Legislator Case Law & Legislation
647/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative agency's liability for employees' back pay as successor entity.

Case Number 647/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the Thessaly Regional Government against the Larissa Regional Court of Appeal's decision. The lower court had ruled that the government was not liable for back pay owed to employees of a dissolved public enterprise. The Court found the lower court erred in applying succession laws, holding that the Regional Government, as the legal successor, must assume all rights and obligations of the dissolved entity. Consequently, the appeal was granted, the case remitted for further examination, and costs shared.

Legislator headnote

AI generated

Articles 198 and 199 of Law 3852/2010; Article 15 of Presidential Decree 331/1996: A legal successor entity is liable for the debts and obligations of the predecessor it has succeeded in all rights and duties, overriding specific provisions regarding non-mixed enterprises.

Keywords

AI generated
legal succession administrative liability back pay obligations dissolved public enterprise Regional Government employee compensation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 198 and 199 of Law 3852/2010
Article 15 of Presidential Decree 331/1996
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846 and 1847 of the Civil Code
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 647 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 647/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Φώτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Μ. του Γ., 2) Γ. Ζ. του Η., 3) Δ. Π. του Α., κατοίκων …., 4) Α. Μ. του Ε., που δεν παραστάθηκε και 5) Π. Κ. του Ι., κατοίκου …. Οι ως άνω παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρυσούλας Βούζα, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της. Η πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε στο δικαστήριο την βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της Α. Μ. του Ε. και την συνέχιση της δίκης από τον σύζυγό της αποβιώσασας, Β. Κ. του Χ., κατοίκου …, ως καθολικό διάδοχο της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν η 128/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 185/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10.6.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 185/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 28.12.2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 119/30.12.2016) εφέσεως του 2ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" κατά της εκδοθείσας υπ' αριθμ. 128/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η από 28.5.2015 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 102/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 11.6.2019 με τη σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της 31/2019 πράξης κατάθεσης, απευθύνεται δε κατά των αναιρεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων και της Α. Μ. (τέταρτης αναιρεσίβλητης), ως αντιδίκων του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία Περιφέρεια Θεσσαλίας κατά την εφετειακή δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (185/2019).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, η ως άνω τέταρτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 11.4.2020, ήτοι μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως τούτο προκύπτει από το από 20.11.2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δ.Ε. Πλαστήρα του Δήμου Λίμνης Πλαστήρα και άφησε μοναδικό εκ διαθήκης κληρονόμο της το σύζυγό της Β.

Κ. του Χ.. Η ιδιότητα αυτή του τελευταίου προκύπτει από: α) το υπ' αριθμ. 208/25.5.2020 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας από το οποίο προκύπτει η δημοσίευση της από 28.2.2020 ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδος και θανούσας Α. Μ. του Ε. και β) το υπ' αριθμ. πρωτ. 3850/26.11.2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, από το οποίο προκύπτει ότι δεν δημοσιεύθηκε άλλη διαθήκη πλην της ως άνω ιδιόγραφης τοιαύτης και ότι δεν υπήρξε αποποίηση κληρονομιάς της παραπάνω αποβιωσάσης.

Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ο ανωτέρω κληρονόμος της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου (τέταρτης αναιρεσίβλητης) δήλωσε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, δια της νομίμως παρισταμένης και εκπροσωπούσας αυτόν πληρεξουσίας δικηγόρου του Χρυσούλας Βούζα, το θάνατο της εν λόγω αναιρεσίβλητης και την εκουσία στο όνομά του επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσας δίκης.

Κατόπιν τούτου, και αφού δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον η ιδιότητα του ανωτέρω προσώπου ως κληρονόμου της θανούσας τέταρτης αναιρεσίβλητης, η διακοπείσα δίκη νόμιμα και παραδεκτά συνεχίζεται από αυτόν (Β. Κ.).

Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλομΑΠ 18/2005 (βλ. και Ολομ ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 260/2020, ΑΠ 656/2019).

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. (Ολομ. ΑΠ 18/2005).

Εξάλλου, "πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολομ. ΑΠ 14/2004, Ολ.ΑΠ 25/2003 ΑΠ 5/2020). Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 8 εδάφ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατυπώνεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, με τον οποίο αυτό παραδεκτά επανέφερε ενώπιόν του τον ουσιώδη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του, είναι απαράδεκτος, εφόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 198 και 199 §§ 1 και 5 του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α' 87), "(198) Οι Περιφέρειες που συνιστώνται με τον παρόντα νόμο υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη της λειτουργίας τους, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών.

