. Για την εταιρεία επίσης όλα τα λεφτά τα έβαλα εγώ....ο β' κατηγορούμενος δεν έδωσε ούτε δραχμή στον άντρα μου...". Τούτα δε έπραξε ενώ γνώριζε ότι τη διαχείριση της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Κ. και Σία-Roland ΕΠΕ", στην πραγματικότητα δεν την είχε η ίδια- η οποία απασχολήθηκε μόνο σε ένα από τα καταστήματα λιανικής πώλησης της εταιρείας στην οδό Ερμού- αλλά ο Κων/νος Κ., με χρήματα δε του ιδίου είχε συσταθεί το Σεπτέμβριο του 1991 η προαναφερόμενη εταιρεία, καθώς επίσης με χρήματα του ιδίου, μεταξύ των οποίων και οι εισπράξεις από την προαναφερόμενη εταιρεία, όπως και με χρήματα που του έδωσε η μητέρα του και ο αδερφός του [ήδη εγκαλών] αγοράσθηκαν από εκείνον, τον Ιανουάριο του 1998 τα δύο διαμερίσματα του 5ου ορόφου, με αποθήκες του υπογείου και χώρους στάθμευσης του ισογείου, της πολυκατοικίας επί της οδού Κοραή αρ.37 στη Ν.Σμύρνη Αττικής.
Περαιτέρω δε ότι το ακίνητο επί της οδού Κοραή αρ.37 στη Ν.Σμύρνη είχε κατασχεθεί, εκπλειστηριαστεί και εν συνεχεία κατακυρωθεί στην επισπεύδουσα εταιρεία "ΟΤΟ ΠΡΙΦΙΤ ΑΕ." λόγω χρεών του Κων/νου Καρανικόλα. Επίσης, ψευδώς ισχυρίστηκε ότι έκρυβε τα λεφτά - για να μπορέσει να αγοράσει τα διαμερίσματα - αφού δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι είχε αποταμιεύσει τα χρήματα που θα απαιτούντο για την ως άνω αγορά, όπως επίσης, ψευδές είναι ότι "φοβόταν το Γιώργο, την πεθερά της και τον άνδρα της μην της πάρουν τα χρήματα", αφού η ίδια δεν είχε τα χρήματα που επικαλείτο.
Επίσης, προκειμένου να αποδείξει ότι η αγορά των διαμερισμάτων έγινε με δικά της χρήματα, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο τα διαμερίσματα αγοράστηκαν στο όνομα του συζύγου της, ενώ η ίδια κατέβαλε, όπως λέει, τα χρήματα και θα μπορούσε να απαιτήσει να αναγραφεί και η ίδια στο συμβόλαιο ως συγκυρία και για ποιο λόγο, τέλος, αφού τα χρήματα για τη σύσταση της εταιρείας ROLAND ΕΠΕ ήταν δικά της, δεν ορίστηκε η ίδια ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας.
Τέλος, στην Αθήνα, στις 28-4-2017, η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, για κάποιον άλλο, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και αυτή γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Συγκεκριμένα, ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα Γ. Κ., τα παραπάνω υπό στοιχ.2α ειδικότερα αναγραφόμενα ψευδή γεγονότα, που τον παρουσιάζουν ως δολοπλόκο, του περιεχομένου δε των ισχυρισμών της έλαβε γνώση το ακροατήριο και η σύνθεση του Δικαστηρίου, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος." Ακολούθως κήρυξε ένοχη την Ν. Κ. του Μ. Α. και της Αλμπίνα κάτοικο Βούλας για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης και της επιβλήθηκε συνολική ποινή τριάντα δύο (32) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή διακοσίων (200) ημερησίων μονάδων προς πέντε (5) ευρώ η κάθε ημερήσια μονάδα με το ακόλουθο διατακτικό: "ΔΙΚΑΖΕΙ με παρούσα, την κατηγορούμενη ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ ΝΤΟΛΟΡΕΣ του ΜΠΕΝΖΙΑΜΙΝ ΑΝΙΣΙΕΤΕ και της ΑΛΜΠΙΝΑ, που γεννήθηκε στις ΦΙΛΙΠΠΙΝΕΣ στις 12-04-1958, κάτοικο Βούλας Αττικής, οδός I.Ράλλη αρ.11 . ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορούμενη ένοχη του ότι στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπο και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα:
