Legislator Case Law & Legislation
647/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissibility of ownership claims in common property.

Case Number 647/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Church and a company against the First Instance Court's decision. The appellants argued that the municipality's claim to common property was inadmissible because it lacked registration in the public records. The court ruled that this argument constituted a procedural defect regarding inadmissibility, which cannot be raised via appeal against lower court judgments. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment of a Peace Court or a First Instance Court on an appeal from a Peace Court judgment is admissible only for specific substantive or jurisdictional errors; a claim that a matter was inadmissible due to lack of registration is a procedural defect not subject to appeal.

Keywords

AI generated
common property inadmissibility public records appeal admissibility procedural defect municipal ownership legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, No. 45/3987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 647 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Κοινόχρηστα πράγματα, καθιστάμενα τοιαύτα με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (δύο γενεές για 40+40=80 έτη να μη γνώρισαν διαφορετική κατάσταση) υπό το προϊσχύσαν B.R. Δίκαιο, αναγνωρίζονται ως κοινόχρηστα και υπό τον Α.Κ: Αλυσιτελής παραίτηση κοινότητας από το δικαίωμα κυριότητάς της σε κοινόχρηστο πράγμα με απόφαση Δ.Σ της και με δήλωση σε πρακτικά δικαστηρίου διότι: α) Ως μονομερής δικαιοπραξία επιφέρει αποτελέσματα απόσβεσης του δικαιώματος κυριότητας αλλά καθίσταται αυτοδικαίως διάδοχος της παραιτηθείσης κοινότητας το Δημόσιο (156 και 968 ΑΚ). β) εάν αφορά η παραίτηση και την κοινοχρησία είναι ανίσχυρη, λόγω του αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα των κοινοχρήστων εκτός συναλλαγής (970 ΑΚ) πραγμάτων και της μη δυνατότητας μεταβολής του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους, χωρίς προηγούμενη μεταβολή της νομικής ή πραγματικής καταστάσεώς τους. Σε κάθε περίπτωση η παραχώρηση δικαιωμάτων δεν μπορούσε να αναιρεί την κοινή χρήση και είναι παράνομη η προσβολή της προσωπικότητας με τον τρόπο αυτό οποιουδήποτε παρακωλύεται να χρησιμοποιεί κοινόχρηστο πράγμα (57 ΑΚ).

Αριθμός 647/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ιερός Ναός Υπεραγίας Θεοτόκου Κασσωπήτρας" που εδρεύει στην πρώην κοινότητα Κασσιώπης Κερκύρας και νυν Δήμο Κασσωπαίων και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ξ. Γ. και Σία Ο.Ε." που εδρεύει στον οικισμό Κασσιώπης του Δήμου Κασσωπαίων, 3.Σ. Κ. του Ε., κατοίκου οικισμού Κασσιώπης του Δήμου Κασσωπαίων και 3. Α. Γ. του Ξ., κατοίκου Κασσιώπης Κέρκυρας. Οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πελέκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ., και ο τρίτος δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Κ. του Ε., 2. Α. Κ. του Ε. αμφοτέρων κατοίκων και δημοτών Κασσιώπης, Δήμου Κασσωπαίων Κέρκυρας και 3. της ομόρρυθμης εταιρείας που εδρεύει στον Δήμο Κασσωπαίων με την επωνυμία "Κ. Ο.Ε" και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Σταθόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Όρους Κέρκυρας (Τακτική Διαδικασία). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 77/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2008 αίτησή της και των από 25.9.2009 προσθέτων λόγων .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 5-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δικ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή του ενδίκου μέσου γίνεται από τον δικαιούχο με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή με δικόγραφο επιδιδόμενο στον αντίδικο του παραιτουμένου, χωρίς συναίνεση τούτου και έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή ή το ένδικο μέσο θεωρούνται πως δεν ασκήθηκαν, επιφέροντας κατάργηση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι δυο τελευταίοι αναιρεσείοντες με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρο τους παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά συνέπεια πρέπει, ως προς αυτούς τους αναιρεσείοντες, να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, έναντι των οποίων επιδιώκεται και είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναίρεση αυτής.

Συνεπώς είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς τους οποίους δεν υφίσταται έτσι έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου εκτός αν προβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 του Κ.Πολ.Δ., έννομο συμφέρον προς αντικατάσταση των αιτιολογιών της αποφάσεως, διότι δημιουργούν δυσμενές σε βάρος του νικήσαντος διαδίκου δεδικασμένο, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αναίρεση της αποφάσεως κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 525/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της, στρέφεται κατά της 77/2008 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης-ενάγουσας κατά των αναιρεσειόντων-εναγομένων. Επομένως, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε απορριπτέα έναντι των αναιρεσειόντων η αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης και οι προβαλλόμενοι με το αναιρετήριο και το πρόσθετο δικόγραφο λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται σε πλημμέλειες ως προς την κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για την παραδοχή της αγωγής των δύο λοιπών αναιρεσιβλήτων, χωρίς να προβάλλεται αίτημα και συναφές έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων προς αντικατάσταση των αιτιολογιών που στηρίζουν την απορριπτική διάταξη ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, είναι έναντι της τελευταίας η αίτηση αναιρέσεως απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Ο κατά το άρθρο 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562§2 εδ.

γ Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94§§1 και 2 του Συντάγματος "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει" (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 §1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας είναι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 1/91, 2/93).

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεπιμπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλειστεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (Ολ. ΑΠ 447/1984).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 970 του ΑΚ, "σε κοινόχρηστα πράγματα μπορούν να αποκτηθούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η από την αρχή παραχώρηση ιδιαίτερων ιδιωτικών δικαιωμάτων σε κοινόχρηστο πράγμα, εφόσον παρακωλύεται έτσι η κοινή χρήση, δεν αίρει το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας του φυσικού προσώπου.

Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 21-6-2001 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Όρους Κερκύρας, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.), εξέθεταν ότι το πρώτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ιερός ναός) με σύμβαση μίσθωσης, κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει τη χρήση προς τη δεύτερη εναγόμενη-αναιρεσείουσα και τους τρίτο και τέταρτο εναγομένους-αναιρεσείοντες 135 και 110 τ.μ.

