Supreme Court dismisses appeal on property ownership dispute, ruling lower court correctly evaluated evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision in a property ownership dispute. The appellant argued the lower court erred by not relying on a specific cadastral map and failed to consider a witness deposition regarding the plaintiff's possession. The court rejected these claims, finding the appellate court properly weighed all evidence, including documents and the witness testimony, without needing specific mention of the latter.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision demonstrates that such evidence was duly taken into account within the overall evaluation of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 647 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 647/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Π. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Αντωνόπουλο Των αναιρεσίβλητων: 1)Τ. Μ. του Ι., 2)Κ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., 3)Α.-Κ. Π. του Τ.-Τ., 4) Δ. Π. του Α.-Κ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Γκουτίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-3-2006 και 15-1-2007 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 35/2014 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 2-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 23-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 35/2014 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 174/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Με την τελευταία απόφαση, αφού συνεκδικάστηκαν α) η από 20-3-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συννομείς του ακινήτου, που περιγράφεται και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να τους το αποδώσει και β) η 15-1-2007 αγωγή του τελευταίου, με την οποία, επικαλούμενος ότι είναι κύριος του ίδιου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος αυτού, επειδή οι ήδη αναιρεσίβλητοι, αμφισβητούν την κυριότητά του, έγινε δεκτή η πρώτη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απορρίφθηκε η δεύτερη.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Κατά τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ, οι αξιώσεις από την αποβολή και διατάραξη [της νομής] παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη.
Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της προς τις αντίστοιχες των άρθρων 984 παρ. 1, 987, 989 ΑΚ, προκύπτει ότι αφετήριος χρόνος της ενιαύσιας παραγραφής των αξιώσεων του νομέα από την αποβολή ή διατάραξη, είναι η αποβολή ή η διατάραξη, αντίστοιχα. Αρχίζει δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 241 παρ. 1, 242, 243 παρ. 3 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η αποβολή ή από την επόμενη ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η διατάραξη, αντίστοιχα, και λήγει, κάθε μία από αυτές, όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα, ήτοι η αντίστοιχη προς την ημέρα έναρξης ημέρα του έτους και ανεξαρτήτως γνώσης ή άγνοιας του νομέα.
Μόνο δε στην περίπτωση αντιποίησης της νομής ακινήτου, η διάταξη του άρθ. 982 ΑΚ εξαρτά την απώλειά της από τη γνώση του νομέα, αν η αντιποίηση γίνεται από τον κάτοχο, όταν, δηλαδή, εκείνος εξωτερικεύσει τη θέλησή του να έχει εφεξής το πράγμα όχι για το νομέα, αλλά για τον εαυτό του ή για κάποιον τρίτο . Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔικ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και ειδικότερα στην ένσταση παραγραφής πρέπει ν` αναφέρεται εκτός από το χρόνο γέννησης της αξίωσης και το χρονικό σημείο έναρξης και λήξης της παραγραφής, διαφορετικά είναι αόριστη.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό ελέγχεται και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών, εφόσον το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της ένστασης είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της, ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης και όχι του αριθμού 1, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως εκείνη του άρθρου 262.
Έτσι, για την ίδρυση του λόγου, επί απόρριψης ένστασης από το εφετείο ως απαράδεκτης, πρέπει η ένσταση να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο κατά την (πρώτη) συζήτηση στον πρώτο βαθμό και να είχε επαναφερθεί στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων για αποβολή του από τα ακίνητα που περιγράφονται σε αυτή [απόφαση] δέχθηκε τα εξής: <<ο εναγόμενος Α.
Σ. πρόβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με σχετικό λόγο εφέσεως τον ισχυρισμό περί παραγραφής του αγωγικού δικαιώματος των εναγόντων, κατ' άρθρο 992 ΑΚ. Για την ιστορική θεμελίωση των παραγωγικών του άνω δικαιώματος περιστατικών στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αναφέρεται κατά λέξη ότι <<οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του ενάγοντος [Α.