1] Στην Αθήνα στις 4-6-2015, εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτήν. Πιο συγκεκριμένα, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, κατά του ήδη εγκαλούντα Γ. Κ., την από 4-6-2015 [Α.Β.Μ.Α2015/1220] έγκληση της, την οποία ακολούθως συμπλήρωσε με την από 21-10-2015 "αιτιολόγηση μήνυσης", όπου, εν γνώσει της αναληθείας των ισχυρισμών της, ανέφερε επακριβώς τα εξής ψευδή:
"... Μηνύω σήμερον τους Γ. Κ......, τον Κ. Κ. του Χ., την Κ. Κ. σύζυγο Γ. Κ. ......και τον Β. Ε....., για το αδίκημα της ψευδορκίας και για την επανειλημμένη προσπάθεια παραπλάνησης της έδρας και της σύνθεσης του Αξιότιμου Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως την Κ. Κ.. σύζυγο Γ. Κ. του Επαμεινώνδα, καθώς με την ψευδή και αναληθή κατάθεση της είναι ηθική αυτουργός στη διάπραξη διατεινόμενη στη με αριθμό 2370/2015 απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ισχυριζόμενη ότι η κατάθεση της είναι αληθής προσβάλλοντας εμένα την μηνύουσα ότι δήθεν δεν έχω χρήματα και ότι δήθεν δεν πλήρωνα την Εφορία και δεν απέδιδα το ΦΠΑ από την εταιρεία που ανήκει ακόμη το 85% σε μένα την Κ.
Ν., σύζυγο Κ. Κ., και μόνο το 15% στο σύζυγο μου Κ. Κ.. Επίσης με την κατάθεση της με προσβάλει βαθειά ως άτομο ισχυριζόμενη πως όχι μόνο δεν ήταν τα χρήματα δικά μου, αλλά ότι ήμουν πωλήτρια και όχι ιδιοκτήτρια.....Ισχυρίζεται ψευδώς πως η πεθερά μου μας έδωσε με δωρεά 10 εκατομμύρια δραχμές για τα ακίνητα που αγοράστηκαν το 1996-1997 και που πράγματι κόστισαν συνολικά 80 εκατομμύρια δραχμές, ενώ στην πραγματικότητα η πεθερά μας έδωσε με δωρεά μόνο τα 6 εκατομμύρια δραχμές, τα 3 1/2 εκατομμύρια μου τα χάρισε με δωρεά η αδερφή μου και οι υπόλοιπες 500.000 δραχμές από το κατάστημα μας.
Όλοι της οι λοιποί ισχυρισμοί είναι ψευδείς. Ιδιαίτερα ο σύζυγος της Γ. Κ. δεν έχει δώσει ούτε μια δραχμή όπως προκύπτει από το ιδιωτικό συμφωνητικό της 3-5-1999 του Κ. Κ. και εμένα της Ν. Κ. συζύγου Κ., μέσα στο οποίο δεν αναφέρεται καθόλου το όνομα του Γ. Κ., ο οποίος όχι μόνο δεν έχει δώσει καθόλου χρήματα για την αγορά των εν λόγω ακινήτων, αλλά δεν έχει δώσει ποτέ τίποτα ούτε ένα μικρό παιχνίδι στα τρία μας τέκνα.
Είναι άφραγκος! Ο Β. Ε. κάτοικος Νέας Σμύρνης Αττικής οδός Σταδίου αριθμ. 31 επίσης ισχυρίζεται ψευδώς πως τα χρήματα ήταν του συζύγου μου κι ότι ακόμα χειρότερα το βεβαιώνει κιόλας. Η αλήθεια είναι πως το μεγαλύτερο ποσόν εξόφλησης των εν λόγω ακινήτων έχει δοθεί από εμένα την Κ. Ν. σύζυγο Κ. Κ., και έχουμε αγοραστεί από τον κατασκευαστή κύριο Β.
