Legislator Case Law & Legislation
647/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation where court finds statements were made with intent to insult rather than legitimate interest.

Case Number 647/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages for defamation. The appellant argued that his statements regarding a property sale to a close friend were made in good faith to protect church interests, but the court found the specific language used was excessive and intended solely to insult the plaintiff. Consequently, the court ruled that the statements lacked a legitimate interest and constituted an intentional insult, thereby upholding the lower court's decision to award monetary compensation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59 of the Civil Code; A statement made with the purpose of insult, rather than to express a legitimate interest, constitutes an intentional insult and is not justified, entitling the victim to damages for moral harm.

Keywords

AI generated
defamation law intentional insult legitimate interest moral damages Greek Civil Code appeal dismissal reputation protection

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59 of the Civil Code
Articles 361, 362, 367 of the Code of Civil Procedure
Article 574 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 647 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 647/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τα Δημήτριο Τεντολούρη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαχαραλάμπους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3652/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8834/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 10-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 57 εδ. α, 59 εδ. α, 914 και 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 362 και 367 ΠΚ, συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται από άλλον στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 2 και 5) προσωπικότητά του και ειδικότερα προσβάλλεται στην τιμή ή υπόληψή του, προσβάλλεται δε με δυσφήμηση, ήτοι με το που ο άλλος από πρόθεση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για εκείνον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, ή με συκοφαντία, ήτοι με το που ο άλλος δυσφημεί εκείνον, το δε αντίστοιχο δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές και αυτός ο άλλος γνωρίζει ότι αυτό είναι ψευδές, ή με εξύβριση, ήτοι με το που ο άλλος, εκτός από τις περιπτώσεις της συκοφαντίας ή δυσφημήσεως, από πρόθεση προσβάλλει την τιμή ή υπόληψη εκείνου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Το δε δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Ο άδικος όμως χαρακτήρας τέτοιας προσβολής, όχι με συκοφαντία αλλά μόνο με δυσφήμηση ή εξύβριση, αίρεται σε περίπτωση που ο προσβολέας προβαίνει στις δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Ωστόσο, η άρση του άδικου χαρακτήρα της προσβολής με δυσφήμιση ή εξύβριση ανατρέπεται, αν από τον τρόπο που έλαβαν χώρα οι δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός έκφρασης καταφρονήσεως από τον προσβολέα προς εκείνον που προσβάλλεται. Τέτοιος τρόπος, για την απόδειξη του σκοπού εξύβρισης, συντρέχει, ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: Την ...., στον τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας ......., οι διάδικοι, που και οι δύο είναι θεολόγοι - φιλόλογοι, ήταν προσκεκλημένοι της δημοσιογράφου Γ1 μαζί με τον καθηγητή - ιερέα Γ2, τους βουλευτές Γ3 και Γ4 και την καθηγήτρια Γ5.

Κατά τη διάρκεια της εν λόγω εκπομπής, η συντονίστρια αυτής Γ1 απηύθυνε στον ενάγοντα το ερώτημα αν είναι αλήθεια ότι τον έχουν αφορίσει από το Πατριαρχείο και για ποια αιτία. Ο ενάγων απάντησε καταφατικά στην ερώτηση αυτή και εξήγησε ότι ο αφορισμός του έλαβε χώρα γιατί άσκησε έλεγχο στον Αρχιεπίσκοπο ....., ο οποίος κήρυττε ότι ο Χριστός ήλθε στον κόσμο αμαρτωλός και ατελής, ότι η Ορθόδοξη δεν είναι η μία αγία, καθολική και αποστολική εκκλησία, ότι ο άνθρωπος έχει κτηνώδη προέλευση και ότι ο Ιησούς Χριστός είναι κατώτερος από τον Πατέρα.

Μετά την αναφορά των παραπάνω από τον ενάγοντα έλαβε το λόγο ο πατέρας Γ2, επισημαίνοντας ότι αν αληθεύουν αυτά που είπε ο ενάγων, τότε κακώς τιμωρήθηκε. Στο σημείο αυτό παρενέβη ο εναγόμενος, ο οποίος είπε: "αυτά όλα είναι ψέματα". Στη συνέχεια της εκπομπής και ενώ η συζήτηση περιστρέφονταν στα θέματα της ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας έλαβε το λόγο ο εναγόμενος, λέγοντας κατά λέξη τα εξής : "Επειδή αναφέρθηκε σε θέματα οικοπέδων της Εκκλησίας, δεν ήθελα να πω τίποτα.