αντιστοίχως από μία δημοτική πλατεία, συνολικού εμβαδού 335 τ.μ., με την ονομασία "Φόρος", κείμενη εντός του οικισμού Κασσιώπης του Δήμου Κασσωπαίων, πρώην ομώνυμης Κοινότητας, στην οποία είχε περιέλθει κατά κυριότητα με την από αμνημονεύτου χρόνου παράδοσή της στην κοινή χρήση και χρήση της από τους κατοίκους της εν λόγω κοινότητας (ήδη Δήμου), οι δε τρεις τελευταίοι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες κατέλαβαν το εκμισθωθέν σ' αυτούς τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας και με σιδηροκατασκευή και στέγαστρο, κατ' αποκλειστική χρήση τούτου, εξυπηρετούν την πελατεία γειτονικών καταστημάτων τους, σε τρόπο ώστε να αναιρείται η κοινή χρήση του μεγαλύτερου μέρους της πλατείας με τον τρόπο αυτό και να προσβάλλεται το δικαίωμα της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι γι' αυτό ζήτησαν την άρση της προσβολής, την παράλειψη αυτής στο μέλλον και την επιδίκαση υπέρ αυτών χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης τους.

Με το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής ήχθη προς κρίση στο Ειρηνοδικείο Όρους έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, που αφορούσε: α) την ιδιότητα του εκμισθωθέντος από τον πρώτο προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες χώρου ως τμήματος δημοτικής-και άρα κοινόχρηστης και εκτός συναλλαγής-πλατείας (άρθρα 966-967 του ΑΚ) και β) την προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας ως προς τους αναιρεσιβλήτους που ήταν φυσικά πρόσωπα, λόγω αποκλεισμού της χρήσης μέρους της κοινόχρηστης πλατείας από τους αναιρεσείοντες, ως προϋπόθεση θεμελιώσεως των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής (άρθρο 57-59 και 932 του ΑΚ).

Περαιτέρω το αναφυέν, κατά πρόταση των αναιρεσειόντων-εναγομένων, διοικητικής φύσεως ζήτημα ως προς τη νομιμότητα της δημοπρατήσεως των επίμαχων χώρων της πλατείας, από τον πρώτο αναιρεσείοντα (ιερό ναό), ως προς το οποίο υπήρχε αρμοδιότητα παρεμπίπτουσας εξετάσεως του από το Ειρηνοδικείο και Πολυμελές Πρωτοδικείο, ανεξάρτητα από την παράλληλη προσφυγή των διαδίκων στο Συμβούλιο Επικρατείας (χωρίς να έχει εκδοθεί σχετική απόφαση τούτου), αλυσιτελώς προτείνεται σε κάθε περίπτωση ως λόγος, έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την κρινόμενη υπόθεση, αφού και αν ακόμα η δημοπράτηση των κοινόχρηστων χώρων και η παραχώρηση ιδιωτικών δικαιωμάτων επ' αυτών συντελέσθηκε στα πλαίσια υπάρχοντος δικαιώματος του πρώτου αναιρεσείοντος, εφόσον παρακωλυόταν η κοινή χρήση, δεν μπορούσε να αρθεί η εξαιτίας τούτου παράνομη προσβολή της προσωπικότητας των φυσικών προσώπων-δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (βλ.

άρθρο 970 του ΑΚ). Η ύπαρξη δε της κοινοχρησίας της επίδικης πλατείας, ως προϋποθέσεως προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που δεν συνιστούσε διοικητική διαφορά, μπορούσε επίσης να εξετασθεί παρεμπιπτόντως στη δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ των διαδίκων και δεν ήταν απαραίτητο να κριθεί ιδιαιτέρως σε δίκη μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος ιερού ναού και του φερόμενου ως κυρίου της κοινόχρηστης πλατείας Δήμου Κασσωπαίων, αφού προέχον προκριματικό ζήτημα αποτελούσε η κοινοχρησία της πλατείας και όχι ο δημοσίου χαρακτήρα φορέας, στον οποίο αυτή ανήκε κατά κυριότητα.

Επομένως ο αντίθετος πρώτος από το αναιρετήριο και το δικόγραφο προσθέτων λόγων, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ.3 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 §2 του Κ.Πολ.Δ., "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.

ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/1987), όπως συμβαίνει τούτο και επί αοριστίας της αγωγής. Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Με τον δεύτερο από το αναιρετήριο κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε για νομική αοριστία την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 970 ΑΚ δεν προσδιόριζε σε ποια έκταση αναιρείται η κοινοχρησία της επίδικης πλατείας από την παραχώρηση της χρήσης τμήματος της στους τρεις τελευταίους αναιρεσείοντες και προσβάλλεται έτσι το δικαίωμα της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αοριστία της αγωγής των αναιρεσιβλήτων είχε προταθεί από τους αναιρεσείοντες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 57 εδ.α' του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της.

Τέτοια προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλύεται η χρήση κοινόχρηστης οδού. Από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 59 του ΑΚ προκύπτει ότι, με την καθιέρωση κάποιου πράγματος ως κοινοχρήστου, το άτομο αποκτά εξουσία χρήσεως αυτού, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άμεση εξουσία επί του πράγματος (νομή, οιονεί νομή ή κατοχή), είναι όμως απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η εξουσία δε αυτή χρήσεως, που προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακωλύσεως της κοινής χρήσεως, ως έκφανσης της προσωπικότητας του πολίτη, περικλείει την ικανότητα για ακώλυτη ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας και προστατεύεται από το άρθρο 57 Α.Κ., που επιβάλλει, όπως εκτέθηκε, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, ενώ επί πλέον δικαιούται το προσβαλλόμενο φυσικό πρόσωπο να απαιτήσει, κατ' άρθρο 59 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για την εκ της προσβολής ηθική του βλάβη.

Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου δημιουργείται αφενός σχέση της πολιτείας ή άλλου φορέα δημόσιας εξουσίας (δήμου, κοινότητας κλπ) προς το πράγμα και αφετέρου σχέση του πολίτη προς αυτό, που συνίσταται στην εξουσία να το χρησιμοποιεί ελεύθερα μέσα στα όρια του προορισμού του. Η εξουσία του δε αυτή, που απορρέει από το προστατευόμενο δικαίωμα του επί της προσωπικότητας του (άρθρο 57 του ΑΚ), αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας που είναι στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, συνταγματικώς προστατευόμενη (άρθρο 5 §1 του Συντάγματος).