στον οποίο μόνο δινόντουσαν όλες οι προκαταβολές και οι δόσεις και όχι στον κύριο Β. όπως καταθέτει. Κατά τα λοιπά τους μηνύουμε και τονίζουμε ότι πρέπει να τιμωρηθούν καθώς έχουν εξαπατήσει με την κατάθεση τους το Αξιότιμο Δικαστήριο και έχουν ξεγελάσει τους Δικαστές.......Ο Γ. Κ. είναι αδερφός του συζύγου μου Κ.
Κ....... Είναι ψεύτης και συκοφαντεί και κατηγορεί εμένα την Κ. Ν. σύζυγο Κωνσταντίνου ως κλέφτρα του συζύγου μου. Η εταιρεία μου δεν χάθηκε, είναι ανοιχτή και όταν τελειώσουν τα δικαστήρια θα την συνεχίσω. Ο σύζυγος μου πλαστογράφησε την υπογραφή μου στις επιταγές που πλήρωναν οι πελάτες μου. Τα λεφτά των επιταγών τα πήρε ο Γ.
Κ. παρέα με τον αδελφό του Ν. Κ. και την Κ. Κ. συμβουλευόμενοι τον Κ. Κ. λογιστή του Γ. Κ.. Οι ψευδείς ισχυρισμοί των μηνυόμενων καταρρίπτονται επίσης από το γεγονός ότι ο σύζυγος μου Κωνσταντίνος Κ. το έτος 1985-1986 ήταν φαντάρος, το έτος 1987 ήταν στην Ελλάδα μαζί μου όταν διατηρούσα μπουρίκ, κομμωτήριο και ταβέρνα.
Ο σύζυγος μου έλειπε στα καράβια 6 μήνες το έτος 1981-1982, άρα λένε ψέματα και δε γνωρίζουν την πραγματικότητα..... ΆΡΑ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΙΣΤΗΣ του Γ. Κ. ΠΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΗΚΕ ΜΕ ΠΟΙΝΗ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ 1 ΕΤΟΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ Η ΠΟΙΝΗ ΑΥΤΟΥ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ Ή ΑΛΛΩΣ ΩΣ ΣΥΝΕΡΓΟΣ ΑΥΤΟΥ Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ Γ. Κ., Κ. Κ......ΑΡΑ ΤΟΣΟ Ο Γ. Κ. ΤΟΥ Ε., ΟΣΟ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΙΣΤΗΣ ΤΟΥ Κ.
Κ. ΤΟΥ Σ., Η Κ. Κ. ΑΛΛΩΣ ΩΣ ΣΥΝΕΡΓΟΣ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ Γ. ΚΑΙ Ο Β. Ε. ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ, KATOIKOΣ ..., ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΙΜΩΡΗΘΟΥΝ ΟΛΟΙ ΜΕ ΠΟΙΝΗ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ Η ΠΟΙΝΗ ΑΥΤΩΝ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ ".
Στη συνέχεια η μηνυόμενη υπέβαλε συμπληρωματικά στην άνω μήνυση της, την από 21-10-2015 "ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΗΝΥΣΗΣ" στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει σε βάρος του τα εξής:
".......Ο Γ. Κ., ο Κ. Κ. και η Κ. Κ. ισχυρίζονται ότι ο σύζυγος μου (Κ. Κ.) είχε δουλέψει για 3-4- έτη ενώ εγώ γνωρίζω ότι ήταν 6 μήνες και έχω προσκόμιση τα σχετικά έγγραφα με Αρ. πρ. 770. πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η χρήση το ότι δούλευε 3-4 χρόνια έχει φτάσει σε σημείο κατάχρησης μιας και έχει χρησιμοποιηθεί σε όλες τις δίκες με τους αντιδίκους.
Οι Γ. Κ. και Κ. Κ. σε παλαιότερο δικαστήριο είχαν ισχυριστεί ψευδώς πως όλα τα ακίνητα μου στην … Αττικής τα έχει αγοράσει ο αδερφός του κ σύζυγος μου (Κ. Κ.) από εισοδήματα που απέκτησε δουλεύοντας στα καράβια (στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω). Η αλήθεια είναι πως είχα πληρώσει 75.000.000 δρχ, η αδερφή μου είχε δώσει ως δωρεά 3.500.000 δρχ, η πεθερά μου είχε δώσει ως δωρεά 6.000.000 δρχ.