Σ.] ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που έχουν καταθέσει, υπέβαλαν επικουρικά ένσταση παραγραφής της νομής....>>, ενώ στις προτάσεις του και σε χειρόγραφη παραπομπή της 1ης σελίδος τους αναφέρεται ότι <<.....η από 20-3-2006 αγωγή των αντιδίκων μου εναντίον μου, την οποία αρνούμαι παντελώς και η οποία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αναληθής και αναπόδεικτη και παραγεγραμμένη, σύμφωνα με το άρθρο 992 ΑΚ βλ. 68/2001 απόφαση ΠΠρΛευκάδος>> χωρίς καμία περαιτέρω ανάπτυξη των θεμελιωτικών της ενστάσεως περιστατικών.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα πρωτίστως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας...>>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, διότι η από το άρθρο 992 ΑΚ ένσταση παραγραφής, χωρίς τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου έναρξής της [ΑΚ 251], δηλαδή του χρόνου αποβολής των αναιρεσίβλητων-εναγομένων από τη νομή είναι αόριστη.
Δεν μπορεί δε να συναχθεί το στοιχείο αυτό από άλλα έγγραφα, όπως η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ούτε από τη δικαστική απόφαση επί της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων νομής, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων υπολαμβάνει. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, είναι αβάσιμος.
Με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο , δεχόμενο την αντένσταση των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της ενιαύσιας παραγραφής της αξίωσής τους με την επίδοση της αγωγής και <<με τις μεταγενέστερες αυτής διαδικαστικές ενέργειες>>, χωρίς να λάβει υπόψη ότι ακύρως του επιδόθηκε η αγωγή με θυροκόλληση στο ..., ενώ ο ίδιος είναι μόνιμος κάτοικος ... και, ακόμη, δεν προκύπτει πλήρως από την βεβαίωση τόσον του οικείου Αστυνομικού Τμήματος όσο και την απόδειξη των ΕΛ.ΤΑ. ποιο ακριβώς έγγραφο παραδόθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής , καθόσον πλήττει επάλληλη αιτιολογία της απόφασης για την απόρριψη της ένστασης παραγραφής και δη αυτή της απόρριψής της κατά παραδοχή αντένστασης των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της παραγραφής με τον αναφερόμενο τρόπο.
Με το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
γ` ΚΠολΔικ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ενώπιον των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομότυπης ή μη νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ (Ολ. ΑΠ 30/2002, Ολ. ΑΠ 2/2008) και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της σχετικής βεβαίωσης του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων .................., καθώς και τις με αριθμ. 16257/4-9-2006............όμοιες ενώπιον συμβολαιογράφων βεβαιώσεις, και την από 16.9.2013 ένορκη ενώπιον του συμβολαιογράφου των … Π., που προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι και λήφθηκαν μετά νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου τους (βλ. ......., 7238/29.8.2006 και 2203Γ/6.9.2013 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Σ.
Ρ. και Γ. Τ. αντίστοιχα................. αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ..........>>. Ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζει ότι <<οι φερόμενες κοινοποιήσεις κλήσεως προς εμένα για να παραστώ κατά τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις έγιναν όλως παρανόμως δια θυροκολλήσεως στη φερόμενη δήθεν κατοικία μου στο ... .
Όμως, ...... η κατοικία μου δεν ήταν το ..., αλλά ο .... Και στις δυο παραπάνω αναφερόμενες εκθέσεις επιδόσεως [όπως και στην έκθεση επίδοσης της αγωγής περί νομής των αντιδίκων] δεν αναφέρεται κανένα στοιχείο προσδιορισμού της φερόμενης κατοικίας μου στο ... ώστε να προκύπτει που ακριβώς έγινε η θυροκόλληση, ούτε και βεβαιώνεται από τους αρμόδιους δικαστικούς επιμελητές ότι η κατοικία μου ήταν όντως το ....
