Legislator Case Law & Legislation
647/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor law application to management, remanding case for retrial.

Case Number 647/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, finding the lower court erred in applying labor law to the appellant. The appellant argued he was a manager exempt from overtime regulations, while the opposing party contended he held a supervisory position. The court ruled that the appellant's duties, including hiring and firing, confirmed his managerial status, thus invalidating the lower court's application of overtime compensation laws.

Legislator headnote

AI generated

Art. 555 of the Code of Civil Procedure; Art. 2(a) of the Washington Convention on Limitation of Working Hours: A manager holding positions of supervision, direction, or trust is excluded from the application of labor law provisions regarding working hours and overtime compensation.

Keywords

AI generated
managerial status overtime compensation Washington Convention labor law application supervisory duties appeal admissibility remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 555 of the Code of Civil Procedure
Art. 2(a) of the Washington Convention on Limitation of Working Hours
Law 2269/1920
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 647 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 647/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ", και το διακριτικό τίτλο "VIVARTIA A.B.E.E.", ως καθολικής διαδόχου της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΤΡΟΦΩΝ" με διακριτικό τίτλο "CHIPITA INTERNATIONAL S.A.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Λεωνίδα Παπασταμούλη και Παναγιώτη Πετρόπουλο, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-5-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 28-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αναίρεσης του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας αποφάσεως ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, που θεσπίζεται από το άρθρ. 555 του ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνει και την περίπτωση εκείνη κατά την οποία ο αναιρεσείων, πριν από την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπολαμβάνοντας ότι αυτή ασκήθηκε απαραδέκτως, την επαναλαμβάνει (ΑΠ 394/2009). Κατά συνέπεια, η υπό κρίση από 22-5-2008 αίτηση αναιρέσεως κατά της 18/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, η οποία αποτελεί επανάληψη της από 29-5-2007 αιτήσεως αναιρέσεως του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας αποφάσεως, που στρεφόταν όμως κατά της εταιρείας "CHIPITA INTERNATIONAL S.A.", της οποίας η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία "VIVARTIA ABEE" είναι καθολικός διάδοχος, δεν θεωρείται δεύτερη και ως εκ τούτου έχει ασκηθεί παραδεκτώς.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 2 εδαφ. α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με τον Ν. 2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά τη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της που αναφέρονται στο νόμιμο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας των μισθωτών, θεωρούνται εκείνα στα οποία, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως της επιχειρήσεως ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές.

Δεν είναι όμως αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηρισθεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος, αφού η έννοια του διευθύνοντος, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής από τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.

Γι' αυτό τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, συνδεόμενοι με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως η προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορηγήσεως ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους.

Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε την 17.6.1991 από την εναγόμενη εταιρεία "CHIPITA INTERNATIONAL S.A.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ", με τον διακριτικό τίτλο "VIVARTIA Α.Β.Ε.Ε." για να προσφέρει τις υπηρεσίες του συντηρητή μηχανικού στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της στη ....

Ήταν κάτοχος διπλώματος πρακτικού μηχανικού Β' κατηγορίας και είχε μεγάλη τεχνική εμπειρία. Οι αποδοχές του καθορίσθηκαν με βάση όσα όριζαν για τον κλάδο του οι σχετικές σ.σ.ε. και δ.α. και ανέρχονταν σε 185.000 δρχ. Ωστόσο, από την 1.1.1992 η αναιρεσίβλητη εκτιμώντας τις ιδιαίτερες και εξαιρετικές τεχνικές γνώσεις του και ικανότητες, αλλά και την προς το πρόσωπό του εμπιστοσύνη, ανέθεσε σε αυτόν τα καθήκοντα του τεχνικού διευθυντή της (και συγκεκριμένα προϊσταμένου παραγωγικής διαδικασίας) του πρώτου από τα τρία εργοστάσιά της στη ....

Τα καθήκοντα αυτά άσκησε συνεχώς μέχρι την 8.2.2003 που η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση 24.437 ευρώ. Έτσι, λοιπόν, από την 1.1.1992 κατείχε θέση διευθύνοντος υπαλλήλου και συγκεκριμένα θέση τόσο εποπτείας και διευθύνσεως, όσο και εμπιστοσύνης, διακρινόμενος σαφώς από το υπόλοιπο προσωπικό.

Η ιδιότητά του αυτή συνάγεται από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαία, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση του τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζόμενους. Ειδικότερα, αφότου αναβαθμίσθηκε στη νέα θέση του, έπαυσε να αμείβεται με τον ελάχιστο νόμιμο μισθό των σ.σ.ε.

και, με βάση τα συμφωνηθέντα, ελάμβανε μισθό σχεδόν διπλάσιο. Έτσι, ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο ελάχιστος νόμιμος μισθός του ήταν τον Ιανουάριο 1992 196.1010 δρχ και αυτός λάμβανε 260.000 δρχ τον μήνα. Την 1.4.1992 αντί 196.010 δρχ λάμβανε 280.000 δρχ. Επίσης, την 1.1.2002 αντί 1.232 ευρώ λάμβανε 2.422 ευρώ και την 1.1.2003 αντί 1.409 ευρώ λάμβανε 2.519 ευρώ.

