Legislator Case Law & Legislation
647/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments regarding property acquisition and prescription.

Case Number 647/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the heirs against a final judgment regarding the acquisition of a plot of land from a dissolved monastery. The heirs argued that the lower court erred in validating administrative protocols for compensation and failed to consider a thirty-year statute of limitations. The court dismissed these grounds as vague, noting they did not specify how the laws were violated or the precise impact on the verdict.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 1 b, Art. 559 no. 8 b of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the exact legal violation, the specific factual assumptions relied upon, and the concrete impact of the error on the final judgment.

Keywords

AI generated
vague appeal grounds statute of limitations property acquisition monastery dissolution procedural dismissal code of civil procedure administrative protocols

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1 b of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 b of the Code of Civil Procedure
Art. 974 of the Civil Code
Art. 980 of the Civil Code
Art. 982 of the Civil Code
Art. 339 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 647 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 647/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Κ. Σ. του Π. και 2)Ε. O., το γένος Π. Σ. , κατοίκων…, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου:ΓΕΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ "ΤΖΑΝΕΙΟ" (Ν.Π.Δ.Δ) που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2124/1997 μη οριστική,2451/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 570/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-9-2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 1-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, προκύπτει ότι το Εφετείο επί των ουσιωδών ζητημάτων του τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο (ν.π.δ.δ.) και της ενστάσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας σ' αυτό που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο εμβαδού 160,23 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της Πειραϊκής Χερσονήσου του Δήμου Πειραιώς, η οποία χερσόνησος ανήκε αρχικά στην Ιερά Μονή Αγ. Σπυρίδωνος Πειραιώς, η οποία Μονή διαλύθηκε το έτος 1837 και τα ανήκοντα σ αυτήν ακίνητα σύμφωνα με τα διατηρηθέντα σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δυνάμει του αρθρ. 53 του ΕισΝΑΚ, διατάγματα από 26-4-1934 "περί ιδιοκτησιών μοναστηρίων....", από 95-9-1933 "περί των εν του Βασιλείω μοναστηρίων", και από 13.7.1938 και 29-4-19432, περιήλθαν στην κυριότητα του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου (ν.π.δ.δ.), ενώ την διαχείρισή της είχε το Ελληνικό Δημόσιο αρχικά με την Αεροπορική Άμυνα και ακολούθως με την Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών.

Μετά την ανάληψη της διαχειρίσεως των ακινήτων αυτών από την Αεροπορική Άμυνα συντάχθηκαν τοπογραφικά διαγράμματα της περιοχής μεταξύ των οποίων και το από 10-6-1997 του μηχανικού Α. Γ., με το οποίο τα οικοδομικά τετράγωνα 74 και 75 διαχωρίσθηκαν σε οικόπεδα. Ειδικώτερα το 75 οικοδ. τετράγωνο διαχωρίσθηκε σε δώδεκα τεμάχια (οικόπεδα), τα ποία παραχωρήθηκαν σε ιδιώτες.

Από αυτά το με αριθμό 8 οικόπεδο εμβαδού 188,37 τ.μ. παραχωρήθηκε με τον υπ' αριθ. ... πωλητήριο τίτλο, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον Δ. Μ., ο οποίος, θανών το έτος 1977, με την από 7-5-1959 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 274/1978 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατέλιπε αυτό ως κληροδότημα στο ενάγον, το οποίο αποδέχθηκε την κληρονομία και μετεγράψε τη σχετική δήλωση αποδοχής, και έτσι παραγώγως κατέστη κύριο του οικοπέδου αυτού που περιελάμβανε το επίδικο.

Οι εναγόμενοι, αποκρούοντας την αγωγή, ισχυρίσθηκαν με τις προτάσεις τους της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης ότι είναι συγκύριοι ενός οικοπέδου 171 τ.μ. στην ίδια περιοχή (το οποίο λεπτομερώς περιγράφεται στις προτάσεις τους αλλά και στην προσβαλλόμενη απόφαση), με έκτακτη χρησικτησία, το οποίο όμως κατ' αυτούς δεν ταυτίζεται με το επίδικο υπ' αριθ. 8 οικόπεδο, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτό περιλαμβάνεται στο υπ' αριθ. 8 οικόπεδο του Ο.Τ.75 της Πειραϊκής Χερσονήσου, το οποίο αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 27912/6-3-1928 πωλητήριο της Αεροπορικής Άμυνας προς τον Δ.

