Legislator Case Law & Legislation
647/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for back pay when employer accepts work after disciplinary suspension.

Case Number 647/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of his claim for back pay. The appellant argued that the employer became overdue for acceptance of his services, yet the Court of Appeal found he had resumed work after a disciplinary suspension was lifted for social reasons. The Court upheld the lower decision, ruling that since the employer accepted the services and the non-employment was due to the appellant's own disciplinary proceedings, the employer was not overdue and no back pay was owed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 349, 350, 656 of the Civil Code; Article 36 of the DEH Personnel Status Regulations: An employer is not considered overdue for acceptance of services if the employee resumes work after a disciplinary suspension, as the employer's obligation to pay arises only upon genuine and proper acceptance of services.

Keywords

AI generated
overdue acceptance of services back pay for overdue services disciplinary suspension termination employer acceptance obligation social reasons reinstatement

Cited Legislation

AI generated
Articles 349 and 350 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 36 of the DEH Personnel Status Regulations
Article 13 paragraph 1 item b of the DEH Personnel Status Regulations
Article 20 paragraph 2 of the Constitution
Article 5 of Law 2112/1920
Article 3 of Law 4558/1930
Article 13 paragraph 1b of the DEH Personnel Status Regulations
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 647 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 647/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μπήινα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-10-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 28-1-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 και 350 ΑΚ ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή που του προσφέρεται πραγματικώς και προσηκόντως, όπως και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική, αν δήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 656 του ίδιου κώδικα, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η παροχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο.

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως, ο δε εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού που αυτός πραγματικώς και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 36 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ - ΔΕΗ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, "λύσις της συμβάσεως εργασίας επέρχεται δια παραιτήσεως εκ μέρους του μισθωτού ... . Προς παραίτησιν εξομοιούνται επιφέρουσα την αυτοδικαίαν, άνευ τηρήσεως διατυπώσεως τινός ή διαδικασίας ως και άνευ αποζημιώσεως, λύσιν της συμβάσεως εργασίας, η αδικαιολόγητος απουσία παντός μισθωτού εκ της υπηρεσίας του υπέρ τας είκοσιν (20) συνεχείς εργασίμους ημέρας ή τριάκοντα (30) διακεκομμένας τοιαύτας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους, εφόσον προηγήθησαν ισάριθμοι κλήσεις προς απολογίαν ...".

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 εδαφ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) την 1-4-1985 για να εργαστεί στην επιχείρησή της, όπου και εργάστηκε, αρχικά ως τεχνίτης οχημάτων, έως 30-9-1985, στη συνέχεια από τον Ιούνιο του 1986 μέχρι 31-3-1992, ως χειριστής κατεργασίας φυσικού λιγνίτη, από 1-4-1992 έως 28-2-1999, ως τεχνίτης χωματουργικών, και από 1-3-1999 και μετέπειτα ως τεχνίτης μηχανολογικής συντήρησης στο Ορυχείο ... .

Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο 2001 έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους ο αναιρεσείων απουσίαζε επανειλημμένα από την εργασία του. Συγκεκριμένα, απουσίασε το μήνα Μάρτιο για 5 ημέρες, τον Απρίλιο 9, το Μάιο 9, τον Ιούνιο 6, τον Ιούλιο 14, τον Αύγουστο 11 ημέρες, το Σεπτέμβριο 13, τον Οκτώβριο 10, το Νοέμβριο 12 και το Δεκέμβριο 10 ημέρες, ήτοι συνολικά απουσίασε επί 99 ημέρες.

Για τις ως άνω απουσίες από την εργασία του ο αναιρεσείων ενημέρωνε τηλεφωνικά την υπηρεσία του και στη συνέχεια γινόταν σχετική καταχώριση στο Δελτίο Απασχόλησης, με τη σημείωση ότι αυτός απουσίαζε λόγω ασθενείας, πλην όμως, ουδέποτε προσκόμισε τα απαιτούμενα από τον Κανονισμό της ΔΕΗ ιατρικά πιστοποιητικά.