Τούτο πολύ περισσότερο ισχύει προκειμένου για την από 16-9-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου των … Π., που ελήφθη στα πλαίσια της εκκλήτου δίκης, αφού στο εφετήριο προσδιόρισα ρητώς την πραγματική κατοικία μου, ήτοι όχι το ..., αλλά την Κοινότητα .... Πέραν αυτών, δεν προκύπτει πλήρως και επακριβώς από τις προσκομιζόμενες α) βεβαίωση του αστυνομικού τμήματος και β) απόδειξη κατάθεσης των ΕΛ-ΤΑ τι ακριβώς παραδόθηκε στην αστυνομία και τι στα ΕΛ-ΤΑ>>.
Με το να λάβει δε υπόψη του το Εφετείο , ισχυρίζεται, περαιτέρω, ο αναιρεσείων τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, παρά το ότι δεν είχε προηγηθεί νόμιμη κλήτευσή του στον αληθή τόπο κατοικίας του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. α ΚΠολΔικ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την κλήτευσή του από τους αναιρεσίβλητους για να παραστεί κατά τη λήψη των εν λόγω ένορκων βεβαιώσεων, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι συντάχθηκαν νόμιμα κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ. 3 του ΚΠολΔικ, δεν ήταν δε απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση ειδικά τα περιστατικά που επιβεβαιώνουν την νόμιμη σύνταξή τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 παρ. 1, 290 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ.1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωση του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως [ολΑΠ 22/2000].
Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη δέχθηκε <<.....όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο με αριθμ. 201232725/17-12-2012 πιστοποιητικό θανάτου του Ληξιαρχείου της πόλεως … , στις 20-9-2012, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης έφεσης αλλά και την επίδοση της από 30-1-2012 κλήσης για προσδιορισμό της συζήτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, απεβίωσε η πρωτοδίκως πρώτη των εναγόντων και ήδη πρώτη των εφεσιβλήτων Έ.
χα Ι. Μ., η οποία, όπως προκύπτει από το νομίμως προσκομιζόμενο ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 30-8-2013 ένορκης βεβαίωσης του συμβολαιογράφου του διαμερίσματος της … των … και δεν αμφισβητείται από τον εκκαλούντα κληρονομήθηκε από εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Τ. και Κ. Μ. του Ι.. Επομένως οι τελευταίοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας [άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ] νομίμως δήλωσαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Γεωργίου Καραβία και Νικολάου Μανουσάκη στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω θανάτου εκείνης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως>>.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κλήσης , με την οποία οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν προς συζήτηση την έφεση του αναιρεσείοντος, διότι αμφισβήτησε την ιδιότητα των καλούντων ως κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Έ.
Μ. και συνακόλουθα ότι αυτοί νομιμοποιούνται να δηλώσουν τη βιαίη διακοπή της δίκης και την επανάληψή της στο δικό τους όνομα, είναι απορριπτέος, γιατί τέτοια δήλωση αμφισβήτησης των ως άνω περιστατικών δεν έχει καταγραφεί στα πρακτικά και στην προσβαλλόμενη απόφαση και, συνεπώς, νομίμως συνεχίστηκε η βιαίως διακοπείσα δίκη από τους κληρονόμους της εν λόγω αρχικής διαδίκου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1046 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, εκείνος δε που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο.
Σύμφωνα επίσης με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος), είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντας, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα . Εκείνος, όμως, που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα.
Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία όμως μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Μόνο κατοχή υπάρχει, όταν η σωματική εξουσία, ολική ή μερική, ασκείται κατά κανόνα, στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση κ.α.
Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση. Ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982 ΑΚ σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι και ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή, κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κ.λπ.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ, μάλιστα δε στην περίπτωση ακινήτου η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του, το δε τεκμήριο της νομής του άρθρου 980 παρ.2 ΑΚ έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης (χρησιδανείου), που συνδέει τον κάτοχο με το νομέα, αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα.