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 969, 970, 971 και 1054 του ΑΚ εκτός συναλλαγής πράγματα είναι και τα κοινόχρηστα, στα οποία περιλαμβάνονται οι οδοί και οι πλατείες, ως προεκτάσεις και διευρύνσεις των οδών, οι οποίες, αν δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτες νομής, άρα και κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, αποβάλλουν δε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, αν έπαυσε να εξυπηρετείται ο εν λόγω προορισμός από φυσικά εμπόδια ή μεταβολές στη νομική κατάσταση αυτών.

Τα κοινής χρήσεως πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτόν από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους, που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νομίμων διατυπώσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ Β. Ρωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. 43.7, ν.2 παρ.8 Πανδ.39.3, ν.28 Πανδ.22.3) ιδιωτικό ακίνητο ελάμβανε την ιδιότητα κοινοχρήστου και με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), με την οποία κυρούται ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπάρχει πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να την εγνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως για χρονική περίοδο 80 (40 + 40) ετών τουλάχιστον.

Η από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν προβλέπεται από τον ΑΚ, διατηρείται όμως η δυνάμει αυτής μέχρι την εισαγωγή του (23-2-1946) αποκτηθείσα ιδιότητα του πράγματος ως κοινής χρήσεως (άρθρου 51 Εισ. Ν.Α.Κ.). Μετά την εισαγωγή του Α.Κ. μπορεί εμμέσως να επιτευχθεί παρόμοιο με το εξ αυτής αποτέλεσμα, δυνάμει του άρθρου 281 Α.Κ., αν ο κύριος επί μακρό χρόνο άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση ανεχόμενος ή, πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως.

Αυτό, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο για να χρησιμεύσει ως κοινόχρηστη οδός ή πλατεία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε την έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην πρώην Κοινότητα Κασσιώπης και ήδη Δήμο Κασσωπαίων βρίσκεται η επίδικη έκταση, η οποία έχει εμβαδό 335τ.μ.

και συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό, νότια εν μέρει με ακίνητο των αδερφών Σ. και Α. Κ. και εν μέρει με ακίνητο των αδερφών Δ. και Σ. Κ., δυτικά με δημοτική οδό και ανατολικά με το υπό στοιχεία … κτίσμα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου. Ο ως άνω επίδικος χώρος μέχρι το έτος 1940, οπότε και έγινε η πρώτη επιχωμάτωση προς την πλευρά της θάλασσας στα βορειανατολικά, είχε μικρότερη έκταση, έλαβε δε τη σημερινή του μορφή μετά από άλλες δύο επιχωματώσεις που έγιναν η μία μετά τον πόλεμο και η άλλη περίπου το 1972.

Ο πρώτος και δεύτερος των εναγόντων, οι οποίοι είναι μέλη της τρίτης ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας, στην οποία εκμίσθωσαν το όμορο με τον επίδικο χώρο ακίνητο τους για τη λειτουργία super market, ισχυρίζονται ότι ο ως άνω επίδικος χώρος αποτελεί κοινόχρηστη πλατεία, την οποία ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν οι δημότες αλλά και οι διερχόμενοι.

Ο Ιερός Ναός Υπεραγίας Θεοτόκου Κασσωπήτρας και ήδη πρώτο εναγόμενο, που προϋφίσταται του έτους 1887, ισχυρίζεται ότι η επίδικη αυτή έκταση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός όμορου ακινήτου (οικήματος), ιδιοκτησίας του, το οποίο από το 1940 περίπου εκμίσθωνε στο Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση του δημοτικού σχολείου της περιοχής.

Ο ως άνω Ιερός Ναός "μετά διωρόφου οικίας άνω του γυναικωνίτου και αφενός μεσημβρινοανατολικως χώρου περιτετοιχισμένου χρησιμεύοντος ως νεκροταφείου, αφετέρου δε βορειοανατολικώς χώρου επίσης περιτετοιχισμένου και σχηματίζοντος το προαύλιον της εκκλησίας" περιήλθε με το ν.ΑΦΙ/1887 ως εγχώρια περιουσία στο Δήμο Κασσωπαίων.

Μάλιστα, οι συγκεκριμένοι προαύλιοι χώροι της Εκκλησίας, η οποία είναι δυτικά σε σχέση με το επίδικο και χωρίζονται από αυτό με δημοτικό δρόμο, εξακολουθούν να έχουν μέχρι σήμερα την ίδια μορφή, δηλαδή εξακολουθούν να είναι περιτοιχισμένοι και σαφώς διακριτοί από τον επίδικο χώρο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι πριν από το έτος 1865 μέχρι και την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το έτος 1946, δηλαδή επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 80 ετών, η επίδικη έκταση χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους του Δήμου Κασσωπαίων για το άπλωμα των διχτύων τους, την επισκευή των καϊκιών τους, για τον περίπατό τους ενώ έπαιζαν σ' αυτή τα παιδιά και γενικότερα χρησιμοποιούνταν ελεύθερα όχι μόνον από τους δημότες αλλά και από τους διερχόμενους, όσοι μάλιστα εκ των οποίων ήθελαν να κατευθυνθούν προς τον οικισμό "Τσιμιά", που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά σε σχέση με το επίδικο, διέρχονταν αναγκαστικά μέσω αυτού (επίδικου χώρου).

Η κατάσταση, μάλιστα, αυτή υπήρχε από τόσο χρόνο, ώστε η γενεά των ίδιων, που ζούσαν το 1946, οπότε και εισήχθη ο Αστικός Κώδικας, όσο και η αμέσως προηγούμενη, ήτοι οι πατέρες τους και οι παππούδες τους, δεν την γνώρισαν διαφορετική κατάσταση, αφού από ιστορίες που τους διηγούνταν, προκύπτει ότι καθένας μπορούσε να κάνει ελεύθερη χρήση του επίδικου χώρου από το έτος 1865.

Αντίθετα, ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο επίδικος χώρος αποτελούσε την εμβασιά - προαύλιο χώρο ενός διώροφου οικήματος ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου, το οποίο εκμίσθωνε τουλάχιστον από το έτος 1940 στο Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση του τοπικού δημοτικού σχολείου.