Αλλά πρέπει να το πω, γιατί θα αρρωστήσω, μπορεί να πάθω κανένα έμφραγμα. Η εκκλησία της Ελλάδος πράγματι έχει προσφέρει οικόπεδα και σε ακτήμονες και λοιπά. Και ξέρω ένα περιστατικό, επειδή είναι ο Ψ1 εδώ. Η Εκκλησία της Ελλάδος έδωσε, μέσω του ΟΔΕΠ, ένα μεγάλο οικόπεδο, στην ......, περίπου δύο στρέμματα, δωρεάν, ή μάλλον με ένα μικρό αντίτιμο, για να κτισθεί εκεί ένα ίδρυμα με ένα ναό.

Αυτό το οικόπεδο δόθηκε προσωπικά στον Π. ........., τον πρώην Μητροπολίτη ....., έναν άγιο άνθρωπο. Αυτό βέβαια παραχωρήθηκε σε έναν σύλλογο, του οποίου συλλόγου ο κ. Ψ1 είναι εκλεκτό μέλος. Τι έγινε το οικόπεδο αυτό; Πωλήθηκε το οικόπεδο από τον σύλλογο. Σε ποιόν πωλήθηκε; Σε έναν παρακοιμώμενο του κ. Ψ1, έναντι 11.000.000.

Φαγώθηκε το κτήμα". Όταν ο ενάγων ρώτησε τον εναγόμενο ποιόν εννοεί ως παρακοιμώμενο του, ο τελευταίος απάντησε ότι εννοεί τον Ζ1. Ο ενάγων αντέδρασε λέγοντας ότι ο Ζ1 μένει στην Αθήνα, ενώ αυτός μένει στην ....... Ακολούθως, ο εναγόμενος, αναφερόμενος στο ίδιο ζήτημα και απευθυνόμενος προς τον ενάγοντα είπε και τα εξής: "Δεν είστε παρακοιμώμενος;

Φάγατε τα κτήματα της Εκκλησίας. Ντροπή σας". Ακολούθως ο ενάγων ανέφερε για τον εαυτό του ότι θυσίασε δύο πτυχία και δεν έχει μία δεκάρα στην τσέπη του και τότε ο εναγόμενος του είπε: "Ψέματα λέτε, έχετε λεφτά κάποια εκατομμύρια, φάγατε το κτήμα της Εκκλησίας και το παίζετε άγιος

εσύ έχεις λεφτά στην Τράπεζα....... θα το αποδείξω εγώ. Κατηγορείτε δήθεν τους βουλευτές οι χριστιανοί. Σεις οι άγιοι τι κάνετε; "Όσον αφορά το ψευδές ή αληθές των ως άνω ισχυρισμών του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος αποδεικνύονται περαιτέρω τα ακόλουθα: Ο ενάγων μετέβαινε από πολλών ετών στην ..... και παρέμενε εκεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Αυτός, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην ήπειρο αυτή, προέβαινε σε ομιλίες και διαλέξεις προς τον εκεί ορθόδοξο λαό, το πλήρωμα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής ......., και καταφερόταν με μεγάλη οξύτητα κατά του Αρχιεπισκόπου ......, Η1, για τον οποίο διέδιδε τα ως άνω περιστατικά, τα οποία ανάφερε και στην επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή.

Οι αιτιάσεις, όμως αυτές του ενάγοντος κατά του παραπάνω Αρχιεπισκόπου δεν είναι αληθείς. Αυτός δεν προσκομίζει ούτε ένα έγγραφο, στο οποίο να διατυπώνονται από τον Αρχιεπίσκοπο ..... Η1 οι αποδιδόμενες σ' αυτόν από τον ενάγοντα αιρετικές θέσεις ή έστω ένα έγγραφο από τρίτο πρόσωπο, το οποίο να υιοθετεί τις απόψεις του ενάγοντος, και ούτε κατονομάζει ο τελευταίος έστω και έναν αυτήκοο μάρτυρα, που να άκουσε τον Αρχιεπίσκοπο .....