Με βάση τα προεκτεθέντα, εκείνος που αντιποιείται για τον εαυτό του πλέον τη νομή, εφόσον είναι ενάγων, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αγωγή του και εφόσον είναι εναγόμενος, προκειμένου να αναστρέψει την αγωγή, έχει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο ότι μετέβαλε στο μεταξύ βούληση, γιατί άρχισε να νέμεται για τον εαυτό του ή και για τρίτο, αλλά επί πλέον, εφόσον πρόκειται για ακίνητο ότι ο νομέας ή ο κληρονόμος του, αφού, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, έλαβαν γνώση της μεταβολής αυτής και δεν εναντιώθηκαν αποτελεσματικώς και ότι συνεπώς έτσι χάθηκε η νομή για το νομέα ή τους κληρονόμους του.
Άρα στην περίπτωση αντιποιήσεως της νομής π.χ. από τον χρησάμενο ή τον κατά παράκληση λαβόντα δεν χάνουν τη νομή, ούτε ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης, ούτε ο κληρονόμος του, προτού ο χρησάμενος ή ο κληρονόμος του εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και λάβουν γνώση του γεγονότος αυτού ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης ή εφόσον αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε ο κληρονόμος του.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Στον απώτερο δικαιοπάροχο των αρχικώς εναγόντων, Γ. Μ., περιήλθε από κληρονομία της μητέρας του Σ. Μ. η νομή και κατοχή ενός ακινήτου, εκτάσεως 20 περίπου στρεμμάτων, κειμένου στον ... και στην ειδικότερη θέση "...", το οποίο συνορεύει περιμετρικά με θάλασσα, με ιδιοκτησίες Α. Μ., Κ. Τ., Ό. Κ., Π. Μ., Ε. Γ., Σ. Μ., Π. Κ. και ιδιοκτησία κληρονόμων Π.
Γ.. Το 1946 αποβίωσε ο ως άνω κύριος και νομέας του επιδίκου ακινήτου και η νομή του μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως, κατ' άρθρο 983 ΑΚ, στους κληρονόμους του, ήτοι στα τέκνα του Ι., Γ. και Α. Μ. και κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Το 1961, δυνάμει του υπ' αριθμ 110/1961 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Έλληνα Προξένου της …, ο εκ των συννομέων Α.
Μ. μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας και σύννομης του στο Γ. Μ. και έτσι ο τελευταίος κατέστη συννομέας κατά ποσοστό 4/6 του όλου ακινήτου. Ο Ι. Μ. απεβίωσε στις …, την 31.1.1980 και με την από 15.6.1973 διαθήκη του, κατέλιπε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συννομής επί του άνω ακινήτου στη σύζυγό του Έ. Μ., το γένος Κ.
Π.. Το 1973 απεβίωσε στις … ο Γ. Μ. και με την από 1.9.1972 διαθήκη του κατέλιπε το εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 4/6 συννομής του στη σύζυγό του Β. - Α. Μ.. Η τελευταία αποβίωσε το 1998 και δυνάμει της από 15-11-1991 ιδιόγραφης διαθήκης της κατέλιπε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συννομής της στην Κ. - Α. Π., κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 1/6 στον Α. - Κ.
Π. και κατά ποσοστό 1/6 στον Δ. Π.. Το 2007 αποβίωσε αδιάθετη στη ... η Κ. - Α. Π. και το από 2/6 ποσοστό συννομής της περιήλθε στον μοναδικό της γιο Α. - Κ. Π., κατέστη δε ο τελευταίος συννομέας κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαρέτου του όλου ακινήτου. Τέλος, την 20.9.2012, όπως προεκτέθηκε, απεβίωσε στις … η Έ. Μ. και το επί του επιδίκου ακινήτου ποσοστό της περιήλθε στα τέκνα της Τ.