Σε αυτά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις περιλαμβάνονται, μέχρι τη λήξη τους, και οι συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθώς και οι συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου.(199) § 1. Από την έναρξη λειτουργίας των Περιφερειών, υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και διαμερισμάτων που καταργούνται, λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση.

Η εκπλήρωση των σκοπών των επιχειρήσεων που λύονται γίνεται είτε από επιχειρήσεις στις οποίες μετέχει η Περιφέρεια είτε από την ίδια την Περιφέρεια με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων τους (....).§ 5. Τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) που έχουν συσταθεί από τις καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και έχουν πιστοποιηθεί ως τέτοια κατά την οικεία νομοθεσία, περιέρχονται αυτοδικαίως στις οικείες περιφέρειες, από την έναρξη της λειτουργίας τους.

Τα ανωτέρω Κ.Ε.Κ. συνεχίζουν να λειτουργούν με τη μορφή σύμφωνα με την οποία ιδρύθηκαν, μέχρι τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται στη συστατική τους πράξη, χωρίς δυνατότητα ανανέωσης. Εξακολουθούν να διέπονται από τις ιδρυτικές τους διατάξεις, τους όρους του καταστατικού τους και τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου......".

Η σύσταση των αμιγών επιχειρήσεων των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων είχε προβλεφθεί από τη διάταξη του άρθρου 76 του π.δ/τος 30/1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης", το οποίο ορίζει τα εξής: "1. Η σύσταση αμιγούς επιχείρησης από Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ή η συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση γίνεται μετά από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη και απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.

Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποτελεί το καταστατικό της επιχείρησης και σε περίπτωση συστάσεως εμπράγματων δικαιωμάτων μεταγραπτέο τίτλο στο υποθηκοφυλακείο. 2. Στην απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου για τη σύσταση αμιγούς επιχείρησης αναφέρονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, η διοίκηση, το κεφάλαιο, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο κατά την κρίση του νομαρχιακού συμβουλίου. 3.

Οι παραπάνω Επιχειρήσεις των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτό το νόμο. 4. Η ευθύνη Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που συνιστά ή συμμετέχει σε αμιγή επιχείρηση, περιορίζεται στο ποσό της συμμετοχής της στο κεφάλαιο της επιχείρησης....", το δε άρθρο 15 του π.δ 331/1996 (ΦΕΚ Α` 223/1996) "Σύσταση και λειτουργία αμιγών νομαρχιακών και διανομαρχιακών επιχειρήσεων από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και τα Νομαρχιακά Διαμερίσματα" προβλέπει για τη διάλυσή τους τα εξής: "1.

Οι επιχειρήσεις διαλύονται: α) με τη συμπλήρωση του χρόνου για τον οποίο είχαν συσταθεί, εφόσον δεν έχει παραταθεί. β) σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης και γ) σε κάθε άλλη περίπτωση που προβλέπεται από τη συστατική πράξη. Η διάλυση γίνεται με τον ίδιο τρόπο και διαδικασία που συστήθηκε η επιχείρηση. 2.

Τη διάλυση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση. Εκτός από την περίπτωση της πτώχευσης, η εκκαθάριση γίνεται από εκκαθαριστές που ορίζονται από το νομαρχιακό συμβούλιο, αν η πράξη σύστασης της επιχείρησης δεν προβλέπει τον ορισμό ειδικών εκκαθαριστών. 3. Με τον ορισμό των εκκαθαριστών παύει αυτοδικαίως η εξουσία των μελών του διοικητικού συμβουλίου και τις αρμοδιότητές του ασκούν οι εκκαθαριστές, εκτός από τις αρμοδιότητές του διοικητικού συμβουλίου που θα κρατήσει το ίδιο το νομαρχιακό συμβούλιο.

Επίσης, με τον ορισμό των εκκαθαριστών παύει αυτοδικαίως η εξουσία των ελεγκτών. Οι διοριζόμενοι εκκαθαριστές οφείλουν, μόλις αναλάβουν τα καθήκοντά τους, να ενεργήσουν απογραφή της περιουσίας της επιχείρησης. 4. Στην εκκαθάριση διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη της επιχείρησης.

Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία που απομένουν περιέχονται στη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ή στο νομαρχιακό διαμέρισμα που έχει συστήσει την επιχείρηση. Οι λογαριασμοί της εκκαθάρισης εγκρίνονται από το νομαρχιακό συμβούλιο, το οποίο επίσης αποφασίζει για την απαλλαγή των εκκαθαριστών, από κάθε ευθύνη".

Αντιθέτως, η σύσταση των μη αμιγών επιχειρήσεων προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 77 του ως άνω π.δ/τος 30/1996, όπου ορίζονταν τα εξής: "Η σύσταση ή η συμμετοχή, σε επιχείρηση που δεν είναι αμιγής, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, γίνεται ύστερα από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη, με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.

Με την ίδια απόφαση καθορίζονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, τα περιουσιακά στοιχεία που εισφέρονται, το ποσό συμμετοχής στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εκπροσώπηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης στα όργανα της επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις αυτής της παραγράφου λειτουργούν με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή της εταιρείας μικτής οικονομίας ή της αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Με την ίδια διαδικασία είναι δυνατή η συμμετοχή Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης σε κοινοπραξία". Ο νόμος δηλ. διακρίνει μεταξύ αμιγών επιχειρήσεων, που λύνονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας των Περιφερειών, οπότε και τίθενται αυτές σε εκκαθάριση, οι δε Περιφέρειες, είτε οι ίδιες είτε δια των επιχειρήσεων στις οποίες μετέχουν, αναλαμβάνουν την εκπλήρωση των σκοπών τους με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, και των μη αμιγών, όπου οι Περιφέρειες δεν υπεισέρχονται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις αυτές αλλά, εφόσον αποφασιστεί η λύση τους, ακολουθείται η συνήθης διαδικασία της εκκαθαρίσεως, στην οποία η υπό εκκαθάριση επιχείρηση εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές και όχι από την Περιφέρεια.

Περαιτέρω, μεταξύ του κειμένου του νόμου, όπως αυτό εκτέθηκε παραπάνω, και της οικείας αιτιολογικής έκθεσης, που αναφέρει ότι "στο άρθρο 198 προβλέπεται η ομαλή διαδοχή της περιφέρειας ως προς τις υφιστάμενες επιχειρήσεις των καταργουμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, με ρητή πρόβλεψη για την αυτοδίκαιη υπεισέλευση των περιφερειών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ανωτέρω επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και των συμβάσεων μίσθωσης έργου και συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου...", υπάρχει αντίφαση, γιατί, ενώ το κείμενο του νόμου αναφέρει ότι οι περιφέρειες υπεισέρχονται από την έναρξη της λειτουργίας τους σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών, η αιτιολογική έκθεση αναφέρεται σε υπεισέλευση των περιφερειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι συνιστώμενες περιφέρειες ευθύνονται εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις, που είχαν συστήσει οι καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις.

Μια τέτοια όμως ερμηνεία είναι εσφαλμένη, όχι μόνο γιατί στην προκειμένη περίπτωση υπερισχύει το κείμενο του νόμου, αλλά και γιατί οι συσταθείσες από τις καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και νομαρχιακά διαμερίσματα επιχειρήσεις δεν καταργούνται συλλήβδην όλες. Εκείνες που καταργούνται είναι οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και όχι οι επιχειρήσεις που αυτές είχαν συστήσει.

Επομένως ζήτημα διαδοχής και κατ' ακολουθία ανάγκη ρύθμισης υπάρχει μόνο για τις καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και όχι για τις επιχειρήσεις αυτών. Οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις δεν ευθύνονταν εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις τις οποίες είχαν συστήσει. Αντιθέτως, η συμμετοχή τους στις επιχειρήσεις αυτές, είτε ήσαν αμιγείς είτε όχι, περιοριζόταν στο ποσό της εισφοράς τους στο μετοχικό κεφάλαιο.

Αφού λοιπόν οι καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις δεν ευθύνονταν εις ολόκληρον με τις νομαρχιακές επιχειρήσεις, οι συνιστώμενες περιφέρειες, που διαδέχονται τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, δεν υπάρχει λόγος να ευθύνονται εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις, εκτός και αν ο νόμος το όριζε ρητά. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει.