Συγκεκριμένα, από το υπ' αριθμ. …/ 18-4-1940 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ιωάννη Μοναστηριώτη, το υπ' αριθμ. .../17-10-1955 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Κωνσταντίνου Αλαμανού και το υπ' αριθμ. .../10-5-1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ιωάννη Ζωχιού προκύπτει ότι το πρώτο εναγόμενο εκμίσθωνε πράγματι για τον ως άνω σκοπό στο αντισυμβαλλόμενο Ελληνικό Δημόσιο το ανωτέρω διώροφο οίκημα ιδιοκτησίας του.

Ωστόσο, το οίκημα αυτό περιγράφονταν στα συμβόλαια ότι βρίσκεται είτε "παρά την πλατείαν του χωριού" είτε "στην πλατεία του χωριού Κασσιώπη", και προσφέρονταν "... άνευ πόσιμου ύδατος και άνευ σχολικού κήπου ...". Δηλαδή, στις ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις δεν γίνεται καθόλου μνεία ότι το οίκημα αυτό διαθέτει είτε εμβασία είτε αυλή, την οποία, μάλιστα, αν πράγματι διέθετε, θα την είχε περιλάβει στη μίσθωση, δεδομένου ότι ο χώρος αυτός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον προαυλισμό των μαθητών.

Αλλά και στο υπ' αριθμ. .../14-7-1975 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Σπίγγου η ιδιοκτησία που απέκτησαν οι δύο πρώτοι ενάγοντες από τον Ε. Κ., προσδιορίζεται ότι ".... βρίσκεται εντός του χωριού της Κασσιώπης, ..., έχει εμβαδό 500 τμ ... και συνορεύει προς δυσμάς με τον Ιερό Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου της Κασσωπήτρας και προς βορράν με την πλατεία της Κοινότητας Κασσιόπης, εφ ης έχει πρόσοψιν εννέα μέτρων,...".

Μάλιστα, και στην υπ' αριθμ. 41/22-5-1955 πράξη του Κοινοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης, με την οποία αποφασίστηκε η απαγόρευση τοποθέτησης παντός είδους αντικειμένων από όμορες οικίες και καταστήματα στην πλατεία του χωρίου, που θα δυσχέραιναν την κανονική κυκλοφορία των κατοίκων και των διερχομένων, περιγράφεται η επίδικη πλατεία ως "...

η μόνιμη και μοναδική πλατεία της Κοινότητας κείμενη εις τον κόλπον του χωριού και περιφραγμένη εκ της νοτιανατολικής δια τοίχου ύψους ενός περίπου μέτρου (εκ των κτημάτων αδερφών Κ.), εκ δε της από θαλάσσης επίσης περιφραγμένης, συμπεριλαμβάνει δε εντός του χώρου της και το κτίριον του τελωνοσταθμαρχείου, εκ της βορειοδυτικής δε πλευράς της ευρίσκεται το διτάξιον Δημοτικό Σχολείο της κοινότητας επεκτείνεται δε μέχρι της οικίας του Σ.

Μ.". Από την ως άνω περιγραφή προκύπτει ότι παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται σι εναγόμενοι στην τότε Κοινότητα Κασσιώπης υπήρχε μία μόνη πλατεία, η επίδικη, τα όρια της οποίας έφταναν μέχρι το τελωνοσταθμαρχείο και ήδη κτίριο … της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου και το διτάξιο Δημοτικό Σχολείο.

Μάλιστα, με την ίδια απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου είχε απαγορευθεί σε πλανόδιους μικροπωλητές και ποτοπώλες η τοποθέτηση τραπεζιών και καθισμάτων κατά τις εορτές και τα πανηγύρια, ώστε να κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι αυτός, ήτοι ο Ιερός Ναός, εκμίσθωνε τον επίδικο χώρο κατά τις θρησκευτικές εορτές έναντι ελαχίστου ανταλλάγματος σε πλανόδιους πωλητές, αφού αν πράγματι συνέβαινε αυτό το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν θα μπορούσε να απαγορεύσει την τοποθέτηση των τραπεζιών και των καθισμάτων τους.

Η εκμίσθωση του ως άνω διώροφου οικήματος από το πρώτο εναγόμενο στο Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση του τοπικού δημοτικού σχολείου έληξε στις 16-3-1960, οπότε έγινε μεταστέγαση του σε ιδιόκτητο ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ. πρωτ. 3321/16-3-1960 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Κέρκυρας.

Έκτοτε, το ως άνω εναγόμενο μίσθωνε το εν λόγω οίκημα μετά από πλειοδοτικούς διαγωνισμούς σε τοπικούς επιχειρηματίες για την εγκατάσταση των επιχειρήσεων τους. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../20-3-1963 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Αλέξανδρου Γουδέλη μισθώθηκε το εν λόγω διώροφο οίκημα, το οποίο αναφέρεται ότι βρίσκεται "εν τη Πλατεία ή Φόρο του χωρίου Κασσιώπης", στο Δ.

Σ. για τέσσερα χρόνια, για να χρησιμοποιηθεί ως εστιατόριο. Μία μέρα πριν από τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου ο πλειοδότης, Δ. Σ. είχε απευθύνει προς τον Μητροπολίτη Κέρκυρας και Παξών την από 19-3-1963 επιστολή του, με την οποία ζητούσε να του παραχωρηθεί η χρήση τμήματος του επιδίκου χώρου για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων της επιχείρησης του, την οποία θα στέγαζε στο ως άνω μίσθιο.

Μάλιστα, στην επιστολή αυτή δήλωνε ότι ο επίδικος χώρος μετά από γενόμενη ανάκριση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας, που διενεργήθηκε μετά από αναφορά των κατοίκων της περιοχής, προέκυψε ότι ανήκε στην κυριότητα του πρώτου εναγόμενου. Παρά, όμως, τη σχετική επιστολή που απεύθυνε ο μισθωτής Δ. Σ. στο Μητροπολίτη Κέρκυρας και Παξών δεν περιλήφθηκε στο μεταγενέστερα ως άνω συνταχθέν συμφωνητικό μίσθωσης όρος για τη μίσθωση και του επίδικου χώρου.

Ένα χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 22-3-1964 συνήφθη ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του Ε. Κ., με το οποίο μισθώθηκε τμήμα του επίδικου χώρου για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων της επιχείρησής του. Μάλιστα, όπως προκύπτει από το ως άνω συμφωνητικό, ο χώρος που μισθώνεται είναι "...της έμπροσθεν του καταστήματος του (εννοείται του Ε.

