Supreme Court quashes lower court ruling for failure to prove employer's delay in renewing fixed-term contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the First Instance Court of Appeal's decision regarding a dispute over fixed-term employment contracts. The plaintiffs argued the employer unilaterally failed to renew their contracts, claiming this constituted employer delay. The court found the lower court erred by declaring the employer in delay without first establishing the legal prerequisites for such a finding. Consequently, the case was remanded for further examination to determine if the employer's inaction actually constituted a breach of contract.
Legislator headnote
AI generatedArt. 68 of Law 4415/2016; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: The court must verify the legal prerequisites for establishing employer delay before finding a breach of contract in fixed-term employment agreements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 646 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 646/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: δημοτικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Προστασίας Αλληλεγγύης και Παιδείας Δήμου Πυλαίας - Χορτιάτη", που εδρεύει στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Α. του Π., κατοίκου …, και 2) Β. Κ. του Χ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Ζάπρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4443/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2121/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 16-2-2022 αίτησή του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2121/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με την από 11.9.2018 αγωγή τους ιστορούσαν ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, στο πλαίσιο της υλοποίησης του συγχρηματοδοτούμενου ευρωπαϊκού προγράμματος "Εναρμόνιση Οικονομικής και Επαγγελματικής Ζωής", προέβη, στους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους, στην κατάρτιση με τις ενάγουσες συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ετήσιας διάρκειας.
Ότι οι συμβάσεις αυτές έπρεπε να ανανεώνονται, κατ' άρθρο 68 παρ.1 και 2 ν.4415/2016, κάθε έτος καθ' όλη της διάρκεια του εν λόγω προγράμματος. Ότι οι ενάγουσες σε εκτέλεση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες καταρτίστηκαν με το εναγόμενο και είχαν ανανεωθεί κατά το παρελθόν, παρείχαν την εργασία τους, έναντι των εκτιθέμενων στην αγωγή αποδοχών, η μεν πρώτη, ως ΤΕ βρεφονηπιοκόμος, η δε δεύτερη ως ΔΕ βοηθός βρεφονηπιοκόμος, μέχρι τις 31.8.2018 οπότε και έληξαν αυτές.
Ότι το εναγόμενο, αν και το ανωτέρω ευρωπαϊκό πρόγραμμα συνεχιζόταν και για το χρονικό διάστημα από 1.9.2018 έως 31.8.2019, παράνομα με την …2018 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, δεν προέβη, ως είχε υποχρέωση εκ του νόμου, στην ανανέωση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγουσών, επικαλούμενο, προσχηματικά, τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, συνιστάμενου στη μείωση των αναγκών του σε βρεφονηπιοκόμους σε συνδυασμό με την έλλειψη χρηματικών πόρων για την κάλυψη του συνόλου της μισθοδοσίας των προσληφθέντων εργαζομένων με βάση το εν λόγω ευρωπαϊκό πρόγραμμα.
Ότι, σε κάθε περίπτωση, τα κριτήρια, τα οποία οδήγησαν το εναγόμενο στην επιλογή να μην προβεί στην ανανέωση των συμβάσεών τους, χαρακτηρίζοντας αυτές ως πλεονάζον προσωπικό και ειδικά αφενός ο προσδιοριζόμενος με βάση την προκήρυξη χρόνος πρόσληψης των εργαζόμενων με το ανωτέρω πρόγραμμα και αφετέρου η σειρά κατάταξης αυτών με βάση τη μοριοδότησή τους, είναι εσφαλμένα και αντίθετα στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, καθόσον η επιλογή των προς μη ανανέωση εργαζόμενων έπρεπε να γίνει με βάση την απόδοση και την οικογενειακή κατάσταση όλων των προσληφθέντων με βάση το εν λόγω πρόγραμμα.