Ο νόμος δεν ορίζει ότι οι περιφέρειες ευθύνονται εις ολόκληρον με τις νομαρχιακές επιχειρήσεις. Μια τέτοια ρύθμιση, αν ήταν αυτή η βούληση του νομοθέτη, θα ήταν πιο εύκολο να διατυπωθεί με την πρόταση: "οι περιφέρειες ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι τρίτων, με τις επιχειρήσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων" και όχι με την προαναφερόμενη, χρήζουσα ερμηνείας, διάταξη.

Εξάλλου, όπου ο νόμος ήθελε οι περιφέρειες να αναλάβουν υποχρεώσεις νομαρχιακών επιχειρήσεων το όρισε ρητά και λεπτομερειακά, όπως συμβαίνει στο επόμενο άρθρο 199, που αφορά στις αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, για τις οποίες προβλέπεται ότι από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών λύονται αυτές και τίθενται σε εκκαθάριση, η εκπλήρωση δε των σκοπών των καταργούμενων αυτών επιχειρήσεων γίνεται είτε από τις επιχειρήσεις στις οποίες μετέχει η Περιφέρεια, είτε από την ίδια με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους.

Συνακόλουθα τούτων, το πρώτο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 198 αποκτά νόημα, γιατί με την κατάργηση των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και των νομαρχιακών διαμερισμάτων οι επιχειρήσεις που είχαν συστήσει οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις θα ευρίσκονταν πλέον χωρίς να υπάρχουν τα νομικά πρόσωπα που τις ίδρυσαν, στην έγκριση των οποίων υπέκειντο ορισμένες πράξεις τους (ΑΠ 199/2019, ΑΠ 200/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1756/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 28.5.2015 αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι ήταν υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ Κ.Ε.Κ. ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ Α.Ε.", καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Περιφέρεια Θεσσαλίας.

Ότι με την υπ' αριθμ. …/….6.2011 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της 1ης εναγομένης αποφασίστηκε η λύση αυτής και η θέση της σε εκκαθάριση. Ότι μετά τη λύση αυτής οι ενάγοντες άρχισαν να απασχολούνται σε υπηρεσίες της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας και η Περιφέρεια Θεσσαλίας με την υπ' αριθμ. 167/15.9.2011 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου της, προέβη σε μεταφορά των εναγόντων στην Περιφέρεια Θεσσαλίας.

Ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 1ης εναγομένης ορίστηκε σχετικά με το προσωπικό της ότι με τη λύση της εταιρείας δεν διακόπτεται η υφιστάμενη εργασιακή σχέση και δεν οφείλεται αποζημίωση στο προσωπικό, το οποίο λογίζεται ως προσωπικό της εταιρείας μέχρι την έναρξη της εργασιακής σχέσης του με την Περιφέρεια και ότι στο διάστημα αυτό δεν διακόπτεται η μισθοδοσία και ασφαλιστική κάλυψη αυτού του προσωπικού, ωστόσο η 1η εναγομένη έπαυσε να καταβάλει τις αποδοχές εργασίας των εναγόντων από 1.7.2011 και η 2η εναγομένη δεν ανέλαβε την αντίστοιχη υποχρέωση, γεγονός που ανάγκασε τους ενάγοντες να προβούν σε επίσχεση εργασίας.

Ότι για το χρονικό διάστημα από 1.5.2013 έως την ανάληψη υπηρεσίας στη 2η εναγομένη οι ενάγοντες έχουν εναντίον των εναγομένων τις αναφερόμενες στην αγωγή απαιτήσεις αποδοχών υπερημερίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες, ως ευθυνόμενες εις ολόκληρον να καταβάλουν τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά, η ασκηθείσα δε εκ μέρους της 2ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας έφεση απορρίφθηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" επανέφερε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, τον ισχυρισμό περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, τον οποίο είχε προβάλει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυριζόμενο ότι η εταιρεία στην οποία παρείχαν τις υπηρεσίες τους οι αναιρεσίβλητοι, δηλ.