Ο σύζυγος μου δεν είχε δώσει το παραμικρό για την αγορά των εν λόγω ακινήτων και το μόνο που έκανε ήταν να πλαστογραφήσει το ποσό της πεθεράς μου από 6.000.000 δρχ σε 16.000.000 δρχ. Επειδή λοιπόν ο σύζυγός μου δούλεψε μόνο 6 μήνες στα καράβια και ο πρόεδρος του δικαστηρίου τους έφερε σε δύσκολη θέση όταν είδε το Ναυτικό Φυλλάδιο του συζύγου αυτοί προέβηκαν σε ακόμα μεγαλύτερα ψεύδη αλλάζοντας τις ως τώρα καταθέσεις τους ότι ο σύζυγός μου έχει πληρώσει για τα ακίνητα με πλαστά τιμολόγια, (στις 16/01/15 υπ' αρ. 2370/15) .
Αυτό θα ήταν αδύνατο να έχει γίνει διότι ο σύζυγός μου έχει μόνο το 5% της εταιρείας και εγώ το υπόλοιπο 95% και όλα τα τιμολόγια ήταν στο όνομα μου για τα οποία υπήρχε πλήρης έλεγχος (υπ' αριθμ. 4100/1991 και 1749/1997 ΦΕΚ), (υπ' αριθμ. 1.378/26.9.1991 καταστατικό εταιρίας περιορισμένης ευθύνης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Λεού).
Επίσης ο Γ. Κ. και Κ. Κ. ισχυρίζονται ψευδώς πως τα ακίνητα μου στην … Αττικής κατασχέθηκαν επειδή ο σύζυγος μου Κ. Κ. του Ε. είχε δημιουργήσει πολλά χρέη προς δανειστές. Η αλήθεια είναι πως όσα χρόνια συζούσαμε ως το 1999 δεν υπήρχαν πουθενά χρέη προς τρίτους και ο σύζυγος μου παράνομα είχε γράψει τα ακίνητα αυτά στο όνομα του.
Αφότου έφυγε από την οικία μας δούλεψε μαζί με τον αδερφό του Γ. Κ. για την χρονική περίοδο 1999-2008 ενώ το 2003 παντρεύτηκε παράνομα άλλη γυναίκα. Τα υποτιθέμενα χρέη αφορούν την χρονική περίοδο 2006-2007 σχετικά με κάποιες πλαστογραφημένες επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος στο όνομα του συζύγου μου για το μηδαμινό και αναντίστοιχο με την αξία των ακινήτων που κατασχέθηκαν και ανέρχεται (11,100 ευρώ) επισημαίνω πως εκείνη την χρονική περίοδο εργαζόταν ως υπάλληλος σε τράπεζα ο κουμπάρος του κυρίου Γ.
Κ...." Τούτο δε έπραξε ενώ η αλήθεια την οποία καλώς γνώριζε κι απέκρυψε είναι ότι το περιεχόμενο της εγκλήσεώς της αυτό είναι ψευδές καθ' όσον τη διαχείριση της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Κ. και Σία-Roland ΕΠΕ", στην πραγματικότητα δεν την είχε η ίδια- η οποία απασχολήθηκε μόνο σε ένα από τα καταστήματα λιανικής πώλησης της εταιρείας στην οδό …, αλλά ο Κ.
Κ., με χρήματα δε του ιδίου είχε συσταθεί το Σεπτέμβριο του 1991 η προαναφερόμενη εταιρεία, καθώς επίσης με χρήματα του ιδίου, μεταξύ των οποίων και οι εισπράξεις από την προαναφερόμενη εταιρεία, όπως και με χρήματα που του έδωσε η μητέρα του και ο αδερφός του [ήδη εγκαλών] αγοράσθηκαν από εκείνον, τον Ιανουάριο του 1998 τα δύο διαμερίσματα του 5ου ορόφου, με αποθήκες του υπογείου και χώρους στάθμευσης του ισογείου, της πολυκατοικίας επί της οδού … στη … Αττικής.
Περαιτέρω δε ότι το ακίνητο επί της οδού … στη … είχε κατασχεθεί, εκπλειστηριαστεί και εν συνεχεία κατακυρωθεί στην επισπεύδουσα εταιρεία "ΟΤΟ ΠΡΟΦΙΤ ΑΕ", λόγω χρεών του Κ. Κ.