Η1 να διακηρύττει τα ως άνω. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι αυτός ουδέποτε παρέσχε οποιαδήποτε αφορμή, ώστε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και δη η Ιερά Σύνοδος αυτού, να τον εγκαλέσει για δογματικά ή άλλα συναφή ατοπήματα, όπως συνέβη με τον ενάγοντα, τον οποίο αφόρισε η Μείζων και Υπερτελής Ιερά Σύνοδος των Εκκλησιών, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 1993, για τα όσα διακήρυττε στην .....

για το πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Η1 και για τις προσπάθειες που έκανε στη χώρα αυτή να διεγείρει τους πιστούς σε ανταρσία. Μάλιστα, από την μ' αριθμό πρωτοκόλλου 281 επιστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Αρχιεπίσκοπο ......., που προσκομίζει ο εναγόμενος, προκύπτει ότι αφενός μεν το Οικουμενικό Πατριαρχείο περιβάλλει με την εμπιστοσύνη του τον Αρχιεπίσκοπο αυτόν, αφετέρου δε θεωρεί σωστή ενέργεια τον αφορισμό του ενάγοντος, καθόσον αναφέρεται για το θέμα αυτό στην επιστολή ότι "από της πλευράς της Μητρός Εκκλησίας δεν υπάρχει σκέψις αποκαταστάσεως του τιμωρηθέντος δια γνωστάς αντιεκκλησιαστικάς ενεργείας δια της ποινής του αφορισμού Ψ1 άνευ της ζητήσεως υπ' αυτού της συγνώμης και του ελέους της Εκκλησίας".

Σημειώνεται ότι με την 115/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών απηλλάγη ο ήδη εναγόμενος από την κατηγορία της απλής δυσφήμισης δια του τύπου σε βάρος του ήδη ενάγοντος και τότε μηνυτή, αναφορικά με ένα άρθρο του πρώτου, που δημοσιεύτηκε την ...... στην εβδομαδιαία θρησκευτική εφημερίδα "......", που εκδίδεται την Αθήνα, στο οποίο (άρθρο) ανέφερε ότι, χωρίς ντοκουμέντα και αδιάσειστες μαρτυρίες, ένας εκκλησιαστικός ρήτορας, εννοώντας τον ενάγοντα, καταλόγισε στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου .....

τη μομφή πως αυτός διακήρυττε ότι "η Αγία Γραφή είναι ένα μεγάλο παραμύθι". Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι με το ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Λούμου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο Οργανισμός Διοικήσεως -Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στο σωματείο με την επωνυμία "......" ένα οικόπεδο, επιφάνειας 1.501,59 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Καλλιθέας, στην συμβολή των οδών .....

και ........ Η εκποίηση αυτή έγινε, βάσει του άρθρου 14 του Ν.Δ. 3432/1955, άνευ δημοπρασίας, υπό τον όρο ότι το οικόπεδο αυτό θα χρησιμοποιηθεί για την ίδρυση φιλανθρωπικού καταστήματος και ασύλου και την ανέγερση ναού. Το ως άνω σωματείο δεν οικοδόμησε στην παραπάνω οικοπεδική έκταση, που αγόρασε από τον ΟΔΕΠ αντί του συμβολικού τιμήματος των 173.516 δραχμών, αλλά μετά το έτος 1958 ανήγειρε οικοτροφείο αρρένων φοιτητών με αίθουσα διαλέξεων και ναΐδριο στην οδό ....... - Αθήνα και γηροκομείο με ναΐδριο στην περιοχή ......

Το έτος 1983, με το ........ προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Μερτικοπούλου - Κόλλια, το παραπάνω σωματείο ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει το οικόπεδο αυτό στο Ζ1, κάτοικο τότε Αθηνών, οδός ... αρ. ...., μέχρι την 26-7-1984 και αντί τιμήματος 11.000.000 δραχμών. Με το ...... οριστικό συμβόλαιο της ίδιας ποιο πάνω συμβολαιογράφου, έγινε η μεταβίβαση της κυριότητας του επίμαχου οικοπέδου στο Ζ1, αντί του συμφωνημένου τιμήματος των 11.000.000 δραχμών.