Κ.) υπαρχούσης πλατείας, ανηκούσης εις τον αυτόν Ιερόν Ναόν...", χαρακτηρίζεται, δηλαδή, ο μίσθιος χώρος ως "πλατεία", που ανήκει στην κυριότητα του πρώτου εναγόμενου. Από τα ως άνω συμφωνητικά μίσθωσης προκύπτει ότι ο επίδικος χώρος εκτείνονταν έμπροσθεν όχι μόνο του διώροφου οικήματος ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου αλλά και έμπροσθεν της ιδιοκτησίας του Ε.

Κ., ώστε να κρίνεται ως αναληθής ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι όλος ο επίδικος χώρος αποτελούσε την εμβασία μόνου του διωρόφου ακινήτου ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού. Αντίθετα από τα ως άνω συνάγεται ότι πρόσοψη στον επίδικο χώρο είχε και η όμορη ιδιοκτησία του Ε. Κ., ενώ δεν κρίνεται λογικό ο κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων προαύλιος χώρος του διώροφου οικήματος να αποτελούσε και τον προαύλιο χώρο της όμορης ιδιοκτησίας.

Ήδη, λοιπόν, από το έτος 1964 το πρώτο εναγόμενο άρχισε να μισθώνει τον επίδικο χώρο σε διάφορους τοπικούς επιχειρηματίες μάλιστα, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ. πρωτ. 7-10-1964 έγγραφο της Ιεράς Μητρόπολης Κέρκυρας και Παξών προς τον Ιερό Ναό, τους δόθηκε η έγκριση να διεκδικήσουν δικαστικά από το μισθωτή Ε.

Κ. την είσπραξη του συμφωνηθέντος μισθώματος λόγω δυστροπίας του. Η ως άνω σύμβαση μίσθωσης μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και του Ε. Κ. ανανεώθηκε με το από 1-6-1968 ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ με το υπ' αριθμ. .../24-6-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Βραδή μισθώθηκε το οίκημα ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού στον Ξ.

Γ.. Έκτοτε, ο Ιερός Ναός συνέχιζε να εκμισθώνει όχι μόνο το οίκημα αλλά και τον επίδικο ακάλυπτο χώρο. Σήμερα το δυτικό τμήμα του επίδικου χώρου, εμβαδού 151,95 τμ μισθώνεται δυνάμει του από 6-4-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού από τη δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής είναι ο τέταρτος των εναγομένων, ενώ το ανατολικό τμήμα, εκτάσεως 155,56 τμ μισθώνεται από τον τρίτο εναγόμενο Σ.

Κ., δυνάμει του από 1-2-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού. Οι διενέξεις μεταξύ των δύο πρώτων εναγόντων και του πρώτου εναγόμενου ξεκίνησαν το έτος 1981, όταν το πρώτο εναγόμενο αρνήθηκε να παραχωρήσει σ' αυτούς τμήμα του επίδικου χώρου, το οποίο αυτοί αιτήθηκαν με την υπ' αριθμ. πρωτ. 3/29-5-1981 αίτηση τους, ώστε να εξυπηρετείται η επιχείρηση τους, που είχε πρόσοψη στον επίδικο χώρο.

Μάλιστα, το πρώτο εναγόμενο άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Όρους Κέρκυρας και εναντίον των δύο πρώτων εναγόντων αίτηση ασφαλιστικών νομής, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί νομέας του επίδικου χώρου, ο οποίος δεν βαρύνονταν με δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου των καθ' ων. Στη δίκη αυτή αποφάσισε να παρέμβει κυρίως η Κοινότητα Κασσιώπης, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 23-1/4-10-1981 πρακτικό συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου, θεωρώντας ότι ο επίδικος χώρος είναι κοινοτική πλατεία και συνεπώς ανήκει στην κυριότητα του.

Επί της ως άνω αίτησης και συνεκδικασθείσας κύριας παρέμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26/1981 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την κύρια παρέμβαση και έκανε δεκτή την αίτηση. Αλλά και μετά την έκδοση της απόφασης συνεχίστηκε η διένεξη μεταξύ της Κοινότητας Κασσωπαίων και του Ιερού Ναού σχετικά με το κοινόχρηστο ή ιδιόκτητο χαρακτήρα της επίδικης έκτασης.

Με το υπ' αριθμ. 20/1998 πρακτικό του Κοινοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης τέθηκε ως θέμα της ημερήσιας διάταξης το ζήτημα της κυριότητας επί του διώροφου οικήματος, το οποίο από το 1940 μίσθωνε το πρώτο εναγόμενο αρχικά στο Δημόσιο και μετέπειτα σε ιδιώτες. Τελικά, το 1989 αμφότερες οι πλευρές αποφάσισαν με το από 20-1-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν να καταφύγουν στα δικαστήρια για την επίλυση της διαφοράς τους, παραιτούμενοι ταυτόχρονα εκατέρωθεν από οποιεσδήποτε αξιώσεις αποζημίωσης από τη χρήση των ακινήτων (οικήματος και επιδίκου χώρου).

Ακολούθως, η Κοινότητα Κασσιώπης άσκησε την από 2-8-1990 και με αριθμό κατάθεσης 362/1990 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας κατά του Ιερού Ναού Υπεραγίας Θεοτόκου Κασσωπήτρας ζητώντας να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου χώρου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/1992 προδικαστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έτασσε τα σχετικά θέματα απόδειξης.

Τελικά, το Κοινοτικό Συμβούλιο με την υπ' αριθμ. 34/1994 απόφαση του παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου αναγνωρίζουν το δικαίωμα κυριότητας του πρώτου εναγόμενου επί του επίδικου χώρου, αποφάσισε, δε, να παραιτηθεί και από το σχετικό δικαίωμα.

Μάλιστα, η ως άνω απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου επιβεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 121/2000 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης, η οποία λήφθηκε μετά από σχετική αίτηση των δύο πρώτων εναγόντων, οι οποίοι ζητούσαν να αποφασίσει εκ νέου το Δημοτικό Συμβούλιο σχετικά με τον κοινόχρηστο ή ιδιόκτητο χαρακτήρα της επίδικης έκτασης.

