Supreme Court allows appeal on evidence review error but dismisses appeal on missing evidence grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision. While the court rejected the argument regarding the appeal's failure to cite grounds for evidence assessment, it found a procedural error where the Second Instance Court considered an expert report without proper legal citation by the opposing party. Consequently, the court annulled the portion of the lower judgment that partially accepted the claim for vehicle repair costs and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 520 para. 1, 559 no. 11 lit. b C.P.D.; An appeal citing a lack of grounds for evidence assessment is inadmissible if the appeal document clearly states such grounds, whereas an appeal based on the court considering un-cited evidence is admissible if the opposing party failed to legally cite that evidence during proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 647 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 647/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαγδαληνή Κυριαζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ - GENERAL UNION ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρβανίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 765/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2035/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 9 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε περίπτωση δε έλλειψης λόγου έφεσης σαφούς και ορισμένου το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και αυτεπαγγέλτως η έφεση απορρίπτεται.
Εξάλλου, συνίστανται οι πλημμέλειες της απόφασης και σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία προσδιορίζεται επαρκώς από τη μνεία ότι από αυτή οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των περί την εκτίμηση των αποδείξεων σφαλμάτων, διότι το Εφετείο, από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (άρθρο 534 ΚΠολΔ), βάσει της καθολικής αυτής επανεκτίμησης και όχι βάσει των ως προς αυτή προβαλλόμενων μερικοτέρων παραπόνων του εκκαλούντος.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ, επισκόπηση του από 8.8.2002 δικογράφου έφεσης της πρώτης εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε ολικά την αγωγή της αναιρεσείουσας και επιδίκασε σ' αυτήν το ποσό των 4.369.047 δραχμών ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για ζημίες στο αυτό κινητό της από τροχαίο ατύχημα, διαλαμβάνεται σ' αυτό, πλην των άλλων, αρχικά ότι "Εκκαλούμε την με αριθμό 765/2002 οριστική απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών......διότι έσφαλε ως προς την εκτίμηση των επιδικασθέντων κονδυλίων" και στη συνέχεια α) στον πρώτο λόγο έφεσης ότι "η εκκαλουμένη παραβιάζει τους κανόνες των συναλλακτικών ηθών όταν επιδικάζει τόσο υψηλή μείωση αξίας του ζημιωθέντος οχήματος................
η εκκαλουμένη δέχεται χωρίς να υπάρχει ουδεμία περί αυτού απόδειξη ότι η αντίδικος είχε αγοράσει το όχημά της 5.200.000 δρχ. πρόκειται για αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής OPEL τύπου ASTRA το οποίο..................ως απολύτως καινουργές κόστιζε 4.550.000 δραχμές και όχι 5.200.000 δρχ.................ένα απολύτως καινουργές όχημα μετά από 8 μήνες κυκλοφορίας έχει υποστεί μείωση στην αξία του αφού πλέον θα πωληθεί ως μεταχειρισμένο.
Η αξία λοιπόν του οχήματος της αντιδίκου πριν τη σύγκρουση ήταν 3.500.000 δρχ. έως 3.800.000 δρχ.............είναι λάθος να υπολογιστεί ως ποσοστό μείωσης 20%.............Μετά τα ανωτέρω είναι σαφές ότι οι εκτιμήσεις της εκκαλουμένης περί το θέμα της μειώσεως αξίας είναι εσφαλμένες και πρέπει να επανακριθούν από το δικαστήριό σας" στο δεύτερο λόγο έφεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ότι "προκλητική είναι και η εκτίμηση της εκκαλουμένης ότι στην αντίδικο επήλθε ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας κρίθηκε ότι είναι εύλογο το ποσό των 500.000 δραχμών.
Σημειώνουμε ότι πρόκειται για ατύχημα υλικών ζημιών χωρίς ουδεμία βλάβη της υγείας ή σωματικής ακεραιότητας της αντιδίκου, η οποία συνίσταται στο ότι πήγε το αυτοκίνητό της στο συνεργείο και μετά 3-4 ημέρες πήγε και το παρέλαβε επισκευασμένο, αυτή ήταν η ταλαιπωρία της" και στον ίδιο λόγο έφεσης κατά το δεύτερο μέρος του, ότι "Είναι προφανές ότι σε ουδεμία βάσανο υπέβαλε η εκκαλουμένη τις εκτιμήσεις της και..............επεδίκασε ακριβώς το ίδιο ποσό, χωρίς να περιορίσει το κερδοσκοπικά κονδύλια ούτε κατά μία δραχμή..................".
Οι λόγοι αυτοί έφεσης περιέχουν σαφώς το παράπονο της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε ολικά την αγωγή της αναιρεσίβλητης, περί εσφαλμένης εκτίμησης του όλου αποδεικτικού υλικού ως προς το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς το δικάσαν Εφετείο που έκρινε ορισμένους και σαφείς τους ως άνω λόγους έφεσης και έγκυρο το δικόγραφό της και στη συνέχεια προχώρησε στην έρευνα των λόγων της, δεν έσφαλε που απέρριψε σιγή την με τις προτάσεις της τότε εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας προβληθείσα ένσταση περί ακυρότητας του δικογράφου της έφεσης λόγω αοριστίας και επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ως "πράγματα", η λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο αν και δεν προτάθηκαν ιδρύει τον προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγματα" επομένως αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι προκειμένου να καταλήξει στη μερική μόνο και όχι ολική, όπως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραδοχή της αγωγής της, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη μη προταθέντα παραδεκτά πράγματα που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα μη σαφείς και ορισμένους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικόγραφο της έφεσης, όπως αναφέρθηκε και κατά την έρευνα του προηγούμενου λόγου αναίρεσης, περιείχε με σαφήνεια και πληρότητα τους λόγους κακής εκτίμησης των αποδείξεων, ως προς το ύψος των επιδικασθέντων αγωγικών κονδυλίων περί αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του βλαβέντος αυτοκινήτου και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. Ι στοιχ. β΄, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που κατόπιν παραδοχής της έφεσης της αναιρεσίβλητης δέχθηκε εν μέρει μόνο το αγωγικό κονδύλιο της αναιρεσείουσας περί της αναγκαίας δαπάνης αγοράς ανταλλακτικών και εργασιών επισκευής για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου της, έλαβε υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., χωρίς να γίνει νόμιμη επίκληση αυτής από την αναιρεσίβλητη.
Πράγματι, από την επισκόπηση της έφεσης και των επ' αυτής προτάσεων της αναιρεσίβλητης, η οποία, ας σημειωθεί, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικάστηκε ερήμην, δεν προκύπτει η επίκληση του προαναφερόμενου αποδεικτικού μέσου και ως εκ τούτου το Εφετείο που το έλαβε υπόψη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
β' ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος μόνο που έγινε εν μέρει δεκτό το αγωγικό κονδύλιο της αναιρεσείουσας περί αποζημίωσης για την κάλυψη της αναγκαίας δαπάνης αγοράς ανταλλακτικών και εργασιών επισκευής, προς αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου της, που προκλήθηκαν κατά τη σύγκρουση από υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ζημιογόνου αυτοκινήτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Τέλος η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2035/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