Στο ποσό αυτό είχε εκτιμήσει την αγοραία αξία του εν λόγω οικοπέδου την .... και η αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική δήλωση φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου, που προσκομίζει ο εναγόμενος. Εξ άλλου, από το ....... βεβαιωτικό απόσπασμα του Δήμου Καλλιθέας, το οποίο απευθύνεται προς το σωματείο "......", αποδεικνύεται ότι ο Δήμος εκτίμησε κατά τον ως άνω χρόνο την αγοραία αξία του ίδιου ακινήτου στο ποσό των 13.800.000 δραχμών.

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται με τις έγγραφες προτάσεις του, ότι ο Ζ1 πώλησε το ακίνητο αυτό το έτος 1988 αντί 29.200.000 δραχμών και ενώ η αντικειμενική αξία αυτού το έτος 1988 ήταν 33.465.000 δραχμές, αλλά οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Αυτός, βέβαια, επικαλείται με τις έγγραφες προτάσεις του, ότι προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών προσκομίζει τα σχετικά μ' αριθμούς 9 και 13, τέτοια, όμως, έγγραφα δεν προσκομίζονται απ' αυτόν.

Από τα προαναφερόμενα, αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το ακίνητο της ....., που πωλήθηκε από το σωματείο "......." στο Ζ1, πωλήθηκε στην πραγματική, αγοραία, αξία που είχε κατά το χρόνο της πώλησης και όχι με μειωμένο τίμημα, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Προκειμένου να αποδείξει ο τελευταίος τον ισχυρισμό του, ότι ο ενάγων ήταν μέλος του σωματείου "Ορθόδοξος Φιλανθρωπική Αδελφότης "........." κατά τον χρόνο σύναψης του προσυμφώνου και μετά από την άρνηση του Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου αυτού να συμμορφωθεί προς Εισαγγελική παραγγελία που ζήτησε και έλαβε ο εναγόμενος, αναγκάσθηκε αυτός να ζητήσει, με την από 16-4-2002 αίτηση του, από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) να υποχρεωθεί ο Πρόεδρος του σωματείου Δ1 να του χορηγήσει αντίγραφα από το βιβλίο μελών και από τα βιβλία πρακτικών διοικητικού συμβουλίου και γενικής συνέλευσης του έτους 1983, καθώς και βεβαίωση περί του εάν ο ενάγων και ο Ζ1 ήταν μέλη του εν λόγω σωματείου το έτος 1983.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 7.698/2002 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία την έκανε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία. Παρότι ο εναγόμενος κοινοποίησε στο καθ' ου η αίτηση σωματείο απόσπασμα της παραπάνω απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, κατ' άρθρο 700 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο Πρόεδρος αυτού αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το διατακτικό της παραπάνω απόφασης.

Αντίθετα, το ως άνω σωματείο ζήτησε από το εκδόν την απόφαση Δικαστήριο την ανάκληση, άλλως μεταρρύθμιση της, και με την από 20-11-2002 αίτηση του την αναστολή εκτελέσεως της ως άνω απόφασης μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αιτήσεως του για ανάκληση. Η αίτηση αναστολής εκτελέσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 991/6-2-2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά από την εξέλιξη αυτή παραιτήθηκε από Πρόεδρος του σωματείου ο Δ1.

Ανεξάρτητα, όμως, από .την άρνηση του τελευταίου να χορηγήσει αντίγραφα των βιβλίων του σωματείου και την αιτούμενη βεβαίωση, από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων και ο Ζ1 ήταν μέλη του σωματείου "Ορθόδοξος Φιλανθρωπική Αδελφότης "........" κατά το έτος 1983 και επίσης αυτοί ήταν και μέλη του σωματείου "Ορθόδοξος -Ιεραποστολική Αδελφότης ".......".