και Κ. Μ., κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου σε καθένα. Σημειωτέον, ότι από τη δεκαετία του 1980 το επίδικο ακίνητο λόγω της διέλευσης δύο κοινοτικών δρόμων είχε κατατμηθεί σε τρία αυθύπαρκτα ακίνητα, εμβαδού 4453,76 μ2, 13.623,51 μ2 και 623,75 μ2 αντίστοιχα, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από Μαίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Π.
Κ.. Εντός του πρώτου των άνω ακινήτων υπάρχει παλαιά διώροφη κεραμοσκεπής οικοδομή, εμβαδού 80,91 μ2 και ερειπωμένη λιθόκτιστη αποθήκη, εμβαδού 58,10 μ2. Μέχρι το 1946 που απεβίωσε ο Γ. Μ., πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού ασκούσε αυτοπροσώπως ο ίδιος, έκτοτε δε και λόγω της μόνιμης εγκατάστασης των τέκνων του, Ι., Γ.
και Α. Μ., στην πόλη … των … η συννομή ασκούνταν μέσω τρίτων προσώπων και ιδίως από το έτος 1950 από τον εξάδελφό τους και εγκατεστημένο μονίμως στον ..., Ι. Μ. ή Μ. Ο τελευταίος είχε την εποπτεία και επίβλεψη του κτήματος, ασκώντας για λογαριασμό των άνω συννομέων κάθε πράξη νομής και κατοχής που απαιτούνταν, μάλιστα δε περί το 1960 προσέλαβε τον τότε νεοδιορισθέντα ως Αγροφύλακα της περιοχής … και εναγόμενο, Α.
Σ., κατόπιν εγκρίσεως και των στις ΗΠΑ εγκατεστημένων συννομέων, προκειμένου να προβαίνει στην καλλιέργεια των δεκτικών καλλιέργειας τμημάτων του επιδίκου κτήματος και γενικά του ανέθεσε χωρίς οιοδήποτε αντάλλαγμα την επιτήρησή του. Η δια του αντιπροσώπου των συννομέων Ι. Μ. ή Μ. πρόσληψη του εναγόμενου, με την συναίνεση των αδελφών Μ., μετατράπηκε σε διαρκή έννομη σχέση χρήσης και κάρπωσης του κτήματος, ήτοι σε παραχώρηση του κτήματος στον εναγόμενο άνευ οιουδήποτε ανταλλάγματος, αφού ο τελευταίος ως απλός κάτοχος και χρήστης του ακινήτου ανέλαβε για λογαριασμό των συννομέων την επιτήρηση, συντήρηση εποπτεία, καλλιέργεια και συλλογή των καρπών του άνω κτήματος για ίδιο όφελος και για την συντήρηση της πολυμελούς του οικογένειας.
Το επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο ανάληψης της επιτήρησής του από τον εναγόμενο ήταν πλήρως εγκαταλελειμμένο, ακαλλιέργητο για πολλά έτη εντός αυτού δε υπήρχαν 22 ελαιόδενδρα και ελάχιστα οπωροφόρα δένδρα. Τα κτίσματα ήταν επίσης ερειπωμένα, χωρίς παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς παράθυρα και δύσκολα κατοικήσιμα Έκτοτε ο εναγόμενος για λογαριασμό των αδελφών Μ.
εγκαταστάθηκε στο επίδικο, και εργαζόμενος καθημερινά το περιέφραξε ολόκληρο, κατέστησε μεγάλα τμήματα αυτού επιδεκτικά καλλιέργειας, πολλαπλασίασε τα ελαιόδενδρα και λοιπά καρποφόρα δένδρα, επισκεύαζε κατά καιρούς τα παλαιά κτίρια και φύτεψε κηπευτικά και ελαιόδενδρα, των οποίων συνέλεγε προς ίδιο όφελος τους παραγόμενους καρπούς.
