Legislator Case Law & Legislation
647/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction compensation award, upholding lower court's property rights ruling.

Case Number 647/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of the claimants' compensation request. The claimants sought compensation for expropriated property, which the First Instance Court had awarded based on a prior expropriation decision. The court rejected the appellant's arguments regarding procedural errors and the lack of evidence, finding them unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the claimants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 26 of Law 2882/2001; Articles 1281 and 1288 of the Civil Code: The Supreme Court held that an appeal based on alleged procedural violations or lack of evidence is inadmissible when the lower court correctly relied on established facts and prior judicial decisions regarding property rights.

Keywords

AI generated
expropriation compensation appeal admissibility property rights procedural error judicial precedent legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 26 of Law 2882/2001
Article 1281 of the Civil Code
Article 1288 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 647 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 647/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" νομίμως εκπροσωπούμενου που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Σταυρούλα Μπανάκου, με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 2. Μ.- Π. Σ. του Ι., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Αποστολόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16-5-2010 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:7279/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4255/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-4-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου ανέγνωσε την από 10-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22-4-2013 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 317/2013 αίτηση, διώκεται η αναίρεση της 4255/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα με την από 16/5/2011 και αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 115050/9802/2011 αίτησή, η οποία δικάστηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, οι αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσείον, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, να τους καταβάλει το σ'αυτήν αναφερόμενο ποσό ως αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία των, για την οποία αναγνωρίστηκαν αμετάκλητα δικαιούχοι με την 266/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επ' αυτής εκδόθηκε η 7279/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει σε καθεμία των αναιρεσιβλήτων ποσοστό 5/12 του κατατεθέντος ποσού αποζημίωσης. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος εκδόθηκε η 4255/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία την απέρριψε (την έφεση), και επικύρωσε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά τους ορισμούς του άρθρου 26 του ν. 2882/2001, α. η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την οριζόμενη από το εν λόγω άρθρο διαδικασία (παρ. 1), β. Αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε (παρ. 2).

γ. Το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημιώσεως με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως (παρ. 6). δ. η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημιώσεως ή αναζητήσεως αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής (παρ.12).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως με βάση τα υπάρχοντα στην διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο, έναντι πάντων, για το ποιος είναι δικαιούχος εισπράξεως της αποζημιώσεως και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ` αυτού κτισμάτων, τα οποία το δικαστήριο ερευνά ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται στο εμβαδόν και το όγκο που αναγράφονται στα στοιχεία της κτηματογραφήσεως (κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα), κατέστη δε το Μονομελές Πρωτοδικείο αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα (Ολ ΑΠ 9/1989).

Με βάση το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση και εκείνη περί προσδιορισμού της αποζημιώσεως υποχρεούται το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων να αποδώσει στον αναγνωρισθέντα το προκύπτον από αυτές ποσό αποζημιώσεως.4. Με την καταβολή της αποζημίωσης στο δικαιούχο που αναγνωρίστηκε δικαστικώς, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και ευθύνη απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο διεκδικητή ή δικαιούχο.

Ευθύνη απέναντι σε αυτούς έχει εκείνος που εισέπραξε την αποζημίωση. Κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2882/2001 κάθε σχετική διαφορά λύεται οριστικά από το Μονομελές πρωτοδικείο κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Η εκδιδόμενη επ` αυτής απόφαση, η οποία τέμνει οριστικώς την διαφορά, χωρίς δικονομική δυνατότητα ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεώς της, υπόκειται στα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως (ΑΠ 1716/1998).

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Εξάλλου ο από τον αριθμό 10 αρθ.559 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποιά αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη γι αυτή. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).- Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση,για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση και εφαρμογή των διατάξεων των αρθ. 1281 και 1288 ΑΚ, που συνίσταται ότι παρά την ύπαρξη υποθηκών υπέρ τρίτων και συγκεκριμένα της Εθνικής και Εμπορικής Τράπεζας , επί των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων, έκανε δεκτή την αίτηση των αναιρεσίβλητων και το υποχρέωσε να καταβάλει από την κατατεθείσα αποζημίωση, ποσοστό ίσο με εκείνο της κυριότητάς των επί των απαλλοτριωθέντων ακινήτων .

Με τον δεύτερο λόγο για παραβίαση του αριθμού 10 διότι διαμόρφωσε το αποδεικτικό της πόρισμα χωρίς να διατάξει αποδείξεις και τον τρίτο για πλημμέλεια εκ του αριθμού 19, διότι διέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς την ταυτότητα των ακινήτων, για τα οποία έχει κατατεθεί η απαλλοτρίωση, με εκείνα για τα οποία αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι οι αναιρεσίβλητες.

Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι πιθαναλογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ' αριθμ 1007960/ 1048/ 0010/ 31-3-2000 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 221 Δ/7-4-00) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη συμπληρωματική διευθέτηση του ρέματος Παναγίτσας στη Γεωγραφική Ενότητα Α19 της Δυτικής Περιφερειακής Λεωφόρου Υμηττού, έκτασης συνολικού εμβαδού 3608 τετ.