Ζητούσαν δε α) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο εξαιτίας της παράνομης μη ανανέωσης των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη από 1.9.2018 έως 31.8.2019, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία των εναγουσών στην υπηρεσία και με βάση την ειδικότητα που απασχολήθηκαν κατά την τελευταία ημέρα (31.8.2018) πριν από την παύση αποδοχής της εργασίας τους με απειλή σε περίπτωση μη συμμόρφωσης χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα που δεν θα αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας εργοδότη για το χρονικό διάστημα από 1.9.2018 έως 31.8.2019 στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 11.590,02 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 11.136 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος εκάστου μηνός που οι αποδοχές αφορούν και δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 5.000 ευρώ σε καθεμία εκ των εναγουσών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητας τους, που επήλθε από την παράνομη και υπαίτια ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4443/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων (ΚΠολΔ 4), τη βάση της αγωγής με την οποία πλήττεται η …2018 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου για μη ανανέωση των συμβάσεων των εναγουσών, λόγω ύπαρξης σπουδαίου λόγου, καθόσον δεν υφίσταται στην πραγματικότητα ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος περί πλεονάζοντος προσωπικού για τη λειτουργία των αναφερόμενων παιδικών σταθμών, με συνέπεια να μην καλύπτονται οι αναγκαίες θέσεις για τη νόμιμη λειτουργία αυτών από βρεφονηπιοκόμους και βοηθούς βρεφονηπιοκόμων, ενώ, κατά τα λοιπά και ειδικά την ιστορική βάση της αγωγής που αφορά την εσφαλμένη και την αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη επιλογή του εναγομένου για τη μη ανανέωση των συμβάσεων των εναγουσών για τα επίδικο χρονικό διάστημα και τα επιστηριζόμενα στη βάση αυτή υπόλοιπα αιτήματα της αγωγής, την απέρριψε ως αόριστη, καθόσον δεν παραθέτουν οι ενάγουσες με την αγωγή τους πλήρη τα προς σύγκριση κοινωνικοοικονομικά κριτήρια και κριτήρια απόδοσης τόσο των ιδίων όσο και των συγκρινόμενων με τις ενάγουσες και αναφερόμενων ονομαστικά εργαζομένων του εναγομένου, με βάση το ένδικο πρόγραμμα, των οποίων οι συμβάσεις ανανεώθηκαν.
Κατά της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε η από 25.5.2020 έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η 2121/2021 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη 4443/2019 απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και α) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη το χρονικό διάστημα από 1.9.2018 έως 31.8.2019 και β) υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του κάθε μήνα που οι αποδοχές υπερημερίας αφορούν, στην μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των 11.590,92 ευρώ, στη δε δεύτερη το ποσό των 11.136 ευρώ.
Με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ.1 περ. α του Συντάγματος ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει.
Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 95 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αιτήσεις ακύρωσης διαφόρων κατηγοριών υποθέσεων υπήχθησαν με το Ν.702/1977 στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου. Ειδικότερα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ.
γ του Ν.702/1977, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.2944/2001 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει.
Σημειώνεται ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ.
και άρθρο 45 παρ. 1 Π.Δ/τος 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας (ΑΠ 280/2016, ΑΠ 854/2009). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...
γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ... και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 Συντάγματος σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας [πλήρως διακρινόμενες από τις ακυρωτικές], που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989).
Οι λοιπές πράξεις της διοίκησης που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και επομένως συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 στοιχ. (α) του ΚΠολΔ, δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 280/2016).
Σε εκτέλεση δε των αντιστοίχων συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν.1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.
θ` του Ν.1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν.2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ` αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 302/2011).
Εξ άλλου τέτοιες ιδιωτικού χαρακτήρα διαφορές είναι οι διαφορές που προέρχονται από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των πράξεων κατάταξης σε υφιστάμενη κενή ή ειδικά συνιστώμενη προσωποπαγή οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΣτΕ 1070/2012) ή σε συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ) με συνυπολογισμό ή μη, εν όλω ή εν μέρει, του χρόνου προϋπηρεσίας στον φορέα της κατάταξής του υπαλλήλου, οι οποίες έχουν ως συνέπεια την δημιουργία μισθολογικών διαφορών, εφόσον και οι διαφορές αυτές έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση των οποίων αρμόδια, επομένως, είναι τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2004, ΣτΕ 3691/2014, ΣτΕ 1611/2012, ΣτΕ 1070/2012, ΣτΕ 2398/2011, ΣτΕ 999/2009, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 873/2002).