Κατά της απόφασης αυτής οι δύο πρώτοι ενάγοντες άσκησαν την από 3-11-2000 προσφυγή τους ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 18 του ν.2218/1994 της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, η οποία τελικά απορρίφθηκε με το υπ' αριθμ. 16/2000 πρακτικό της. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ότι η επίδικη έκταση που έχει εμβαδό 335 τμ και συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό, νότια εν μέρει με ακίνητο των αδερφών Σ.

και Α. Κ. και εν μέρει με ακίνητο των αδερφών Δ. και Σ. Κ. δυτικά με δημοτικό οδό και ανατολικά με το υπό στοιχεία … κτίσμα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, αποτελεί κοινοτική πλατεία, η οποία είχε παραδοθεί στην κοινή χρήση από αμνημονεύτων χρόνων και πάντως πολύ πριν από το 1860 και έτσι η τωρινή και η κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κατάσταση υπήρχε από τόσο χρόνο, ώστε η γενεά των ανθρώπων που ζούσαν κατά την εισαγωγή του (23-2-1946) καθώς, και η αμέσως προηγούμενη δεν γνώριζαν διαφορετική κατάσταση.

Αυτή, δηλαδή είχε αποκτήσει κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το χαραχτήρα της κοινόχρηστης πλατείας με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας. Ειδικότερα, την πλατεία αυτή τη χρησιμοποιούσαν οι δημότες της Κοινότητας Κασσιώπης για να επισκευάζουν τις βάρκες τους, να κάνουν το περίπατό τους, γίνονταν δε εκδηλώσεις και πανηγύρια, ενώ δεν αναιρείται ο χαρακτήρας της αυτός από το γεγονός ότι σ' αυτήν γίνονταν διάφορες λιτανείες, όπως άλλωστε συνηθίζονταν να γίνονται την εποχή εκείνη στα χωριά.

Η δε διέλευση των κατοίκων από την επίδικη έκταση και η χρήση της γίνονταν ανενόχλητα με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν κοινοτική πλατεία, παρά τα όσα ισχυρίζεται το πρώτο εναγόμενο, ότι δηλαδή μετά από δική του παραχώρηση επιτρεπόταν η χρήση της στους κατοίκους. Ο χαρακτήρας της άλλωστε αυτός προκύπτει και επιβεβαιώνεται από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αλλά και:

α) από το ότι το επίδικο ουδέποτε οριοθετήθηκε από το πρώτο εναγόμενο, χωρίς να αρκεί προς τούτο μόνο η φύτευση του πλατάνου και της φτελιάς από τον ιερέα του Ναού στα μέσα του 19ου αιώνα, β) ότι όλη η επίδικη έκταση πλακοστρώθηκε κατά τα έτη 1970-1972 από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Κέρκυρας ύστερα από σχετική παρέμβαση της Κοινότητας Κασσιώπης, χωρίς, όπως αντίθετα ισχυρίζεται το πρώτο εναγόμενο, να λάβει μάλιστα σχετική άδεια από αυτό, ενώ η υπερύψωση του επίδικου χώρου δεν αποδείχθηκε ότι έγινε με σκοπό οριοθέτησής του από τις λοιπές όμορες ιδιοκτησίες.

Τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά δεν ανατρέπονται από τους ισχυρισμούς των εναγομένων και ιδιαίτερα του πρώτου εξ αυτών, δεδομένου ότι οι όποιες πράξεις νομής που έκανε δια των νομίμων εκπροσώπων του το πρώτο εναγόμενο επί της επίδικης έκτασης χρονολογούνται πολύ μετά το 1946 και κυρίως από το 1963 και μετέπειτα.

Επομένως, εφόσον από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω περιγραφείσα έκταση κατέστη κοινόχρηστη πλατεία με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής, αυτή κατέστη και πράγμα εκτός συναλλαγής και συνεπώς ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ώστε το πρώτο εναγόμενο να μην μπορούσε να αποκτήσει από το 1946 δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού είτε με πρωτότυπο είτε με παράγωγο τρόπο, αν ως τέτοιος ήθελε θεωρηθεί η υπ' αριθμ. 34/1994 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης, με την οποία αυτό παραιτήθηκε από το δικαίωμα αναγνώρισης του δικαιώματος κυριότητας επί της επίδικης έκτασης, και το οποίο κατήχθησε σε δίκη με την από 2-8-1990 και με αριθμό κατάθεσης 362/1990 αγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, λόγω του αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα των κοινόχρηστων πραγμάτων, ως πραγμάτων εκτός συναλλαγής.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία τοποθέτησε στο δυτικό τμήμα του επίδικου χώρου, το οποίο μισθώνει από το πρώτο εναγόμενο, και σε έκταση 135 τμ περίπου μία σιδηροκατασκευή, αποτελούμενη από 20 κάθετους σιδηροδοκούς, διαμέτρου από 10 εκ. μέχρι 25 εκ. και ύψους 2,50 μ, τους οποίους συνέδεσε με οριζόντια δοκάρια για την ανάπτυξη πτυσσόμενων τεντών και ξύλινης πέργκολας, ενώ ο τρίτος εναγόμενος τοποθέτησε στο ανατολικό τμήμα του επίδικου χώρου, που μισθώνει από το πρώτο εναγόμενο, και σε έκταση 110τμ περίπου ομοίως μία σιδηροκατασκευή αποτελούμενη από 12 σιδηροδοκούς διαμέτρου 10 εκ.

περίπου και ύψους 2,5μ. Οι ως άνω όμως κατασκευές παρεμποδίζουν την ελεύθερη διέλευση και παραμονή σ' αυτό οποιουδήποτε πολίτη, δημότη, διερχόμενου, μεταξύ των οποίων και οι δύο πρώτοι ενάγοντες, που είναι δημότες του Δήμου Κασσιώπης και μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής, ώστε να προσβάλλεται το δικαίωμα της προσωπικότητας τους από την παρεμπόδιση της ελεύθερης χρήσης της δημοτικής πλατείας, την προστασία του οποίου νομιμοποιούνται να ζητήσουν, όχι, όμως και της τρίτης ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ.