Τα περιστατικά αυτά, της για λογαριασμό των άνω συννομέων δηλαδή χρήσης και κάρπωσης του επιδίκου, για χρονικό διάστημα μιας δεκαετίας περίπου, ήτοι από το 1960 μέχρι και το 1969, συνομολογούνται από τον εναγόμενο Α. Σ.. Αποδεικνύεται όμως, περαιτέρω, ότι η ίδια έννομη σχέση και με τους ίδιους όρους συνεχίστηκε και μετά το έτος 1969 και δη τόσο μεταξύ των δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων Γ.
και Ι. Μ., οι οποίοι αποβιώσαν τα 1973 και 1980 αντίστοιχα, όσο και των δικαιοδόχων αυτών, αρχικώς εναγόντων, και του εκκαλούντος. Ειδικότερα, από τις μη αμφισβητούμενες ως προς τη γνησιότητά τους ιδιόγραφες επιστολές του Α. Σ. από 19.3.1978, 30.7.1978 και 1.5.1979 προς τον Ι. Μ. και από 17.12.1985 και 18.4.1988 προς την σύζυγο αυτού Έ.
Χα Μ., προκύπτει αβίαστα η σε βάθος χρόνου τουλάχιστον μιας εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1969 μέχρι και 1989, αποπνέουσα ενδιάθετη βούληση του Α. Σ. ως προς την σχέση του με το επίδικο ακίνητο και δη η διαρκής και εδραία πεποίθησή του ότι βρίσκεται στην κατοχή αυτού για λογαριασμό των άνω συννομέων, χωρίς να καταλείπεται έστω και ακροθιγώς υπόνοια περί ασκήσεως των προαναφερόμενων διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου για λογαριασμό του με διάνοια κυρίου.
Συγκεκριμένα, στην πρώτη των άνω επιστολών ανταποκρίνεται στην δι' επιστολής επίσης εκφρασθείσα επιθυμία του Ι. Μ. για μέτρηση του κτήματος και αποστολή πρόχειρου σχεδίου μετά των εντός αυτού φυόμενων δένδρων, υποσχόμενος μάλιστα ότι λόγω της αναμόρφωσης του επιδίκου "το καλοκαίρι που θαρθείτε θα ευχαριστηθείτε, γι' αυτό δουλεύω, να σας ευχαριστήσω και να δείτε αν κανείς άλλος εργάζεται στον ...", στη δεύτερη τούτων αναφέρεται λεπτομερώς σε επίσκεψη ανηψιάς του Ι.
Μ. στο επίδικο με το σύζυγό της, που κατά τα εκτιθέμενα διεκδικούσε ιδανικό μερίδιο του ακινήτου, και πως ο ίδιος την απέπεμψε, συνομολογώντας ότι ο ίδιος είναι "πληρεξούσιος του Γ. Μ." και πως ο τελευταίος έχει κάνει τεράστια έξοδα για την αξιοποίησή του, στην τρίτη ενημερώνει λεπτομερώς τον Ι. Μ. για διερεύνηση πρόθεσης πωλήσεως του επιδίκου και αγοράς από τον υποψήφιο αγοραστή Ι.
Γ., συνομολογώντας εκ νέου "ότι είμαι πληρεξούσιος και εργάζομαι μέσα στο κτήμα, είναι δυνατόν να μην έχω αλληλογραφία; (με τον Μ.)", στην τέταρτη ενημερώνει την Έ. χα Ι. Μ. πλέον ότι έγιναν κάποια έργα [κυματοθραύστης] στο λιμάνι μπροστά στο κτήμα και ότι όλα αυτά τα αναφέρει "όχι για να στείλεις χρήματα, αλλά για να μαθαίνετε την αξία της τοποθεσίας αυτής που είναι τεράστια".