Το ιδιαίτερο αυτό μισθολόγιο τονίζει την ιδιάζουσα θέση του στην επιχείρηση και φανερώνει, επίσης, ότι ο εργοδότης ανέμενε από αυτόν αυξημένη αποδοτικότητα και ευθύνη και γι' αυτό του κατέβαλε τέτοια αμοιβή. Τα καθήκοντα του ανάγονταν στη συντήρηση και καλή κατάσταση των μηχανών του πρώτου εργοστασίου της αναιρεσίβλητης έχοντας υπό την επίβλεψη και εποπτεία του άλλους 15 εργατοτεχνίτες πρακτικούς μηχανικούς, αλλά με δίπλωμα μικρότερης κατηγορίας.

Είχε την εξουσία να καθοδηγεί και να δίνει σε αυτούς εντολές και να εκφράζει στον εργοδότη παρατηρήσεις για την υπηρεσιακή πρόοδο και αποδοτικότητά τους. Δεν είχε μεν εξουσία να προσλαμβάνει ή να απολύει μόνος του προσωπικό (εννοείται στο τμήμα του), αλλά οι εισηγήσεις του επί των ζητημάτων αυτών ήταν καίριες.

Προσερχόμενος ή αποχωρώντας από την εργασία του δεν "χτυπούσε κάρτα", όπως το υπόλοιπο προσωπικό, μη ελεγχόμενος από κανένα ανώτερο εργοδοτικό στέλεχος για την τήρηση ωραρίου. Εργαζόταν κατά βάση στο ωράριο των υπαλλήλων του τμήματος που διηύθυνε, αλλά και οποιαδήποτε άλλη ώρα του 24ώρου, ανάλογα με τις μηχανολογικές ανάγκες που προέκυπταν.

Είχε την εξουσία να παραγγέλει από τρίτους προμηθευτές διάφορα αναλώσιμα υλικά και ανταλλακτικά για τις ανάγκες της υπηρεσίες του μέχρι ένα όριο χωρίς την έγκριση άλλου και πάνω από το όριο αυτό με την συνυπογραφή (συναπόφαση) και δεύτερου προσώπου. Συμμετείχε σε διάφορα υπηρεσιακά συμβούλια του εργοδότη, όπου εξέθετε υπεύθυνες γνώμες και υπέβαλε εισηγήσεις για τον τομέα του.

Τέλος, είχε δικό του γραφείο στον εργοστασιακό χώρο με τηλέφωνο (σταθερό και κινητό). Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, ο αναιρεσείων, ως διευθύνων υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τέτοιων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους.

Είναι βέβαια αλήθεια, συνεχίζει το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια της υπερδεκαετούς υπηρεσίας του χρειάσθηκε πολλές φορές να εργασθεί πέρα από τα όρια του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου. Ωστόσο, έχοντας συνείδηση ακριβώς της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης ουδέποτε έλαβε ή αξίωσε αποζημίωση για την υπερωριακή του εργασία.

Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και με τον ομοιόβαθμό του στο τρίτο εργοστάσιο μάρτυρα αποδείξεως ..., ο οποίος μάλιστα ούτε αγωγή δεν άσκησε, μετά την απόλυσή του, για την καταψήφιση αποζημιώσεως για την πέραν του νόμιμου ωραρίου εργασία του. Έπρεπε λοιπόν να γίνει δεκτή η ένσταση της επιχείρησης ότι ο αναιρεσείων ως διευθύνων υπάλληλος της εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή ως προς το δεύτερο αίτημά της περί καταψηφίσεως αποζημιώσεως υπερωριών για την τελευταία πενταετία ύψους 240.035 ευρώ.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, είχε επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα ποσό 31.351,84 ευρώ ως αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 1-5-1998 έως 31-10-2002.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτων, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές τους, δεν συνέτρεχον οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε σο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων κατείχε θέση διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα θέση εποπτείας, διευθύνσεως και εμπιστοσύνης, παρόλο ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, α) επηρέαζε αποφασιστικά με την ανάπτυξη προσωπικής πρωτοβουλίας την κατεύθυνση και την εξέλιξη της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης ως προς τους οικονομικούς της στόχους, β) ελάμβανε σημαντικές αποφάσεις για την επίτευξη των σκοπών της επιχειρήσεως, γ) ασκούσε τα δικαιώματα του εργοδότη έναντι του όλου ή σημαντικού μέρους του προσωπικού της αναιρεσίβλητης με αρμοδιότητα προσλήψεως και απολύσεως αυτού και ενεργούσε, έναντι των μισθωτών, αντί του εργοδότη και δ) επωμιζόταν ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 18/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσιες (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