Τα σωματεία, εξ άλλου, αυτά έχουν και κοινή έδρα, την οδό .... αρ. ...... Περαιτέρω, ο ενάγων και ο Ζ1, που έχουν γνωριμία ετών, δηλώνουν στα δικόγραφα, που καταθέτουν στα δικαστήρια, ως διεύθυνση κατοικίας την οδό ..... αρ. ... και κάποιες φορές ο ενάγων δηλώνει ως τόπο κατοικίας του την ...., οδός .... αρ. ..... Από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται περαιτέρω ότι έγινε διαχειριστικός έλεγχος από τη Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης Πειραιά στα οικονομικά των σωματείων Ορθόδοξος Φιλανθρωπική Αδελφότης "....." και "Ορθόδοξος Ιεραποστολική Αδελφότης "......" και διαπιστώθηκε οικονομικό έλλειμμα ύψους 67.889.700 δραχμών για το πρώτο σωματείο και για το χρονικό διάστημα 1996-2000 και 472.641.869 δραχμών για το δεύτερο σωματείο και για το χρονικό διάστημα 1994-2000.

Στο σχετικό πόρισμα που συνέταξε η ως άνω Διεύθυνση, μ' αριθμό ΕΜΠ ......, θεωρήθηκαν αστικά υπεύθυνοι και υπόλογοι ο Ζ2, ο ....., ο Ζ1 και ο ενάγων. Για τον τελευταίο αναφέρεται στο πόρισμα αυτό ότι έχει καταθέσεις σε κοινούς λογαριασμούς με άλλα πρόσωπα στις τράπεζες Εθνική και Εμπορική και ειδικότερα: α) στον. .....

λογαριασμό με συνδικαιούχο το ....., β) στον ..... λογαριασμό με συνδικαιούχο το Ζ2, γ) στον ..... λογαριασμό με συνδικαιούχο την ......, δ) στον .... λογαριασμό με συνδικαιούχο τον ......, ε) στον ..... λογαριασμό με συνδικαιούχο την ....... και στ) στον ..... λογαριασμό με συνδικαιούχους τους ...... και Ζ2. Ο τελευταίος από τους εν λόγω λογαριασμούς είχε υπόλοιπο την 9-10-2000 δραχμές 10.915.863.

Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων την 25-2-1998 αγόρασε ..... αξίας 5.800.000 δραχμών, τα οποία εξόφλησε στη λήξη τους, εισπράττοντας το ποσό των 6.733.824 δραχμών. Σημειώνεται εδώ ότι μετά τον ως άνω οικονομικό έλεγχο και συγκεκριμένα την 28-11-2000 κλείσθηκαν όλοι οι παραπάνω κοινοί λογαριασμοί, στους οποίους ο ενάγων ήταν συνδικαιούχος.

Ο μάρτυρας ......., που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι αυτός αγνοούσε ότι ήταν συνδικαιούχος σε κοινούς λογαριασμούς. Ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν εργάζεται και τα χρήματα που υπήρχαν στους ως άνω λογαριασμούς δεν ανήκαν στον ίδιο, αλλά στα σωματεία "......." και "......".

Ο εναγόμενος δεν αποδεικνύεται ότι γνώριζε ότι τα χρήματα των προαναφερόμενων λογαριασμών ήταν των σωματείων και όχι του ενάγοντος, όταν ανέφερε γι' αυτόν ότι έχει χρήματα και μάλιστα εκατομμύρια. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι βάσει του πορίσματος της Οικονομικής Επιθεώρησης Πειραιά ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ζημία άνω των 73.000 Ευρώ (άρθρο 258 ΠΚ) και διατάχθηκε κύρια ανάκριση, η οποία ανατέθηκε στην Ανακρίτρια του 10ου Ειδικού Τμήματος Αθηνών.

Κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης η ως άνω Ανακρίτρια διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και διόρισε ως πραγματογνώμονες τους .... και ........ Στους πραγματογνώμονες αυτούς ο βασικός κατηγορούμενος Ζ2 παρέδωσε την 18-6-2004 και 10-7-2004 παραστατικά δαπανών και μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησαν σ' αυτά οι παραπάνω πραγματογνώμονες, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στο μεν σωματείο "......." το έλλειμμα ήταν μόνο 1.600 δραχμές, στο δε σωματείο "....." ήταν 1.034.779 δραχμές (βλ.