ΟΕ", που μισθώνει όμορο με την επίδικη πλατεία ακίνητο για τη λειτουργία super market, αφού στις προστατευόμενες εκφάνσεις του από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ προβλεπόμενου δικαιώματος της επί της προσωπικότητας δεν περιλαμβάνεται και αυτή της χρήσης κοινόχρηστου πράγματος. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του πρώτου και του τρίτου των εναγομένων ότι το επίδικο δικαίωμα των εναγόντων υπέπεσε σε παραγραφή, καθόσον από το χρόνο λήψης της υπ' αριθμ. 34/1994 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 5ετίας, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού το μεν δικαίωμα στην προσωπικότητα είναι απαράγραπτο ως απόλυτο, οι δε πηγάζουσες από αυτό αξιώσεις παραγράφονται μετά από 20 έτη, αρχομένης από την ημέρα της προσβολής.

Περαιτέρω, το πρώτο εναγόμενο και ο τρίτος εναγόμενος ισχυρίζονται ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, αφού: α) οι ενάγοντες με το να συμμετέχουν επανειλημμένα σε πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, που διενήργησε ο Ιερός Ναός για την εκμίσθωση της επίδικης έκτασης αναγνώρισαν σιωπηρά το δικαίωμα κυριότητάς του και β) η αναγνώριση ως κοινόχρηστης πλατείας της επίδικης έκτασης θα προκαλούσε την έντονη εντύπωση αδικίας, δεδομένου ότι η εκμίσθωσή της αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή εσόδων του Ιερού Ναού.

Ο ισχυρισμός αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση αυτού πραγματικά περιστατικά και αν ακόμα υποτεθούν αληθή, δεν αρκούν από μόνα τους για να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων σε προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο οικονομικός, ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Εξάλλου, απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι η ένσταση των εναγομένων κατά το πρώτο της σκέλος, αφού μόνο το γεγονός ότι οι ενάγοντες συμμετείχαν στους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, προκειμένου να εκμισθώσουν τμήμα του επίδικου χώρου δεν καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του ένδικου δικαιώματος τους κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου δεδομένου άλλωστε ότι οι δύο πρώτοι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν κατά καιρούς τόσο δικαστικά όσο και εξώδικα για την εκμίσθωση της επίδικης έκτασης από το πρώτο εναγόμενο, ώστε να μην κρίνεται αληθής ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τους δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι αυτοί δεν θα ασκήσουν την ένδικη αγωγή.

Επομένως, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή και ως προς την τρίτη ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία και ακολούθως απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως πρέπει, δεκτού γενομένου και ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί, να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την τρίτη ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία, να κριθεί νόμιμη η αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 966, 967, 968, 1054 ΑΚ, 51 ΕισΝΑΚ, νομ. 3§2 πανδ. 43-7 του Βυζαντιρωμαϊκού δικαίου, 94 §1 Συντάγματος, 945 §1, 947 §1, 1047 §3 και 176 ΚΠολΔ, και να γίνει δεκτή αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη".

Έτσι όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε την αγωγή των δύο πρώτων εναγομένων αναιρεσιβλήτων, λόγω προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας τους από τα αναιρούντα τη χρήση τους εμπόδια που έθεσαν οι δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι, κατά παραχώρηση της πρώτης από αυτούς, στο μεγαλύτερο τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας, υποχρεώνοντας τους τελευταίους να άρουν τα αποκλείοντα την κοινοχρησία κατασκευάσματα από την κοινόχρηστη πλατεία και απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς (ενστάσεις) τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και παραιτήσεως της κυρίας του κοινόχρηστου πράγματος Κοινότητας Κασσιώπης από το δικαίωμα κυριότητάς της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57-59, 966 έως 971, 1054, 281, 156 του ΑΚ, όπως και τους κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κανόνες του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι ν.3 Παν. 43.7, ν.2 §8 Πανδ. 39.3, ν.28 Πανδ. 22.3, καθ' όσον αναφέρονται στο αποδεικτικό του πόρισμα: 1) Τα παραγωγικά γένεσης του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, δηλαδή:

α) Η από αμνημόνευτου χρόνου ένταξη από τους κατοίκους της κοινότητας (και μετέπειτα Δήμου) Κασσιώπης της πλατείας με το όνομα Φόρος στην κοινή χρήση προ του έτους 1865 και η χρησιμοποίησή της έκτοτε ως κοινόχρηστου πράγματος για τη διέλευσή τους, την αναψυχή τους και την ικανοποίηση επαγγελματικών αναγκών τους επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 80 ετών, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), έτσι ώστε η μέχρι τότε ζώσα γενεά των ανθρώπων αυτών να γνώρισε αυτή την πλατεία όπως έχει και να μην διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι η κοινότητα Κασσιώπης δεν ήταν εξ αρχής αναγνωρισμένη, αφού και από τους κατοίκους ανοργάνωτης Κοινότητας είναι δυνατή για λογαριασμό της η χρησιδεσποτεία και συνεκδοχικά η άσκηση πράξεων που συνιστούν διάθεση ακινήτου στην κοινή χρήση, ούτε ασκεί επιρροή ο φορέας του υποβαλλόμενου σε απόσβεση δικαιώματος στο καθιστάμενο κοινόχρηστο πράγμα, β) Η από την εισαγωγή του ΑΚ, ενόψει συμπληρώσεως μέχρι τότε των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ιδιότητας της επίδικης πλατείας ως πράγματος κοινής χρήσεως, διατήρηση αυτής της ιδιότητάς της και η περιέλευσή της στην κυριότητα της τότε κοινότητας Κασσιώπης (μετέπειτα Δήμου Κασσωπαίων), γ) Η από το πρώτο αναιρεσείον-εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που διατηρούσε όμορο με την κοινόχρηστη πλατεία Ιερό Ναό "μετά διωρόφου οικίας άνω του γυναικωνίτου" και περιτοιχισμένου νεκροταφείου και προαυλίου του ναού, κατόπιν δημοπρασίας εκμίσθωση και παραχώρηση από την επίδικη πλατεία, εμβαδού 335τμ, τμημάτων της 135 και 110τμ προς τη δεύτερη και τους τρίτο και τέταρτο από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους αντιστοίχως, για αποκλειστική επαγγελματική χρήση τους.

δ) Η από τους εν λόγω μισθωτές αναιρεσείοντες - εναγομένους κατάληψη του έτσι εκμισθωθέντος σ' αυτούς τμήματος (ποσοστού 73%) της κοινόχρηστης πλατείας, η δημιουργία μόνιμης επ' αυτής σιδηροκατασκευής με σκέπαστρο και η χρήση του τμήματος αυτού της πλατείας από αυτούς και μόνον προς εξυπηρέτηση πελατών των γειτονικών καταστημάτων τους, αποκλείοντας τη χρήση σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι.

