Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds where lower court rejected claim as legally unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting the employment dispute. The appellant argued that the employer's refusal to promote him to a supervisory position was abusive due to his superior qualifications compared to other candidates. The court held that the appeal arguments were inadmissible because the lower court had already rejected the claim as legally unfounded without making a substantive ruling on the merits. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652, 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court lacks jurisdiction to review a lower court's decision rejecting a claim as legally unfounded, as such decisions preclude the necessary substantive examination required for appeal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 647 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 647/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Επαμεινώνδα Τσαντή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπη Τάραντο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1460/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6362/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/1/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 14/2/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24/1/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εργοδότης ασκώντας το από τα άρθρα 648 και 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού, για εργασία καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο. Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα, προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησης του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή έναν άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και ον είναι καταφανής, δεν καθιστά άκυρη την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος ως καταχρηστική.
Και τούτο διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την Οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως είναι η ειδική γνώση του αντικειμένου, η διοικητική ικανότητα η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσής τους η μεγάλη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας, τα οποία σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση εκ μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.
Α.Π. 19 /2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 5 παρ. 2 3 και 4 του Κανονισμού Προσωπικού ΕΥΔΑΠ."‚που εγκρίθηκε με το άρθρο μόνο του Π.Δ.597 /1985, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' 211 /1985) και έχει ισχύ νόμου, και με το οποίο ορίζονται τα της υπηρεσιακής κατάστασης των εργαζομένων, "2. Σε περίπτωση συνυπηρετήσεως α) Οι υπάλληλοι της κατηγορίας (ΑΤ) ΤΙ του Κλάδου Τ προΐστανται αδιάκριτα με το βαθμό που κατέχουν των υπαλλήλων των κατηγοριών Τ2.(ΑΡ)‚Τ3,(ΜΕ) Τ4 κτλ του ίδιου Κλάδου. .3.
Σε κάθε άλλη όμως περίπτωση, η αρχαιότητα του υπαλλήλου είναι ουσιαστικός παράγων για κάθε κρίση ή επιλογή ή τοποθέτηση του υπαλλήλου. 4. Σε περίπτωση που υπάλληλοι διαφόρων κλάδων έχουν τον ίδιο βαθμό, το προβάδισμα το έχει ο υπάλληλος που συγκεντρώνει τον περισσότερο χρόνο από την προαγωγή του στο βαθμό αυτό" και κατά το άρθρο ό του αυτού Κανονισμού Προσωπικού με το οποίο προβλέπονται οι εισαγωγικοί βαθμοί πρόσληψης και οι βαθμοί εξέλιξης ορίζεται ότι "Κλάδος Τ Τεχνικό Προσωπικό 1ος Προϊστάμενος Τεχνικών Υπηρεσιών Α‚ 2ος Προϊστάμενος Τεχνικών Υπηρεσιών Β 3ος Τεχνικός Τμηματάρχης Α ...".
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 8, 10 και 24 του ως άνω Κανονισμού που ορίζουν ότι, α) Οι εργαζόμενοι στην ΕΥΔΑΠ χαρακτηρίζονται ως άριστοι, λίαν καλοί, καλοί κλ.π.‚ ότι οι χαρακτηριζόμενοι ως άριστοι ή λίαν καλοί προάγονται κατ' εκλογή και οι χαρακτηριζόμενοι ως καλοί προάγονται κατ' αρχαιότητα και ότι στα φύλλα Κρίσης είναι απαραίτητο να αναγράφονται, εκτός από τη βαθμολογία τους και όλα τα συγκεκριμένα στοιχεία που δικαιολογούν τέτοιους χαρακτηρισμούς (άρθρο 8), β) ότι οι προαγωγές του μόνιμου προσωπικού γίνονται από το Γενικό Διευθυντή της Εταιρείας‚ ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και επικυρώνονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου‚ότι το Υπηρεσιακό Συμβούλιο γνωμοδοτεί αφού λάβει υπόψη του την κατάταξη των Α Β Συμβουλίων Προαγωγών‚υπομνήματα που τυχόν έχουν υποβληθεί από τους ενδιαφερόμενους στην Υπηρεσία Προσωπικού, καθώς και τα φύλλα Κρίσης και στοιχεία από τον ατομικό φάκελο των εργαζομένων και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την προαγωγή κάθε εργαζόμενου είναι να υπάρχει κενή οργανική θέση στο βαθμό που προάγεται, να υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο αποδεικτικά των τυπικών προσόντων που απαιτούνται και να έχει συμπληρώσει στο βαθμό που υπηρετεί τον απαιτούμενο χρόνο (άρθρο 10) και γ) ότι το τακτικό, το έκτακτο και το μόνιμο προσωπικό, ανεξάρτητα με τον τρόπο πρόσληψής του, τοποθετείται, μετατίθεται και αποσπάται από το Γενικό Διευθυντή της Εταιρείας σε οποιαδήποτε θέση και περιοχή για την εκτέλεση υπηρεσίας ανάλογα με τις ανάγκες της Εταιρείας και κάτω από τον περιορισμό του άρθρου 7 του Νόμου 2112/1920 (μετάθεση στην αλλοδαπή), (άρθρο 24) σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 2‚3 και 4 και ό του ως άνω Κανονισμού και το άρθρο 281 ΑΚ προκύπτει, ότι για την προαγωγή του προσωπικού της ΕΥΔΑΠ‚ για την οποία απαιτούνται λιγότερα προσόντα σε σχέση με τα απαιτούμενα για τοποθέτηση σε θέση προϊσταμένου ή Αναπληρωτή Διευθυντή, ο προς προαγωγή υπάλληλος πρέπει να έχει τα προαναφερθέντα τυπικά (αρχαιότητα, τίτλοι σπουδών κ.λπ.) αλλά και ουσιαστικά προσόντα (χαρακτηρισμοί στα φύλλα ελέγχου κ.ά.).