την από ..... έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτών, που προσκομίζει ο ενάγων). Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι, με βάση τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος για τον ενάγοντα στην επίδικη τηλεοπτική εκπομπή σχετικά με τον Αρχιεπίσκοπο ......, ενώ το ότι ο τελευταίος (ενάγων) έχει χρήματα σε πιστωτικά ιδρύματα της χώρας είναι αναληθές, αλλά δεν υπάρχει δόλος του εναγομένου κατά το σκέλος αυτό, οπότε, ως προς τα γεγονότα αυτά, δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση.

Όμως, αναφορικά με τα όσα διέδωσε ο εναγόμενος για το ακίνητο της......., που πωλήθηκε στο Ζ1, τα οποία είναι αναληθή, αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος. Ο ισχυρισμός του δε ότι φαγώθηκε το ακίνητο από παρακοιμώμενο του ενάγοντος, είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικός, σε σχέση με την ιδιότητα αυτού ως θεολόγου - φιλολόγου.

Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής αυτής εκπομπής (.......), που διέδωσε ο εναγόμενος τα γεγονότα αυτά, τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους, ώστε να λάβει η πράξη του το χαρακτήρα της συκοφαντικής δυσφήμισης, διότι, κατά τον παραπάνω χρόνο, αγνοούσε ο εναγόμενος ποια ήταν η πραγματική αξία του πωληθέντος ακινήτου και πόσο είχε εκτιμήσει αυτό η αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Αλλά ούτε και το αδίκημα της απλής δυσφήμησης στοιχειοθετείται, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση συντρέχει νόμιμος λόγος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1γ του Π.Κ., όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς απόκρουση της ένδικης έφεσης.

Ειδικότερα, η αναφορά όλων των παραπάνω γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων από τον εναγόμενο έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τα εκκλησιαστικά πράγματα, αφού και αυτός είναι θεολόγος- φιλόλογος και έχει επιδείξει έντονη δράση στον ευρύτερο εκκλησιαστικό χώρο και μακρά ενασχόληση με τα εκκλησιαστικά πράγματα.

Απομένει να ερευνηθεί αν από τον τρόπο της εκδηλώσεως της συμπεριφοράς του αυτής, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά σε προσβολή της τιμής του με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του. Η φράση "το οικόπεδο πωλήθηκε σ' έναν παρακοιμώμενο του Ψ1 έναντι 11.000.000 δραχμών, φαγώθηκε το κτήμα, φάγατε τα κτήματα της Εκκλησίας, ντροπή σας" εξωτερικεύει την εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ενάγοντος και συγχρόνως καταφρόνηση του προσώπου αυτού.

Η άποψη που εκφράζει ο εναγόμενος, ότι ο σκοπός των λεγομένων του δεν ήταν η εξύβριση του ενάγοντος, αλλά η άσκηση εναντίον αυτού οξείας κριτικής για τον τρόπο διαχείρισης της εκκλησιαστικής περιουσίας, δεν είναι βάσιμη, ούτε μπορεί να ανατρέψει την κρίση του Δικαστηρίου, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε υπέρβαση των ορίων που ο νόμος έχει θέσει και για τον ηλεκτρονικό τύπο, αλλά μόνο όσον αφορά τα γεγονότα τα σχετικά με το ακίνητο που αγόρασε ο Ζ1 και για τη φράση "παρακοιμώμενος του Ψ1" και όχι για τα υπόλοιπα γεγονότα.

Αν η πρόθεση του εναγομένου ήταν η άσκηση οξείας κριτικής μόνο, δεν θα είχε χρησιμοποιήσει τις ιδιαιτέρως μειωτικές της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος φράσεις "φάγατε τα κτήματα της Εκκλησίας" και "παρακοιμώμενος του Ψ1". Εάν ο εναγόμενος είχε σκοπό να ασκήσει μόνο κριτική, έστω και δριμεία, δεν θα ήταν απαραίτητες οι άνω φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν.