Μ.. Τούτο ρητά αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στην μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά με το δικόγραφο της εφέσεως, που άσκησαν κατά της πρωτόδικης απόφασης, ισχυρίσθηκαν ότι το με αριθ. 8 οικόπεδο συνολικής επιφανείας 228,46 τ.μ., διαχωρίσθηκε σε τμήμα εμβαδού 68,46 τ.μ., το οποίο παρέμεινε στον δικαιούχο τούτου Δ.

Μ., και το υπόλοιπο, εκτάσεως 160 τ.μ. (αντί 171 τ.μ., που διατείνονταν αρχικά) παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχό τους Π. Σ. από την Αεροπορική Άμυνα επίσης με την έκδοση σχετικού τίτλου, ο οποίος όμως καταστράφηκε στη συνέχεια από πυρκαγιά, χωρίς να έχει μεταγραφεί. Αληθές όμως είναι ότι κατά το έτος 1951 ο ως άνω δικαιοπάροχος των εναγομένων Π.

Σ. εγκαταστάθηκε στο επίδικο ακίνητο και ανήγειρε επ' αυτού μια μικρή πλινθόκτιστη ισόγεια οικία, στην οποία διέμενε ο ίδιος και η οικογένειά του μέχρι τον επισυμβάντα στις 10-10-1973 και 20-5-1986 θάνατο αυτού και της συζύτου του, από τρίτο γάμο, Μ. Σ., αντίστοιχα. Καθ'όλο το χρονικό αυτό διάστημα από το έτος 1951 έως και το έτος 1986 χρησιμοποιούσαν το επί του επιδίκου ακινήτου κτίσμα ως κύρια αυτών κατοικία, για την εξυπηρέτηση των αναγκών της οποίας συνδέθηκε το κτίσμα στις 21-10-1966 με το δίκτυο υδρεύσεως στο όνομα της από τον δεύτερο γάμο συζύγου του Π.

Σ. Π. Σ.. Παράλληλα ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Σ. περιέφραξε το επίδικο με μανδρότοιχο και φύτευσε στον ακάλυπτο χώρο του διάφορα δένδρα. Την εγκατάσταση του δικαιοπαρόχου τους Π. Σ. στο επίδικο ακίνητο συνέδεσαν οι εναγόμενοι με την παραχώρησή του σε εκείνον από την Αεροπορική Άμυνα δυνάμει σχετικού τίτλου, ο οποίος καταστράφηκε κατά τα ανωτέρω, χωρίς να έχει μεταγραφεί.

Μετά δε την εκ μέρους τους ομολογία του αγωγικού ισχυρισμού ότι το επίδικο αποτελεί το με αριθμό 8 οικόπεδο που είχε παραχωρηθεί από την Αεροπορική Άμυνα με τον 27912/6-3-1928 πωλητήριο τίτλο της, στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος Δ. Μ., οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η Αεροπορική Άμυνα προέβη στη νέα παραχώρηση προς Π.

Σ. γιατί θεωρούσε ότι ανήκε τούτο στην κυριότητά της, παρά την παραχώρησή του στον Δ. Μ., εφόσον ο τελευταίος έκτοτε (1928) σε ουδεμία επ' αυτού προέβη πράξη νομής. Με το δικόγραφο της εφέσεως όμως ισχυρίζονται ότι το με αριθμό 8 οικόπεδο εμβαδού 228,46 τ.μ. διαχωρίσθηκε σε τμήματα, ως ανωτέρω, το ένα από τα οποία εμβαδού 160 τ.μ.

παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχό τους Π. Σ. από την Αεροπορική Άμυνα. Η συνεχής αυτή διαφοροποίηση των ισχυρισμών των εναγομένων επιβεβαιώνει την εκτίμηση του Δικαστηρίου, στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ότι ο δικαιοπάροχος τους Π. Σ. εγκαταστάθηκε και κατοικούσε στο επίδικο κατά παραχώρηση προς αυτόν χωρίς αντάλλαγμα από τον κύριο αυτού και δικαιοπάροχο του ενάγοντος Δ.