Τέλος, στην πέμπτη των άνω επιστολών, αναφερόμενος και πάλι στην Χα Ιω. Μ. την ενημερώνει για την ανάπτυξη που παρουσιάζει τελευταία ο ... και την αξία που έχουν πάρα τα ακίνητα, λέγοντας χαρακτηριστικά "εσείς έχετε τέτοιο σπίτι και τέτοιο κτήμα και την αξία του δεν την ξέρετε", υπενθυμίζοντας μάλιστα στο υστερόγραφό του την μη αμφισβητούμενη και από τους ενάγοντες και αναγνωρισθείσα και από τρίτους προσφορά του στην αξιοποίηση του κτήματός της.
Περαιτέρω, το έτος 1989, κατά τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος από τον Πολιτικό Μηχανικό Γ. Π., το οποίο προσαρτήθηκε στην 1024/1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ο Α. Σ. υπέδειξε τα όρια του επιδίκου ακινήτου για λογαριασμό των τότε συννομέων Έ. Χας Ι. Μ.. και Β. Χ. Γ. Μ., συνυπογράφοντας το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα.
Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα σαφώς συνάγεται ότι ο Α. Σ. για συνολικά 30 έτη περίπου (1960 - 1989) ενεργούσε αποκλειστικά για λογαριασμό των συννομέων του επιδίκου και ουδέποτε εκδήλωσε διάθεση αντιποίησης της νομής τους, αντίθετα μάλιστα εμφαντικώς τόνιζε την για λογαριασμό των άνω συννομέων αξιοποίηση του επιδίκου και υπερηφανευόταν για αυτήν.
Μόλις δε αρχές Απριλίου 2005 και μετά την κοινοποίηση της από 6.4.2005 εξώδικης δήλωσης περί καταγγελίας της συμβάσεως χρησιδανείου ο εναγόμενος αρνήθηκε την οικειοθελή απόδοση του κτήματος των εναγόντων, παρακρατώντας τα κλειδιά της περίφραξης του ακινήτου και των κτισμάτων του. Πρέπει να σημειωθεί (ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι δηλαδή παρά το νόμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις άνω επιστολές που κατατέθηκαν ενώπιον αυτού (Δικαστηρίου) σε φωτοτυπικά αντίγραφα και ατελώς, κατά τον εκκαλούντα, επικυρωμένα, μη αμφισβητώντας τη γνησιότητα της υπογραφής του εκκαλούντος, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ.
α και β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.
β του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις γα τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (ΑΠ 882/2013 ΑΠ 1/2011, ΕλΔ 2011.731,806).
Προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών των εναγόντων, ο εναγόμενος Α. Σ., με την από 15.1.2007 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι ο εκ των δικαιοπαρόχων των εναγόντων-συννομέων, Ι. Μ., περί τον Ιούλιο του 1969, μετά από απουσία πολλών ετών επισκέφθηκε το νησί ...ς και το επίδικο, οπότε ιδιαίτερα ικανοποιημένος από την εικόνα αναβάθμισης του κτήματός του που αντίκρυσε, ενώπιον τρίτων σε καφενείο του χωριού του παραχώρησε, ατύπως, με την έγκριση και των λοιπών συγκυρίων το επίδικο, ώστε στη συνέχεια να το καλλιεργεί και διαχειρίζεται για δικό του λογαριασμό και ότι έκτοτε και μέχρι την κοινοποίηση της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης, ήτοι γα 36 ολόκληρα έτη νέμεται και κατέχει αυτό με διάνοια κυρίου, κατέστη δε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αποκλειστικός κύριος αυτού.
Οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγόμενου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καθόσον το μεν προκύπτει ότι ο Ι. Μ. μόνον το καλοκαίρι του 1970 επισκέφθηκε την Ελλάδα (βλ αντίγραφο Αμερικάνικου διαβατηρίου του με στ. ... του Ι. Μ. σε συνδυασμό με την 33616/2008 ένορκη βεβαίωση της Π. Φ.), το δε διότι, όπως προεκτέθηκε, ο εναγόμενος ασκούσε διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου μέχρι και το 1989 περίπου για λογαριασμό των εναγόντων.