μέτρων. Η εδαφική αυτή έκταση βρίσκεται στις κτηματικές περιφέρειες των Δήμων Παλλήνης και Γέρακα Αττικής και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από 24-6-1999 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων (Δ12) του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει η Μ.Ε.

Κ. στις 26-6-1999 και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της εν λόγω Διεύθυνσης Κ. Δ. στις 11-10-1999. Με επίσπευση του υπερού η απαλλοτρίωση, Ελληνικού Δημοσίου ,εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1215/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης της ως άνω εδαφικής έκτασης και των επικειμένων της που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την ως άνω υπουργική απόφαση.

Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνονται και εκείνα με αριθμό ΚΠ 400, εμβαδού 186,00 τ.μ., και με αριθμό ΚΠ 522, εμβαδού 373,00 τ.μ. με τα επ' αυτού επικείμενα, (μία μεγάλη ελιά και ένα αμπέλι), με φερόμενο ιδιοκτήτη στον οικείο κτηματολογικό πίνακα τον αδελφό των αιτουσών Α. Σ. του Ι.. Ακολούθως, οι αιτούσες με την από 6-6-2008 ,(αριθμ.

Καταθ. 825/25- 6-2008), αίτησή τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου αφού επικαλέσθηκαν κυριότητα επί των ως άνω απαλλοτριουμένων ακινήτων κατά ποσοστό 5/12 εξ αδιαιρέτου καθεμιά, ζήτησαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίσθηκε γι' αυτά προσωρινά με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 266/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγινε δεκτό το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητάς τους επί των πιο πάνω ακινήτων κατά ποσοστό 5/12 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά και ότι επί των ακινήτων αυτών δεν υπάρχουν βάρη ή διεκδικήσεις τρίτων σε βάρος των αιτουσών, οι αιτούσες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι κατά ποσοστό 5/12 η καθεμιά της κάθε είδους αποζημίωσης που καθορίσθηκε με την πιο πάνω υπ' αριθμ. 1215/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ορίσθηκε δε με αυτή ότι η απόδοση της αποζημίωσης στις αιτούσες θα γίνει ελεύθερα και χωρίς όρους.

Με βάση την απόφαση αυτή, που κοινοποίησαν στο καθού η αίτηση Ταμείο, οι αιτούσες ζήτησαν από αυτό την απόδοση κατά το παραπάνω ποσοστό σε καθεμία του κατατεθέντος ποσού αποζημιώσεως για τα ως άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους, πλην όμως, το καθού αρνείται την απόδοση. Το καθού η αίτηση Ταμείο ισχυρίζεται, ότι αρνείται την απόδοση της αποζημίωσης, διότι υπάρχουν αντικρουόμενες αποφάσεις για τα ίδια ακίνητα, με ή χωρίς την ύπαρξη βαρών επ' αυτών και συνακόλουθα αδυναμία ταυτοποίησης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με τα ακίνητα που περιγράφονται στα προσκομισθέντα από τις αιτούσες πιστοποιητικά, καθώς και αδυναμία διακρίβωσης της τυχόν εξάλειψης των υφισταμένων βαρών και ως εκ τούτου αδυνατεί να αποδώσει με ασφάλεια στις αιτούσες το ποσό της κατατεθείσας αποζημίωσης.

Συγκεκριμένα επικαλείται την υπ' αριθμ. 600/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αιτήσεως των νυν αιτουσών και αφορά τα με αριθμούς Κ.Π. 399, 400 και 522 ακίνητα, εμβαδού 1310 τ.μ., 836 τ.μ. και 826 τ.μ. αντίστοιχα, που αποτελούν Τμήμα έκτασης 16.248 τ.μ., η οποία απαλλοτριώθηκε με την Κ.Υ.Α. 1090847/ 6033/ 0010/ 20-8-1996 για τη διευθέτηση του ρέματος Παναγίτσας στο Δήμο Γέρακα, στην οποία αναφέρεται η ύπαρξη επ' αυτών βαρών, (υποθηκών), υπέρ της Εθνικής Τράπεζας και της Εμπορικής Τράπεζας, την υπ' αριθμ. 268/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης εκδόθηκε επί αιτήσεως των νυν αιτουσών, με την οποία αυτές αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι κατά ποσοστό 5/12 καθεμιά της αποζημίωσης για τα ίδια ως άνω ακίνητα με αριθμούς ΚΠ 399, 400 και 522 χωρίς αναφορά ύπαρξης βαρών επ' αυτών, όπως μνημόνευε η προαναφερόμενη (600/2005) απόφαση, και, τέλος, την υπ' αριθμ. 627/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης εκδόθηκε επί αιτήσεως των νυν αιτουσών, με την οποία οι αιτούσες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης των με αριθμού Κ.Π. 397, 399 και 400 ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν με την υπ' αριθμ.