Λόγω του μεγάλου αριθμού ημερών απουσίας από την εργασία του, κατά τις οποίες ο αναιρεσείων δήλωνε "ασθενής" χωρίς προσκόμιση ιατρικών πιστοποιητικών, η αρμόδια υπηρεσία της αναιρεσίβλητης προέβη σε έρευνα, με σκοπό τον έλεγχο των ασθενειών του μισθωτού της. Ακολούθως, με το από 21-12-2001 (Φ 844/Ε-155) έγγραφο της υπηρεσίας του ο αναιρεσείων κλήθηκε σε έγγραφη απολογία από την αναιρεσίβλητη για "αδικαιολόγητη απουσία 93 ημερών στο διάστημα από 1-3-2001 έως 30-11-2001 και για εξαπάτηση της υπηρεσίας", για το λόγο ότι δήλωσε στην υπηρεσία τις εν λόγω 99 ημέρες απουσίας του, ως ημέρες ασθενείας, χωρίς να προσκομίσει τα απαραίτητα πιστοποιητικά προς απόδειξη της ασθενείας του.

Μετά την απολογία του αναιρεσείοντος, το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης με την από 13-2-2002 (Φ844/Ε-20) απόφασή του επέβαλε σ' αυτόν την πειθαρχική ποινή της αργίας δέκα (10) ημερών με στέρηση των αποδοχών του. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 20-3-2002 έφεσή του, ισχυριζόμενος ότι το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 30-11-2001 αντιμετώπιζε σοβαρή ψυχική διαταραχή, εξαιτίας της οποίας αναγκάσθηκε να απουσιάσει από την εργασία του και ζήτησε να ανακληθεί η ως άνω από 13-2-2002 απόφαση του Π.Π.Σ., με την οποία του επιβλήθηκε η προαναφερθείσα πειθαρχική ποινή.

Για την επίρρωση των αναφερομένων στην εν λόγω έφεση ισχυρισμών του ο αναιρεσείων προσκόμισε και την από 22-2-2002 γνωμάτευση του ψυχιάτρου του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κοζάνης "Μαμάτσειου", ΑΑ, στην οποία βεβαιώνεται ότι το πιο πάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα παρουσίασε "συναισθηματική διαταραχή και αντιδραστική καταθλιπτική συνδρομή με κύριο χαρακτηριστικό την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, μετά δε την ψυχολογική παρέμβαση, η ανωτέρω ψυχική διαταραχή απεκαταστάθη".

Στη συνέχεια, η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Πτολεμαΐδας της αναιρεσίβλητης με την από 9-4-2002 απόφασή της, μετά από αυτοπρόσωπη εξέταση του αναιρεσείοντος, αποφάνθηκε ότι αυτός έπασχε πράγματι από συναισθηματική διαταραχή και αντιδραστική καταθλιπτική συνδρομή, που δικαιολογούσαν την απουσία από την εργασία του επί 99 ημέρες κατά το επίδικο διάστημα και ενέκρινε εκ των υστέρων χρόνο νοσηλείας οίκοι 99 ημερών.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 9-5-2002 έφεση της προς τη Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Θεσσαλονίκης, η οποία με την ... απόφασή της δέχθηκε την έφεση, θεωρώντας ότι οι απουσίες του αναιρεσείοντος κατά το επίδικο διάστημα ήταν αδικαιολόγητες. Κατόπιν αυτών, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, κατά τη συνεδρίαση της 8-7-2002 απέρριψε την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του ομοίου Συμβουλίου της Ακολούθως, η αρμόδια Διεύθυνση Ανθρωπίνων Πόρων της αναιρεσίβλητης (ΔΑΠ - ΔΕΗ), κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 παρ. 2 του Κανονισμού της, κίνησε τη διαδικασία λύσης της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος και με το από 10-7-2002 έγγραφό της, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 23-7-2002, του έκανε γνωστό ότι η μεταξύ τους σύμβαση εργασίας λύθηκε από 31-12-2001, για το λόγο ότι, σύμφωνα με την άνω διάταξη, ο αναιρεσείων απουσίασε από την εργασία του περισσότερες από 30 διακεκομμένες εργάσιμες ημέρες κατά το έτος 2001, για τις οποίες επιδόθηκαν σ' αυτόν ισάριθμες κλήσεις για απολογία και ότι η λύση της σύμβασης εργασίας θεωρείται ότι έγινε με παραίτηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος.

Κατά της απόφασης της αναιρεσίβλητης με την οποία λύθηκε η σύμβαση εργασίας του, ο αναιρεσείων άσκησε την από 22-8-2002 προσφυγή του, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της, επικαλούμενος αφενός την προεκτεθείσα ασθένειά του και την συνεπεία αυτής απουσία από την εργασία του κατά το επίδικο διάστημα και αφετέρου την μη επίδοση σ' αυτόν, ισαρίθμων με τις ημέρες απουσίας του, κλήσεων προς απολογία, όπως προβλέπει, η διάταξη του άρθρου 36 παρ. 2 του ΚΚΠ-ΔΕΗ.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος, γιατί μία μόνο φορά του αποδόθηκε κατηγορία με τη μορφή του παραπάνω πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο περιελάμβανε την κατ' εξακολούθηση αδικαιολόγητη απουσία από την υπηρεσία του, για το οποίο κλήθηκε νομότυπα σε απολογία κι ως εκ τούτου δεν απαιτείτο να λαμβάνει για κάθε ημέρα απουσίας του ξεχωριστή κλήση για έγγραφη απολογία.