Επομένως, υπό τις ανωτέρω παραδοχές, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι κανένας ενάγων δεν άσκησε πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου από το έτος 1960 μέχρι και το 2005 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο περαιτέρω ισχυρισμός του ότι δήλωνε ο ίδιος και η σύζυγός του τα παραγόμενα εισοδήματα στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, καθώς και μόλις το έτος 2003 περιέλαβε το επίδικο στη δήλωση ακινήτων (Ε9) δεν επάγεται έννομες υπέρ αυτού συνέπειες, καθόσον η μεν εκμετάλλευση και κάρπωση του κτήματος ήταν αντικείμενο της συμβάσεως χρησιδανείου και είχε παραχωρηθεί στον ίδιο και επομένως ορθώς δήλωνε τα εισοδήματά του από αυτό για τυχόν χορήγηση επιδοτήσεων, η δε δήλωση του επιδίκου στο E9 έλαβε χώρα χωρίς να έχει αναγνωρισθεί το σχετικό του δικαίωμα έναντι των εναγόντων και εν αγνοία αυτών και σε ύποπτο χρονικά σημείο, ήτοι μόλις δύο έτη πριν την εκδήλωση διάθεσης αντιποίησης της νομής των εναγόντων>>.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε το μεν να απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος περί κτήσης, με έκτακτη χρησικτησία, της κυριότητας των επίδικων ακινήτων, το δε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων να αναγνωριστούν αυτοί συννομείς των ακινήτων και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να τους τα αποδώσει, απέρριψε δε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, διέλαβε σ` αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της κτήσης της συννομής των επιδίκων από τους αναιρεσίβλητους και της προσβολής της, με αποβολή από αυτά από τον αναιρεσίβλητο, καθώς και της μη κτήσης από τον τελευταίο της κυριότητας αυτών με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες [αιτιολογίες] επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 810 επ., 974, 980, 1045, 1046 ΑΚ .
Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι α) οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τη συννομή των επίδικων ακινήτων, β) παραχώρησαν στον αναιρεσίβλητο την κατοχή τους με σύμβαση χρησιδανείου και όχι με άτυπη δωρεά και, συνακόλουθα εξαιτίας της έλλειψης άσκησης νομής και δη με διάνοια κυρίου, δεν απέκτησε ο τελευταίος την κυριότητα αυτών με έκτακτη χρησικτησία και γ) ο αναιρεσείων τους απέβαλε από τη συννομή τους, με την άρνησή του να τους τα αποδώσει μετά την επίδοση της εξώδικης πρόσκλησης που αναφέρεται.
Με βάση τα παραπάνω ο τέταρτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ, παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του.
Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο.
Με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι αυτός υπέδειξε τα όρια των ακινήτων για λογαριασμών των αναιρεσιβλήτων στον μηχανικό Π. το έτος 1989 για τη σύνταξη τοπογραφικού σχεδιαγράμματος ενόψει πώλησής τους, ενώ στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα επισημειώνεται ότι υπέδειξε τα όρια των ακινήτων ως κύριος αυτών, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού.
Όπως, όμως, προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο τοπογραφικό διάγραμμα , το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ δε αυτών και άλλων έγγραφων, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και μνημονεύονται σε αυτή [απόφαση].
Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ, γι` αυτό και ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ ΚΠολΔικ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔικ.
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν από αυτόν με επίκληση αναφορικά με τη νομή του επιδίκου ακινήτου, την απόδοση του οποίου ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα Γ., που εξετάστηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων και περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Σολίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη <<..... όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση>>, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, δεν ήταν δε αναγκαία ειδική μνεία της μαρτυρικής κατάθεσης που αναφέρεται, η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης και τούτο διότι αυτή δεν αποτελεί ιδιαίτερα αποδεικτικό μέσο διάφορο των εγγράφων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-5-2014 αίτηση για αναίρεση της 35/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