ε) Το παράνομο του αποκλεισμού της κοινής χρήσης στο καταληφθέν από τους δύο τελευταίους αναιρεσείοντες (κατά παραχώρηση του πρώτου από αυτούς) τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας, ακόμα και αν το τελευταίο (Ιερός Ναός) είχε δικαίωμα παραχώρησης ιδιαίτερων ιδιωτικών δικαιωμάτων στην κοινόχρηστη πλατεία, αφού δεν ήταν νομικώς επιτρεπτό (άρθρο 970 ΑΚ) με μια τέτοια παραχώρηση να αναιρεθεί η κοινή χρήση της πλατείας.

στ) Η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (να κινούνται ελεύθερα στον κοινόχρηστο χώρο της πλατείας) με τον αποκλεισμό αυτής της χρήσης από τους αναιρεσείοντες και η θεμελίωση, ενόψει τούτων, δικαιώματος εκείνων να ζητήσουν την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. 2) Η μη αντίθεση του ασκούμενου από τους αναιρεσείοντες δικαιώματος στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι η μεν προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες "απώλεια σημαντικής πηγής εσόδων του Ιερού Ναού" από την εκμίσθωση του κοινόχρηστου πράγματος δεν περιέχει καθεαυτή κάποιο στοιχείο καταχρηστικότητας, ενώ η επιδίωξη συμμετοχής των αναιρεσιβλήτων σε δημοπρασίες εκμίσθωσης τμημάτων της κοινόχρηστης πλατείας στο παρελθόν δεν συνιστούσε άρνηση της κοινοχρησίας της επίδικης πλατείας, τόσο μάλλον που υπήρξαν και (δικαστικές και εξώδικες) διαμαρτυρίες τους για την εκμίσθωση του κοινόχρηστου πράγματος από τον πρώτο αναιρεσείοντα Ιερό Ναό κατά το παρελθόν. 3) Το αλυσιτελές της προβαλλόμενης παραιτήσεως της κυρίας της κοινόχρηστης πλατείας Κοινότητας Κασσιώπης από το δικαίωμα της κυριότητάς της.

Διότι η σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως γενόμενη από το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κοινότητας Κασσιώπης με την 34/1994 απόφασή του, παραίτηση από το δικόγραφο αναγνωριστικής της κυριότητας επί της επίδικης πλατείας αγωγής της εν λόγω (μη διαδίκου εδώ) Κοινότητας κατά του πρώτου αναιρεσείοντος Ιερού Ναού, όπως και η μεταγενέστερη παραίτηση του Δημοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης από το δικαίωμα που είχε ασκηθεί με την προαναφερόμενη αγωγή:

α) εφόσον μεν αφορούσε το κοινόχρηστο πράγμα, ως μονομερής δικαιοπραξία κατάργησης της επ' αυτού κυριότητας της Κοινότητας (μετέπειτα Δήμου) μπορούσε κατ' αρχήν να επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος της (άρθρο 156 ΑΚ), χωρίς όμως δυνατότητα μεταβιβάσεως τούτου στο πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, λόγω των νομικών περιορισμών του άρθρου 968 ΑΚ, που καθιστούσαν αυτοδικαίως διάδοχο της παραιτηθείσας Κοινότητας το Δημόσιο, β) με την εκδοχή δε ότι η παραίτηση αφορούσε και την κοινοχρησία της επίδικης πλατείας, ήταν ανίσχυρη, λόγω του αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα των κοινοχρήστων, εκτός συναλλαγής πραγμάτων (άρθρο 970 ΑΚ) και της μη δυνατότητας αποβολής του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους, χωρίς προηγούμενη μεταβολή της νομικής ή πραγματικής καταστάσεώς τους.

Τέλος με την εκδοχή ότι η γενόμενη παραίτηση περιείχε (κατά μετατροπή) πρόταση μεταβιβάσεως στον πρώτο αναιρεσείοντα Ιερό Ναό του δικαιώματος παραχωρήσεως σε τρίτους ιδιαιτέρων δικαιωμάτων στην κοινόχρηστη πλατεία, που εξυπηρετούσαν ή δεν αναιρούσαν την κοινή χρήση (άρθρο 266 ΑΚ), δεν προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι συντελέσθηκε μια τέτοια παραίτηση στα πλαίσια παρεχόμενης στο δικαιούχο ΟΤΑ από γενικές ή ειδικές διατάξεις διακριτικής ευχέρειας (βλ.

άρθρα 240 §4 και 246 §1 του πδ 410/1995, τότε ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα), πέραν του ότι θα απέβαινε και αλυσιτελής, αφού θα ήταν άκυρη οποιαδήποτε παραχώρηση δικαιωμάτων που αναιρούσαν την κοινή χρήση της πλατείας. Επομένως ο αντίθετος δεύτερος από το αναιρετήριο, εκ του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.).

Με τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δίκαιου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς• ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".

Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αντίστοιχοι με τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του τελευταίου αυτού άρθρου (Ολ.

Α.Π. 45/3987). Στην υπόψη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο από το πρόσθετο δικόγραφο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, ενώ η ένδικη αγωγή περιέχει αναγνωριστικό της κυριότητας του Δήμου Κασσωπαίων στην επίδικη κοινόχρηστη πλατεία αίτημα, εν τούτοις δεν έχει εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220 §1 Κ.Πολ.Δ.

και θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, εφόσον η προβαλλόμενη πλημμέλεια αφορά παραβίαση δικονομικής διατάξεως και μη κήρυξη παρά το νόμο απαραδέκτου, που αντιστοιχεί στον εκ του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, για τον οποίο δεν προσβάλλονται αναιρετικώς οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δυο πρώτους αναιρεσείοντες, οι οποίοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους δυο τελευταίους αναιρεσείοντες Σ. Κ.υ και Α. Γ..

Απορρίπτει την από 21-7-2008 αίτηση με τους από 25-9-2009 πρόσθετους λόγους του ν.π.δ.δ. Ιερός Ναός Υπεραγίας Θεοτόκου Κασσωπήτριας και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία Α. Ξ. Γ. και ΣΙΑ Ο.Ε., για αναίρεση της 77/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Και

Καταδικάζει τους δυο πρώτους από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