η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ Κ.Ε.Κ. ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ Α.Ε.", δεν ήταν αμιγής επιχείρηση της νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως Καρδίτσας, αφού μόνο ποσοστό 76,46% του μετοχικού της κεφαλαίου ανήκε σ' αυτήν, ενώ τα υπόλοιπα ποσοστά ανήκουν σε διάφορους φορείς του νομού Μαγνησίας, όπως αυτά ειδικότερα αναφέρονται στις προτάσεις κατ' όνομα φορέως και κατά ποσοστό, και επομένως η ίδια, παρά τη λύση και υποβολή της εταιρείας σε εκκαθάριση με την από 19/6.6.2011 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της ανωτέρω εταιρείας και τον ορισμό εκκαθαριστών, δεν υπεισήλθε στις υποχρεώσεις αυτής.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτής, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ήταν εργαζόμενοι (υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) της 1ης εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ Κ.Ε.Κ.

ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ Α.Ε.", η οποία συστάθηκε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας και αποτελούσε πιστοποιημένο Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ). Ο χρόνος πρόσληψης των εναγόντων, η θέση τους στην επιχείρηση της 1ης εναγομένης και ο συμφωνημένος μικτός μηνιαίος μισθός τους, όπως ήταν διαμορφωμένος κατά τον Ιούνιο του έτους 2011, εμφαίνονται στον συνημμένο στην ένδικη αγωγή πίνακα.

Συγκεκριμένα: Η 1η ενάγουσα, Ε. Μ., προσλήφθηκε στις 29.01.1998, εργαζόταν ως βοηθός λογιστή πλήρους απασχόλησης και οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 2.058,29 ευρώ. Η 2η ενάγουσα, Γ. Ζ., προσλήφθηκε στις 08.03.1999, εργαζόταν ως υπάλληλος γραφείου πλήρους απασχόλησης και οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 1.578,59 ευρώ.

Ο 3ος ενάγων, Δ. Π., προσλήφθηκε στις 08.11.1999, εργαζόταν ως υπάλληλος γραφείου πλήρους απασχόλησης και οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 1.229, 18 ευρώ. Η 4η ενάγουσα, Α. Μ., προσλήφθηκε στις 29.01.1998, εργαζόταν ως διευθύντρια πλήρους απασχόλησης και οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 2.150,19 ευρώ.

Η 5η ενάγουσα, Π. Κ., προσλήφθηκε στις 11.10.1999, εργαζόταν ως καθαρίστρια μερικής απασχόλησης (με 4ωρη απασχόληση) και οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 558,25 ευρώ. Ότι με την υπ' αριθμόν …/….6.2011 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της 1ης εναγομένης αποφασίστηκε η λύση αυτής και θέση της σε εκκαθάριση.

Ότι 1η εναγομένη αποτελεί ανώνυμη εταιρία Ο.Τ.Α. και (σύμφωνα με το μετοχολόγιό της) κατά το χρόνο λύσης της μέτοχοι αυτής ήταν τα εξής νομικά πρόσωπα: 1. Η Περιφέρεια Θεσσαλίας, ως καθολικός διάδοχος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας, η οποία κατείχε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου 43,25%. 2. Η Τ.Ε.Δ.Κ.

Νομού Καρδίτσας, η οποία κατείχε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου 28,58%. 3. Ο Δήμος Καρδίτσας, ο οποίος κατείχε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου 4,94%. 4. Το Επιμελητήριο Καρδίτσας, το οποίο κατείχε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου 8,90%. 5. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Καρδίτσας Α.Ε.", η οποία κατείχε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου 8,90%. 6.

Ο Δήμος Μουζακίου, ο οποίος κατείχε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου 1,48%. 7. Ο Δήμος Σοφάδων, ο οποίος κατείχε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου 2,47%. 8. Ο Δήμος Παλαμά ο οποίος κατείχε ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου 1,48%. Μετά τη λύση της 1ης εναγομένης οι ενάγοντες άρχισαν να εργάζονται σε υπηρεσίες της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας με αντίστοιχη σχέση εργασίας.

Περαιτέρω, η 2η εναγομένη, Περιφέρεια Θεσσαλίας, με την υπ' αριθμόν 167/16.09.2011 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου της προέβη σε μεταφορά των εναγόντων, ως εργαζομένων, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας. Ότι ήδη, οι ενάγοντες έχουν καταστεί υπάλληλοι της Περιφέρειας Θεσσαλίας μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Περιφερειακού Συμβουλίου Θεσσαλίας (περί μεταφοράς προσωπικού) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 179/31.01.2014).