Δ12/33769/26-7-1996 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ για τη διάνοιξη της ΔΠΛ Υμηττού, σε ποσοστό 4/12 καθεμιά, με μνεία ύπαρξης υποθήκης επ' αυτών υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας. Οι παραπάνω αποφάσεις αφορούν εδαφικές εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν με διαφορετικές υπουργικές αποφάσεις και τα αναφερόμενα σε αυτές απαλλοτριωθέντα ακίνητα, για τα οποία οι αιτούσες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αποζημίωσης, με ή χωρίς βάρη, δεν είναι ίδια με τα ακίνητα που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 266/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επίσης οι αιτούσες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αποζημίωσης.

δεν υπάρχουν αντικρουόμενες αποφάσεις για την επίδικη αποζημίωση, αφού οι επικαλούμενες ως άνω αποφάσεις αφορούν άλλες απαλλοτριώσεις και όχι την επίδικη. Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι μπορεί να αποκτηθεί υποθήκη και σε συγκεκριμένο μόνο Τμήμα ενός ακινήτου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι στα επίδικα ακίνητα (με αριθμό ΚΠ 400 και 522), που αποτελούν τμήματα μείζονος αγροτεμαχίου, εμβαδού 10.687,40 τ.μ., υπήρχαν βάρη, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν.

Άλλωστε, η υπ' αριθμ. 266/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναγνώρισε τις αιτούσες δικαιούχους κατά ποσοστό 5/12 καθεμιά της αποζημίωσης για τα ως άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα (ΚΠ 400 και 522) χωρίς μνεία ύπαρξης βαρών επί των εν λόγω ακινήτων, αποτελεί δεδικασμένο, έναντι πάντων, για το ότι οι αιτούσες είναι δικαιούχοι εισπράξεως της αποζημιώσεως και για το ότι δεν υπάρχουν βάρη επί των απαλλοτριουμένων.

Επομένως, με βάση το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω απόφαση και την απόφαση περί προσδιορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων, υποχρεούται το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων να αποδώσει στις αιτούσες το ποσό της αποζημιώσεως που προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις.

Ενόψει αυτών το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. ...." Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και το αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει την απαιτουμένη αιτιολογία, ειδικότερα κατά το μέρος που απορρίπτεται η αιτίαση για ύπαρξη αντικρουόμενων αποφάσεων εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατή η ταυτοποίηση του ακινήτου για το οποίο αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αποζημιώσεως οι αναιρεσίβλητες ,δεδομένου ότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, με αποτέλεσμα το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου των άρθ.1288 και 1281 ΑΚ να μη έχει παραβιαστεί ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ.

Επίσης δεν προέκυψε ότι δικαστήριο δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 αρθ 559 Κ.Πολ.Δ επικαλούμενη πλημμέλεια για παράβαση της διάταξης του αρθ.1288 ΑΚ οποία προβλέπει την δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης και την διανομή της με την διαδικασία κατάταξης αφού η άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση που η αποζημίωση επιδικάστηκε σε εκτέλεση της 268/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης οι αναιρεσίβλητες χωρίς την ύπαρξη βαρών.

Και ναι μεν το αδιαίρετο, το οποίο αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 1281ΑΚ έχει την έννοια ότι το ενυπόθηκο ή προσημειούμενο ακίνητο, ακόμη και αν τεμαχιστεί, καθίσταται ολόκληρο υπόχρεο για ολόκληρη την ασφαλιζόμενη απαίτηση, δηλαδή για το ποσό μέχρι το οποίο έχει επιτραπεί η υποθήκη ή η προσημείωση πλήν, όμως, στην προκειμένη περίπτωση η 268 /09 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου η οποία παράγει ,έναντι πάντων, δεδικασμένο ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης, αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει βάρος επί του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε και της αποζημίωσης για την οποία κρίθηκαν δικαιούχοι οι αναιρεσίβλητες.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 αρθ.559 Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, Το ίδιο ως αβάσιμος είναι απορριπτέος και ο εκ του αριθμού 10 αρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ,αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια ότι, δηλαδή, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως αληθή πραγματικά περιστατικά, χωρίς να τάξει αποδείξεις, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια δεδομένου ότι από τις πιο πάνω παραδοχές, αποδεικνύεται ότι έλαβε υπόψει της για την απόδειξη των ισχυρισμών αυτού και των αναιρεσιβλήτων, έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, μάλιστα δε, ορισμένα αυτών αναλύει διεξοδικά αναφέροντας τι αποδεικνύεται από καθένα. - Με βάση τα ανωτέρω πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, και, καταδικαστεί στο αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων οι οποίες παρέστησαν και κατάθεσαν προτάσεις (182 Κ.Πολ.Δ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝ.ΚΠολΔ., και της παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 από 8-12- 1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, (Φ.Ε.Κ. τ. Β` αριθ. 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987) εφόσον η νομική εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος γίνεται από το ΝΣΚ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2013 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 317/2013 αίτηση αναιρέσεως της 4255/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .-

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300.)

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