Καταμηνύοντας δε τον εγκαλούντα ψευδώς κατά τα ανωτέρω επεδίωκε την δίωξη του για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατά συρροή, για την οποία ήδη έχει αθωωθεί με τις, ήδη αμετάκλητες, υπ'αριθ.3463/2015 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και υπ'αριθ. 9045/2016 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
2] Στην Αθήνα στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενόρκως ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ενόρκως εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Πιο συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο α] στις 7-3-3017, εξεταζόμενη από τους Δικαστές του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως μάρτυρας κατηγορίας, στην από 4-6-2015 [Α.Β.Μ.Α2015/1220] έγκλησή της, ισχυρίστηκε εν γνώσει της τα εξής ψευδή: "ο άνδρας μου δούλευε στα καράβια.
Έδωσε χρήματα στον Γ. Κ.....Η Κ. δεν ξέρει τι λέει...Είναι μεγάλο ψέμα ότι εγώ ήμουν μόνο στα χαρτιά κι αυτός είχε λεφτά -ο άνδρας μου. Έκανα δουλειές...τα κρύβω τα λεφτά...Τα κρύβω από το Γ. και την πεθερά μου....φοβόμουν τον Γ., την πεθερά μου και τον άνδρα μου να μην μου τα πάρει...Δεν είναι του Γ. η εταιρεία είναι του άνδρα μου", β] στις 5-6-2015, εξεταζόμενη από τους Δικαστές του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ως μάρτυρας κατηγορίας, ισχυρίστηκε εν γνώσει της τα εξής ψευδή: "το σπίτι το είχα αγοράσει με τον άντρα μου...έβαλα συνολικά 68 εκ.δρχ....τα χρήματα ήταν δικά μου, με τα οποία αγόρασε τα διαμερίσματα ο άντρας μου.
Για την εταιρεία επίσης όλα τα λεφτά τα έβαλα εγώ-.ο β' κατηγορούμενος δεν έδωσε ούτε δραχμή στον άντρα μου...". Τούτα δε έπραξε ενώ γνώριζε ότι τη διαχείριση της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Κ. και Σία-Roland ΕΠΕ", στην πραγματικότητα δεν την είχε η ίδια- η οποία απασχολήθηκε μόνο σε ένα από τα καταστήματα λιανικής πώλησης της εταιρείας στην οδό …, αλλά ο Κ.
Κ., με χρήματα δε του ιδίου είχε συσταθεί το Σεπτέμβριο του 1991 η προαναφερόμενη εταιρεία, καθώς επίσης με χρήματα του ιδίου, μεταξύ των οποίων και οι εισπράξεις από την προαναφερόμενη εταιρεία, όπως και με χρήματα που του έδωσε η μητέρα του και ο αδερφός του [ήδη εγκαλών] αγοράσθηκαν από εκείνον, τον Ιανουάριο του 1998 τα δύο διαμερίσματα του 5ου ορόφου, με αποθήκες του υπογείου και χώρους στάθμευσης του ισογείου, της πολυκατοικίας επί της οδού … στη … Αττικής.
Περαιτέρω δε ότι το ακίνητο επί της οδού … στη … είχε κατασχεθεί, εκπλειστηριαστεί και εν συνεχεία κατακυρωθεί στην επισπεύδουσα εταιρεία "ΟΤΟ ΠΡΟΦΙΤ ΑΕ", λόγω χρεών του Κ. Κ.
3] Στην Αθήνα στις 28-4-2017, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη του, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και αυτή γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές και συγκεκριμένα , ενώπιον του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα Γ. Κ., τα παραπάνω υπό στοιχ. 2α ειδικότερα αναγραφόμενα ψευδή γεγονότα, που τον παρουσιάζουν ως δολοπλόκο, του περιεχομένου δε των ισχυρισμών της έλαβε γνώση το ακροατήριο και η σύνθεση του εν λόγω Δικαστηρίου, βλάπτοντας έτσι την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος." Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής της κατηγορουμένης - ήδη αναιρεσείουσας, αφού παρατίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης, για τα οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1, 79, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 229 παρ.1, 224 παρ.2-1 και 363-362 ΠΚ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων.