Μ., με σύμβαση χρησιδανείου, η οποία και έληξε στη συνέχεια μετά τον θάνατο αυτού και της συζύγου του, στην περίπτωση όμως αυτή για την κτήση κυριότητας του πράγματος με έκτακτη χρησικτησία από τον χρησάμενο απαιτείται αντιποίηση της νομής του χρήστη και γνώση της αντιποιήσεως αυτής από εκείνο. Τέτοια μορφή γνωστοποιήσεως αντιποιήσεως ιδίας νομής επί του επιδίκου εκδηλώθηκε για πρώτη φορά από τους εναγομένους όταν εξέδωσαν την υπ' αριθμ. 273/1989 άδεια ανοικοδομήσεώς του και άρχισαν να πραγματοποιούν επ' αυτού χωματουργικές εργασίες.

Η περί τούτου κρίση του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός τούτο: 'Οταν κατά το έτος 1974 ο διοικητικός υπάλληλος Α. Λ. επισκέφθηκε το επίδικο και ζήτησε στοιχεία από την σύζυγο του δικαιοπαρόχου των εναγομένων Μ. Σ. για την έκδοση πρωτοκόλλου αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του ομόρου αυτού δημοσίου κτήματος, η τελευταία δεν πρόβαλε ιδία αυτής κυριότητα, αλλά ανέφερε ως κύριο αυτού τον Δ.

Μ., σε βάρος του οποίου βεβαιώθηκε η σχετική οφειλή. Τούτο καταδεικνύει ότι το επίδικο ακίνητο κατείχαν οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Π. Σ. και μετά τον θάνατο αυτού κατά το έτος 1973 η σύζυγός του Μ. Σ., η οποία απεβίωσε στις 20.5.1986, κατόπιν παραχωρήσεως αυτού χωρίς αντάλλαγμα από τον κύριο τούτου Δ. Μ., στο όνομα του οποίου ασκούσαν και τις σχετικές πράξεις νομής, χωρίς στο μεταξύ να γνωστοποιήσουν στον τελευταίο την πρόθεσή τους να αντιποιηθούν ιδίαν επ' αυτού νομή.

Με βάση αυτά το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η ένσταση των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και στην ουσίαν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα προαναφερθέντα ουσιώδη ζητήματα και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος, μέρος δεύτερο, λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή με τον πρώτο, μέρος πρώτο, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρθρ. 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔικ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των υπ' αριθμ. 13647/1988 και 13719/1988 πωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθ. Κραββαρίτη και "των επικληθεισών δια τω προτάσεων" προσφυγών του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Π. Σ. ενώπιον Επιτροπών, εγγράφων δηλαδή που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι τελευταίοι. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την γενική βεβαίωση του Εφετείου ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Επειδή, με τον πρώτο, μέρος τρίτο, λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από το αρθρ. 559 αρ. 8 εδ. α' και 10 εδ. β' ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη και ειδικότερα έλαβε υπόψη ισχυρισμό του ενάγοντος που συνιστά αντένσταση κατά της ενστάσεως του εναγομένου περί ίδιας κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο, ότι ο δικαιοπάροχος του εναγομένου κατείχε το επίδικο με σχέση χρησιδανείου, το οποίο συνήψε με τον κύριο αυτού δικαιοπάροχο του ενάγοντος και συνεπώς ασκούσε την επ' αυτού νομή επ' ονόματι του χρήστη χωρίς να γνωστοποιήσει σ' αυτόν την αντιποίησή της, τον οποίο όμως δεν πρόβαλε το ενάγον ούτε πρωτοδίκως ούτε και στο εφετείο, χωρίς μάλιστα να διατάξει περί αυτού απόδειξη.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το από τον αριθμ. 8 εδ.α' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μέρος αυτού ότι δηλαδή έλαβε υπόψη του το εφετείο πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα του παραπάνω ισχυρισμό του ενάγοντος περί του ότι το επίδικο παραχωρητήριο κατά χρήση από τον δικαιοπάροχό του Δ. Μ. στον δικαιοπάροχο των εναγομένων Π.

Σ. με σχέση χρησιδανείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, το ενάγον προέβαλε καθ' υποφορά του ισχυρισμού αυτού με το αγωγικο δικόγραφο, κατά δε το μέρος του από'το αριθμ10 περ.β' του άρθρ. 559 του ίδιου κώδικα ως απαράδεκτος διότι κατά του διαλαμβανόμενου στο άρθρ. 24 του Εισ.Ν.ΑΚ κανόνα του διαχρονικού δικονομικού Δικαίου το παραδεκτόν των ενδίκων μέσων κρίνεται από το νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της απόφασης, εν προκειμένω δε κατά την 9-3-2002 που δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, οπότε είχε επέλθει η κατάργηση του προσβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως με το άρθρ. 17 παρ.2 του Ν.2915/2001 που ίσχυε από 1-1-2002 και το άρθ 15 Ν.2943/2001.