Επίσης, εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 394/19.02.2014) η υπ' αριθμόν 26.179/354/10.02.2014 απόφαση του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας ως προς την κατάταξη των εναγόντων σε προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και οι ενάγοντες ανέλαβαν υπηρεσία στις καθορισμένες θέσεις εργασίας στις 06.05.2014, εκτός από την τέταρτη ενάγουσα, η οποία ανέλαβε υπηρεσία στις 12.05.2014.

Ότι μέχρι το χρόνο, οπότε οι ενάγοντες εντάχθηκαν τυπικά σε υπηρεσίες της 2ης εναγομένης και άρχισε η μισθοδοσία τους από τη 2η εναγομένη, ως εργοδότης τους θεωρούνταν η 1η εναγομένη, εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ Κ.Ε.Κ. ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ Α.Ε.", διότι η εργασιακή σχέση τους με την 1η εναγομένη δεν είχε λυθεί είτε με καταγγελία είτε με οικειοθελή αποχώρηση των εναγόντων από την εργασία τους είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ούτε πραγματώθηκε η τυπική μεταφορά τους στην Περιφέρεια Θεσσαλίας με πράξη κατάταξής τους σε προσωποπαγείς θέσεις εργασίας.

Άλλωστε, με το υπ' αριθμόν …/….04.2011 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της 1ης εναγομένης αποφασίστηκε ομόφωνα για το προσωπικό της ότι "...το προσωπικό της εταιρείας που μεταφέρεται στην Περιφέρεια βάσει των διατάξεων του άρθρου 199 του Ν. 3852/2010 λογίζεται ως προσωπικό της εταιρείας και μετά τη λύση αυτής και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταφοράς του στην Περιφέρεια".

Με την αντίστοιχη εισήγησή της η Πρόεδρος του Δ.Σ. της 1ης εναγομένης εισηγήθηκε (μεταξύ άλλων) τα εξής: " ... Με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 199 του Ν. 3852/2010 λαμβάνεται μέριμνα για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των Κ.Ε.Κ. που έχουν συσταθεί από τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ή στα οποία συμμετέχουν, κατά πλειοψηφία, φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και τα οποία συγχωνεύονται, λύονται ή εξαντλείται ο χρόνος λειτουργίας τους κατά τη συστατική τους πράξη, ορίζοντας ότι το προσωπικό αυτό μεταφέρεται στην Περιφέρεια με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του ίδιου άρθρου.

Κατά συνέπεια με τη λύση της εταιρείας δεν διακόπτεται η υφιστάμενη εργασιακή σχέση και δεν οφείλεται αποζημίωση στο προσωπικό αυτό, το οποίο λογίζεται ως προσωπικό της εταιρείας μέχρι την έναρξη της εργασιακής σχέσης του με την Περιφέρεια. Συνακόλουθα, στο διάστημα αυτό (μετά τη λύση) δεν διακόπτεται η μισθοδοσία και η ασφαλιστική κάλυψη αυτού του προσωπικού".

Μετά τη λύση της 1ης εναγομένης οι ενάγοντες συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, καταρχήν σε αυτή και στη συνέχεια στη 2η εναγομένη, ωστόσο η 1η εναγομένη έπαψε να καταβάλει τις αποδοχές εργασίας τους από 1 Ιουλίου 2011 και η 2η εναγομένη δεν ανέλαβε την υποχρέωση της μισθοδοσίας τους. Ότι εξαιτίας αυτού του γεγονότος οι ενάγοντες προέβησαν σε επίσχεση εργασίας και διέκοψαν την παροχή της συμφωνημένης εργασίας τους, οι τρεις πρώτοι ενάγοντες από 28.02.2013 και οι λοιπές ενάγουσες (4η και 5η) από 01 και 02.03.2012, αντίστοιχα, με συνέπεια να περιέλθουν οι εναγόμενες σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την καταβολή των αποδοχών εργασίας των εναγόντων για όλο το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας.