Ειδικότερα, αναφέρεται ο τρόπος τέλεσης των πιο πάνω πράξεων και συγκεκριμένα α)όσον αφορά την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά του εγκαλούντα ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών εκτίθενται αναλυτικά ο τρόπος που κατήγγειλε αυτόν με την 4-6-2015 έγκλησή της που συμπλήρωσε με την από 21-10-2015 "αιτιολόγηση μήνυσης", το περιεχόμενο αυτών που ήταν ψευδές, ότι γνώριζε την αναλήθεια των περιστατικών αυτών και ότι παρά ταύτα υπέβαλε τις ανωτέρω μηνύσεις επιδιώκοντας την δίωξή του για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή για την οποία είχε αυτός αθωωθεί με τις ήδη αμετάκλητες υπ' αριθμ 3463/2015 και 9045/2016 αποφάσεις του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αντίστοιχα.
Η τελευταία παραδοχή του Δικαστηρίου αναφορικά με τη συνδρομή του ως άνω υποκειμενικού στοιχείου της αξιόποινης πράξης, στην οποία αναφέρονται οι αιτιάσεις του αναιρεσείουσας, θεμελιώνεται στην προσωπική αντίληψη και πεποίθηση της τελευταίας για την αναλήθεια των όσων αυτή διέλαβε στην έγκλησή της οπότε είναι αυτονόητη η γνώση της, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών, β)της ψευδούς κατάθεσης κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, με αναλυτική παράθεση των ψευδών περιστατικών τα οποία η κατηγορουμένη ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον των Δικαστών του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 3-3-2017 και 5-6-2015 που σχετίζονταν με την από 4-6-2015 έγκλησή της και του ότι τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των κατατεθέντων από αυτήν περιστατικών και γ)''όσον αφορά τη συκοφαντική δυσφήμηση εκτίθενται τα ψευδή γεγονότα που ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα στις 28-4-2017 ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και υποστηρίζοντος την κατηγορία, οι συνθήκες τέλεσης της πράξης με αναφορά των αναγκαίων για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος και για την κατάφαση της ενοχής της πραγματικών περιστατικών, ενώ αιτιολογείται ειδικά και το στοιχείο της γνώσης της αναλήθειάς τους, από την κατηγορούμενη.
Επομένως και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης περί έλλειψης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ ΚΠΔ), είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών της αναιρεσείουσας, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της αναιρεσείουσας και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτής ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠοινΔ, πλήττουν την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, άλλωστε, δεν απαιτείται να διευκρινίζει στο σκεπτικό του από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή του ούτε χρειάζεται να μνημονεύει τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή να προσδιορίζει την αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. (ΑΠ 1086/2019).
Τέλος η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, επειδή (όπως αναφέρει υπό τον τρίτο λόγο) "εσφαλμένως έκρινε ότι τέλεσα τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης" χωρίς να προσδιορίζει σε ποια από τις μορφές του από το άρθρο 510 §1 στοιχ.
Ε' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως αναφέρεται, αν δηλαδή πρόκειται για εσφαλμένη ερμηνεία ή για εσφαλμένη υπαγωγή ή για εκ πλαγίου παραβίαση, χωρίς, να αναφέρει ποια ακριβώς διάταξη ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, σε τι έγκειται η νομική πλημμέλεια της διάταξης, χωρίς να αναφέρει ποιά έννοια αποδόθηκε στη συγκεκριμένη διάταξη κατά την ερμηνεία της από το δικαστήριο και γιατί είναι, κατά την άποψη της αυτή εσφαλμένη και χωρίς, ομοίως, να αναφέρει στο αναιρετήριο, σε τι έγκειται η εσφαλμένη υπαγωγή, χωρίς δηλαδή να αναφέρει ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και πως έγινε εσφαλμένα η υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου που εφαρμόστηκε από το δικαστήριο.
Συνεπώς, ο προκείμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, είναι αόριστος, και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος, λόγω ουσιαστικής αβασιμότητας. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-9-2022 αίτηση της Ν. Κ. του Μ. Α. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ.1776/2022 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2024. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