Επειδή, με τον πρώτο, μέρος τέταρτο, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ.11 εδ.α' ΚΠολΔ πλημμέλεια της λήψης υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα ότι εκείνο έλαβε υπόψη "την διαφοροποίηση των ισχυρισμών" του εναγομένου, από την οποία οδηγήθηκε στην δημιουργία δικανικής πεποιθήσεως περί της υπάρξεως συμβάσεως χρησιδανείου δυνάμει του οποίου κατείχαν το επίδικο οι δικαιοπάροχοί του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η συνεχής διαφοροποίηση των ισχυρισμών του εναγομένου χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα που αντλήθηκε από επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Εφετείο (μάρτυρες, έγγραφα) προς ενίσχυση της πεποιθήσεώς του περί της υπάρξεως του χρησιδανείου, και όχι ως αποδεικτικό μέσο για την δημιουργία αυτής της πεποιθήσεως.

Εξάλλου ο πρώτος λόγος, μέρος πέμπτο, περ.β', με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για την ίδια πλημμέλεια της λήψης υπόψη ανεπίτρεπτων από το νόμο αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης χρήσεως σε βάρος του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, που αφορούν όμορο προς το επίδικο ακίνητο του Δημοσίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα έγγραφα αυτά χρησιμοποιήθηκαν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων που είναι επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 339 ΚΠολΔικ) .

Επειδή, με τον πρώτο, μέρος πέμπτο, περιπτ. α', λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίαση των διατάξεων του αρθρ. 974, 980 και 982 ΑΚ, διότι το Εφετείο θεώρησε ως διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, που έγιναν με διάνοια κυρίου, και την σε βάρος του έκδοση σειράς πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσεως ομόρου προς το επίδικο ακινήτου, την εγκυρότητα των οποίων αυτό απδέχθηκε, ενώ πολλά από τα πρωτόκολλα αυτά αναφέρονται στο έτος 1979 όταν είχε ήδη αποβιώσει εκείνος. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρει α) σε τι συγκεκριμένα συνίσταται η παραβίαση των ως άνω κανόνων, β)όλες τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και γ)την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της.

Επειδή, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρθρ. 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔικ πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία η κρίση του Εφετείου έπρεπε να είναι τέτοια κατά τα πραγματικά περιστατικά της άσκησης πράξεως διακατοχικών εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του εναγομένου στο επίδικο, να ενταχθούν στην έννοια της νομής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρει α) ποια διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, β) σε τι συνίσταται η παραβίαση, γ)τις παραδοχές του δικαστηρίου, για να κριθεί αν όντως παρεβιάσθησαν αυτά, στοιχεία απαραίτητα εκτός των άλλων από το νόμο (118 αρ. 4, 559 αρ. 1β , 566 παρ. 1 ΚΠολΔικ) για το ορισμένο του λόγου αυτού.

Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται το Εφετείο η από το αρθρ. 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔικ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από τον εναγόμενο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικώτερα την με λόγο εφέσεως προταθείσα και ενώπιον του Εφετείου ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος, διότι από της προσβολής αυτής μέχρι τη άσκηση της αγωγής παρήλθε χρόνος τριάντα ετών. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, η ένσταση αυτή ως περιεχόμενο ειδικού λόγου εφέσεως ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως αβάσιμη, αφού ειδικώτερα το δικαστήριο αυτό απέρριψε όχι μόνο τους λόγους εφέσεως που αναφέρονται σε άλλα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης αλλά και την "έφεση στο σύνολό της" συνεπώς και κατά τον ως άνω λόγο αυτής για παραγραφή της επίδικης αξίωσης αφού ήδη στη μεν μείζονα σκέψη διαλαμβάνει ότι η ένσταση της παραγραφής από άποψη πραγματικών περιστατικών ταυτίζεται με την ένσταση της έκτακτης χρησικτησίας (κτητικής παραγραφής), για την οποία κάνει ειδικό λόγο, στη συνέχεια.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 6-9-2004 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 570/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία καθορίζει σε τριακόσια τριάντα ευρώ (330).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