Ακολούθως, το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης συνεδρίασε εκ νέου προκειμένου να κρίνει την παραπάνω προσφυγή του αναιρεσείοντος στις 22-11-2002, οπότε, κατόπιν αιτήματός του, παρέστη αυτοπροσώπως ο αναιρεσείων, κατέθεσε δε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και η σύζυγός του. Και οι δύο ζήτησαν την επιείκεια του Συμβουλίου, επικαλούμενοι ότι η παύση της εργασίας για τον προσφεύγοντα - αναιρεσείοντα θα έχει ως αναγκαίο επακόλουθο την αδυναμία αντιμετώπισης των βιοτικών αναγκών της πενταμελούς οικογένειάς τους καθώς και της παραπληγικής αδελφής του αναιρεσείοντος, ο οποίος συγχρόνως υποσχέθηκε ότι σε περίπτωση επαναπρόσληψής του θα επανορθώσει τα λάθη προς την υπηρεσία του.

Κατόπιν των δηλώσεων αυτών, και αφού πείσθηκε περί των σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων του αναιρεσείοντος το ως άνω Πειθαρχικό Συμβούλιο έκανε δεκτή την προσφυγή του και αποφάνθηκε ότι πρέπει να επανέλθει στην υπηρεσία του. Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε νομίμως στον αναιρεσείοντα την ως άνω απόφαση με το από 29-1-2003 έγγραφο του αρμόδιου Τομεάρχη της, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 7-2-2003, προκειμένου να αναλάβει εκ νέου υπηρεσία στη Διεύθυνση Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας, την οποία και ανέλαβε αυτός στις 2-5-2003, εξακολουθεί δε να εργάζεται στην εν λόγω υπηρεσία μέχρι σήμερα.

Περαιτέρω, με τη με αριθμό ... απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΕΗ, ΒΒ, χαρακτηρίσθηκε το διάστημα από 1-1-2002 έως 2-5-2003, κατά το οποίο ο αναιρεσείων δεν εργαζόταν, ως "άδεια χωρίς αποδοχές". Η απόφαση αυτή λήφθηκε από το αρμόδιο όργανο της αναιρεσίβλητης στα πλαίσια των νομίμων καθηκόντων του και κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 παρ. 1 περ.

β' του ΚΚΠ-ΔΕΗ, που προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης της εν λόγω άδειας στο Διοικητή της αναιρεσείουσας. Με βάση τα προεκτεθέντα, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να δεχθεί τις πραγματικώς προσφερθείσες υπηρεσίες του αναιρεσείοντος, καθόσον η μη απασχόλησή του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οφειλόταν αποκλειστικά στον ίδιο και συγκεκριμένα στην παραπάνω υφιστάμενη σε βάρος του πειθαρχική διαδικασία, η οποία κινήθηκε λόγω παραπτώματος που δικαιολογούσε την απόλυσή του.

Και ναι μεν η απόλυσή του ακυρώθηκε τελικά, πλην όμως, αυτό έγινε, όχι γιατί δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις απολύσεώς του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά για τους προεκτεθέντες λόγους επιείκειας, καθόσον όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σκεπτικό της άνω από 29-11-2002 απόφασης του Συμβουλίου, η επαναπρόσληψη του αναιρεσείοντος γίνεται "για λόγους κοινωνικούς και μόνο".

Κατ' ακολουθία τούτων η αναιρεσίβλητη δεν κατέστη υπερήμερη δανείστρια και δεν οφείλει αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας στον αναιρεσείοντα". Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε κατ' ουσίαν την περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας ένδικη αγωγή, η οποία πρωτοδίκως είχε γίνει στο σύνολό της δεκτή (για ποσό 35.280,73 Ευρώ).

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 349, 350, 656 ΑΚ και 36 του ΚΚΠ-ΔΕΗ, ούτε και τις μη εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 20 παρ.2 του Συντάγματος, 5 του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, και 13 παρ. 1β του ΚΚΠ- ΔΕΗ και κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

απορρέοντες, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2006 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 82/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