Ειδικότερα, για το χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου 2013 έως την ημέρα, οπότε ανέλαβαν υπηρεσία στη 2η εναγομένη, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν τις εξής αποδοχές υπερημερίας: ι) Η 1η ενάγουσα το συνολικό ποσό των 24.916,47 ευρώ, (ήτοι: 2.058,29 € x 12 μήνες = 24.669,48 € + 246,99 € ως αποδοχές υπερημερίας Μαΐου 2014 = 24.916,47 €). ιι) Η 2η ενάγουσα το συνολικό ποσό των 19.132,51 ευρώ, (ήτοι: 1.578,59 € x 12 μήνες = 18.943,08 € + 189,43 € ως αποδοχές υπερημερίας Μαΐου 2014 = 19.132,51 €).

ιιι) Ο 3ος ενάγων το συνολικό ποσό των 14.897,66 ευρώ, (ήτοι: 1.229,18 € x 12 μήνες = 14.750,16 € + 147,50 € ως αποδοχές υπερημερίας Μαΐου 2014 = 14.897,66 €). ιν) Η 4η ενάγουσα το συνολικό ποσό των 26.404,28 ευρώ, (ήτοι: 2.150,19 € x 12 μήνες= 25.802,28 € + 602,00 € ως αποδοχές υπερημερίας Μαΐου 2014 = 26.404,28 €). ν) Η 5η ενάγουσα το συνολικό ποσό των 6.765,99 ευρώ, (ήτοι: 558,25 € x 12 μήνες = 6.699 € + 66,99 € ως αποδοχές υπερημερίας Μαΐου 2014 = 6.765,99 €).

Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η 1η εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ Κ.Ε.Κ. ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ Α.Ε.", δεν υπήρξε αμιγής επιχείρηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας και, στη συνέχεια, μετά την ισχύ του Ν. 3852/2010, της Περιφέρειας Θεσσαλίας.

Συνεπώς, οι διατάξεις των άρθρων 198, 199 Ν. 3852/2010 δεν έχουν άμεση (και ευθεία) εφαρμογή στην επίδικη υπόθεση, ώστε να συναχθεί συμπέρασμα ότι σύμφωνα με αυτές τις νομικές διατάξεις η 2η εναγομένη υπεισήλθε στις οικονομικές υποχρεώσεις της 1ης εναγομένης έναντι των εναγόντων εξαιτίας παράλειψης της 1ης εναγομένης να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας των εναγόντων.

Παρόλα αυτά η 2η εναγομένη έχει υποχρέωση να καταβάλει τις επίδικες αποδοχές υπερημερίας των εναγόντων ως διάδοχος της 1ης εναγομένης, δηλαδή ως (νομικό) πρόσωπο, το οποίο διαδέχτηκε την 1η εναγομένη σε όλα τα δικαιώματα και σε όλες τις υποχρεώσεις της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το ανωτέρω ζήτημα, δεν έσφαλε και το γεγονός αυτό πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του ανωτέρω (1ου) λόγου της ένδικης έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή ότι το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο έχει υποχρέωση να καταβάλει τις επίδικες αποδοχές υπερημερίας στους αναιρεσιβλήτους, ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης, δηλαδή ως νομικό πρόσωπο, το οποίο διαδέχθηκε αυτήν σε όλα τα δικαιώματα και σε όλες τις υποχρεώσεις της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 198 και 199 του ν. 3852/2010 και 15 του π.δ/τος 331/1996, δεδομένου ότι, εφόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η εταιρεία στην οποία παρείχαν τις υπηρεσίες τους οι αναιρεσίβλητοι ήταν μη αμιγής επιχείρηση της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Θεσσαλίας, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Περιφέρεια Θεσσαλίας) δεν υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής και, ως εκ τούτου, δεν ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη, αλλά εφόσον αποφασίστηκε η λύση της εν λόγω εταιρείας, ακολουθητέα ήταν η συνήθης διαδικασία της εκκαθαρίσεως.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια για εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού του περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, είναι βάσιμος. Ενόψει αυτού, παρέλκει η έρευνα του ετέρου αναιρετικού λόγου, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος της καλύπτει το σύνολο της αποφάσεως .

Κατ' ακολουθίαν θα πρέπει, δεκτής γενομένης της από 10.6.2019 αιτήσεως, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρήζει περαιτέρω έρευνας, για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμηνεύτου των νομικών διατάξεων που αναφέρθηκαν (άρθρο 179 εδ. β ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 185/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως

και

Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