Επομένως‚μόνη η αρχαιότητα δεν μπορεί να θεμελιώσει αξίωση για τοποθέτηση σε θέση προϊσταμένου ή αναπληρωτή διευθυντή, με βάση τις ως άνω διατάξεις του Κανονισμού Προσωπικού της ΕΥΔΑΠ (άρθρα 5 παρ. 2, 3 4, και 6) σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ αφού εκτός από την αρχαιότητα και την καταφανή υπεροχή του παραληφθέντος έναντι των τοποθετηθέντων απαιτείται επιπρόσθετα και η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδυαζόμενα θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα της αποφάσεως του εργοδότη να μην τοποθετήσει τον υπάλληλο που διαθέτει τα προσόντα αυτά σε θέση προϊσταμένου ή αναπληρωτή διευθυντή.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε σ' αυτή ότι προσελήφθη από τον Οργανισμό Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (ΟΑΠ) την 1/9/ 1976, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι μετά τη συγχώνευση το έτος 1980 του ΟΑΠ με την Ελληνική Εταιρεία Υδάτων σε ενιαίο φορέα (την εναγομένη ΕΥΔΑΠ) μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής στον 30 βαθμό της κατηγορίας προσωπικού ΑΤΤΙ (διπλωματούχοι μηχανικοί ΕΜΠ), ότι την 1/4/1990 προήχθη στον 1° βαθμό αποκτώντας έτσι βάσει της επετηρίδας, την ιδιότητα του Διευθυντή, ότι η εναγομένη από το έτος 1997 μέχρι τις 30 / 9 / 2004 παρέλειπε να τον τοποθετήσει σε θέση Προϊσταμένου ή Αναπληρωτή Διευθυντή αν και διέθετε τα τυπικά και ουσιαστικά προς τούτο προσόντα και υπερείχε καταφανώς των αναφερομένων συναδέλφων του, που τοποθετήθηκαν σε τέτοιες θέσεις και ότι εξαιτίας της αντισυμβατικής και αντιτιθέμενης στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος συμπεριφοράς της εναγομένης απώλεσε τα εις αυτή χρηματικά ποσά (επίδομα παράστασης και θέσης Προϊσταμένου)‚ζήτησε δε μ' αυτή να αναγνωρισθεί ότι η συμπεριφορά της εναγομένης να μην τον τοποθετήσει σε θέση Προϊσταμένου ή Αναπληρωτή Διευθυντή αντίκειται στον Κανονισμό Προσωπικού της εναγομένης που εγκρίθηκε με ιο Π.Δ. 597 / 1985 και έχει ισχύ νόμου σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ για την οποία δικαιούται το επίδομα θέσης Προϊσταμένου Υπηρεσίας, είναι καταχρηστική και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει τα εις αυτή χρηματικά ποσά για την προεκτεθείσα αιτία, καθώς και το ποσό των 8.804, 11 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι μη νόμιμη καθόσον μόνη η επικαλούμενη αρχαιότητα του αναιρεσείοντος έναντι των συναδέλφων του, δεν δημιουργεί νόμιμη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2, 3 και 4 και του άρθρου ό του Κανονισμού Προσωπικού της να τον τοποθετήσει σε θέση ευθύνης ή να του καταβάλλει το επίδομα θέσης.
Επιπλέον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι εκτός από την καταφανή υπεροχή του έναντι των αναφερομένων συναδέλφων του, οι οποίοι τοποθετήθηκαν σε θέση προϊσταμένου, συνέτρεχαν στο πρόσωπό του και άλλες περιστάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με την επικαλούμενη καταφανή υπεροχή του σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι των ως άνω συναδέλφων του, καθιστούσαν πράγματι καταχρηστική την άσκηση του ως άνω διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά τη ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.Α.Π. 44/1990). Επίσης ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας προϋποθέτουν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 13 του Κ.Πολ.Δ για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως λόγοι αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, α) με τον Πρώτο λόγο αναιρέσεως μέρος δεύτερο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών β) με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο και Τρίτο λόγο αναιρέσεως μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ισχυρισμών του Περί καταφανούς υπεροχής του έναντι των συναδέλφων του που τοποθετήθηκαν σε Θέση Προϊσταμένου και γ) με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. για εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως ως προς την καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, να μην τον τοποθετήσει σε Θέση Προϊσταμένου.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι καθόσον το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης‚προϋπόθεση της οποίας είναι η στοιχειοθέτηση των ως άνω λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 / 1/ 2011 αίτηση για αναίρεση της 6362 / 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