Αυτός θα μπορούσε ευχερώς, λόγω του πλούτου της Ελληνικής γλώσσας σε λέξεις, την οποία (γλώσσα) γνωρίζει άριστα ο εναγόμενος, να χρησιμοποιήσει πιο ήπιες εκφράσεις για την εξυπηρέτηση του σκοπού του. Λόγω δε της εθνικής εμβέλειας του τηλεοπτικού σταθμού ......, διασύρθηκε ο ενάγων σε ολόκληρη τη χώρα. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι οι ως άνω φράσεις χρησιμοποιήθηκαν από τον εναγόμενο, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τη σημασία τους, αποκλειστικά και μόνο για να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και, ως εκ τούτου, αποκλείεται η άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως του λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και γι' αυτό ο σχετικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία.

Συνεπώς, η πράξη αυτή του εναγομένου, που συνιστά αδικοπραξία (άρθρα 914 ΑΚ, 361 ΠΚ), προσέβαλε και την προσωπικότητα του ενάγοντος, καθόσον από την εξυβριστική, κατά τα άνω, συμπεριφορά του εναγομένου προκύπτει πρόθεση αυτού να πλήξει την προσωπικότητα του ενάγοντος υπό την έκφανση της τιμής και υπολήψεώς του, διότι με τις ως άνω φράσεις, κατά κρίση αντικειμενική, μειώνεται η ηθική αξία που έχει πηγή την ατομικότητα και., αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση των άλλων μονάδων του κοινωνικού συνόλου προς αυτόν (άρθρα 57, 59 ΑΚ).

Ήταν δε γνωστό στον εναγόμενο, κατά το χρόνο που ανέφερε τα παραπάνω γεγονότα, ότι θα γίνουν γνωστά σε μεγάλο αριθμό προσώπων και ότι η βλάβη που θα προκαλείτο από το λόγο αυτό στο πρόσωπο του ενάγοντος θα ήταν σημαντική. Από την προεκτεθείσα αδικοπραξία σε βάρος του, καθώς και από την παράνομη αυτή και σημαντική προσβολή της προσωπικότητας του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, δηλαδή για την ανακούφιση αυτού από τη λύπη, τη στενοχώρια και γενικά τον ψυχικό πόνο που αισθάνθηκε, πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτού (ενάγοντος) και σε βάρος του εναγομένου χρηματική ικανοποίηση.

Με βάση αυτές τις παραδοχές, σύμφωνα με τις οποίες: 1) τα λεχθέντα από τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια της άνω τηλεοπτικής εκπομπής και αφορώντα το ακίνητο που αγόρασε ο Ζ1, παρακοιμώμενος (άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης) του ενάγοντος και ειδικότερα οι ως άνω χρησιμοποιηθείσες και συνολικά λαμβανόμενες υπόψη φράσεις "το οικόπεδο πωλήθηκε σε παρακοιμώμενο του Ψ1.........φαγώθηκε το κτήμα........φάγατε τα κτήματα της Εκκλησίας, ντροπή σας" δεν ήταν αναγκαίες για να εκφράσει ο εναγόμενος το περιεχόμενο της βούλησης του προς προστασία του επικαλουμένου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του για τα εκκλησιαστικά πράγματα, 2) οι φράσεις αυτές υπερέβησαν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο (αναγκαίο ) μέτρο, 3) ο εναγόμενος, αν είχε σκοπό να ασκήσει μόνο οξεία κριτική , μπορούσε να χρησιμοποιήσει, λόγω και του πλούτου της Ελληνικής γλώσσας, την οποία γνωρίζει άριστα, αφού είναι θεολόγος-φιλόλογος πιο ήπιες εκφράσεις για την εξυπηρέτηση του σκοπού του (προστασία του άνω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του) και 4) χρησιμοποίησε ο εναγόμενος τις άνω φράσεις αποκλειστικά και μόνο για να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ,ήτοι με σκοπό εξύβρισης αυτού, που αποκλείει την άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως του λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού του, το Εφετείο, που δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του ενάγοντος και επιδίκασε σ αυτόν το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της εκ της άνω αδικοπραξίας ηθικής του βλάβης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και επομένως δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του Α.Κ.

στις οποίες ορθά υπήγαγε τα άνω από τον εναγόμενο λεχθέντα, αφού δέχτηκε ότι αυτά ελέχθησαν με σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος και με αυτά προσεβλήθη η τιμή και η υπόληψή του και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19, όπως εκτιμάται, του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ως και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ.

δεύτερος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από Π-5-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 8834/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