Μόνη η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές αρμοδιότητα του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου να διαπιστώνει την συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόμου, καθώς και η δυνατότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο, δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν την σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία, η οποία, αν υπήρχε, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να προσδώσει στις διαφορές αυτές τον χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 872/2015, ΣτΕ 3691/2014).
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω οι διαφορές αυτές συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, αφού ανάγονται σε δικαιώματα και, γενικότερα, σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, είναι δε αδιάφορο ότι γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, επί των οποίων (εκτελεστών πράξεων) η αρμοδιότητα προς ακύρωση αυτών ανήκει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα τακτικά διοικητικά εφετεία σε πρώτο βαθμό.
Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης, ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφ` όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 447/1984, ΑΠ 229/2016).
Το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στο πλαίσιο της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ` υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.
Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν την εκτελεστή διοικητική πράξη, οσάκις αυτή πάσχει κατά τα προαναφερθέντα, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 762/2018). Δεν αποκλείεται δε ο παρεμπίπτων έλεγχος, όταν η ελεγχομένη εκτελεστή διοικητική πράξη έχει καταστεί απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ενώπιον του κατά νόμο εκάστοτε αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διάδικο.
Και τούτο διότι η πάροδος της προθεσμίας δεν θεραπεύει το ελάττωμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης από το οποίο αυτή πάσχει, αλλά απλώς καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακύρωσης, και δεν εμποδίζει, συνεπώς, τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας αυτής από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 281/2017, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 127/2002).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περίπτωση όμως τοιαύτης υπέρβασης της δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία τους, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται κατά νόμο (άρθ. 2 και 282 ΚΠολΔ), κατά τα ήδη προαναφερθέντα, με την απλή εξέταση και όχι με τη διάγνωση του ζητήματος, όταν το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας προς τούτο και για το λόγο αυτό άλλωστε, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του πολιτικού δικαστηρίου για το κριθέν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1366/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αγωγή ως προς τις αιτιάσεις των εναγουσών και ήδη εκκαλουσών (και ήδη αναιρεσίβλητων) περί συνδρομής σπουδαίου λόγου για τη μη ανανέωση των συμβάσεών τους, που συνδέονται άρρηκτα με τα αιτήματά τους να υποχρεωθεί το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο λόγω της παράνομης μη ανανέωσης των συμβάσεών τους περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.....
Τούτο διότι γενεσιουργός λόγος της αχθείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαφοράς είναι η μη ανανέωση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου μεταξύ των εναγουσών εργαζόμενων και του φορέα απασχόλησης εναγομένου (και μάλιστα ανεξαρτήτως του χαρακτήρα του τελευταίου ως νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) και οι εξ αυτής ανακύπτουσες συνέπειες (υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών των εργαζομένων κλπ).
Κατά συνέπεια οι διαφορές αυτές, όσον αφορά δηλαδή τη μη ανανέωση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και τις εξ αυτής απορρέουσες συνέπειες, υπόκεινται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού αυτές ανάγονται σε δικαιώματα και γενικότερα σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου..... Δηλαδή στις περιπτώσεις αυτές κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και όχι η εκτελεστή πράξη της διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση.
Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης στις περιπτώσεις αυτές ερευνάται κατά το άρθρο 2 ΚΠολΔ από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, ακόμη και μετά την πάροδο της προθεσμίας ακύρωσης αυτής......., εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, κατά το σκέλος της που αφορούσε την …2018 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου για τη μη ανανέωση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγουσών και για το χρονικό διάστημα από 1.9.2018 έως 31.8.2019, ένεκα σπουδαίου λόγου, κατ' άρθρο 68 παρ.2 ν.4415/2016, και δη την ύπαρξη πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω μείωσης των αναγκών του σε βρεφονηπιοκόμους και βοηθούς βρεφονηπιοκόμους, σε συνδυασμό με την έλλειψη χρηματικών πόρων για την κάλυψη του συνόλου της μισθοδοσίας των προσληφθέντων εργαζομένων με βάση το ευρωπαϊκό πρόγραμμα "Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής Ζωής".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η εισαχθείσα με την αγωγή διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν αρμοδιότητα να ερευνήσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα της σχετικής διοικητικής πράξης και μετά την πάροδο της προθεσμίας ακύρωσης αυτής, εφ` όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια και εξαφανίζοντας την αντιθέτως αποφανθείσα 4443/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, ως προς το σκέλος της που αφορά την αμφισβήτηση της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου για τη μη ανανέωση των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων, και στη συνέχεια, ερεύνησε την αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, με τον πρώτο από τον αρ.4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης αυτού.
Ειδικότερα, η προβαλλόμενη από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ αιτίαση ότι το Εφετείο με την κρίση του περί συνδρομής δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προέβη, καθ' υπέρβαση αυτής, ουσιαστικά σε έλεγχο της νομιμότητας της …2018 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος, με την οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 68 παρ.2 του ν.4415/2016, προέβη στη μη ανανέωση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσίβλητων ένεκα σπουδαίου λόγου, ενόψει του ότι η ανωτέρω πράξη της διοίκησης υπόκειται μόνο σε ακυρωτικό έλεγχο, ως εκτελεστή διοικητική πράξη, είναι αβάσιμη.
Και τούτο διότι, σύμφωνα τα ανωτέρω αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το κρίσιμο από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων είναι η φύση της επίδικης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και συγκεκριμένα η φύση αυτής ως σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης και όχι η εκτελεστή πράξη της διοίκησης, από την οποία απορρέει η ανωτέρω σχέση.
Τη νομιμότητα δε της ανωτέρω πράξης της διοίκησης μπορούσε να ερευνήσει το πολιτικό δικαστήριο παρεμπιπτόντως, ακόμη και αν αυτή δεν υπόκειται πλέον σε προσβολή με αίτηση ακύρωσης εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, όπως ειδικότερα αναφέρθηκε στη νομική σκέψη, της παρούσας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ.4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ` αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.
Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ` αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 654/2000). Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 132/2021, ΑΠ 282/2017, ΑΠ 878/2014).
Μετά την τελείωση της σύμβασης κατά τ` ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ (1163/2019, ΑΠ 192/2000, ΑΠ 1661/1995). Εάν όμως από την προκήρυξη προκύπτει ότι ο εργοδότης απευθύνει απλή πρόκληση προς ενδιαφερομένους να υποβάλουν αίτηση και τα δικαιολογητικά έγγραφα των προσόντων τους και συγχρόνως ασκώντας φυσική ευχέρεια επιφυλάχθηκε να επιλέξει τους κατά την κρίση του καταλληλότερους, η συμμετοχή των υποψηφίων στην παραπάνω διαδικασία και στην τυχόν προβλεπόμενη προφορική συνέντευξη δεν επιφέρει κατάρτιση της εργασιακής σύμβασης υπό αναβλητική αίρεση, η δε επιλογή του εργοδότη δεν ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ.1 ΑΚ. (ΑΠ 132/2021, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 829/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 361 ΑΚ για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Η από την ανωτέρω διάταξη απορρέουσα αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία στηρίζεται στη φυσική ευχέρεια κάθε προσώπου που έχει ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, να καταρτίζει με τρίτους συμβάσεις ή να αποκρούει την κατάρτιση αυτών, ως έκφανση κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ατομικού δικαιώματος για ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελεύθερης επαγγελματικής και οικονομικής δράσης, ως εκ της φύσεως της, δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος παρεχομένου στο δικαιούχο από θετική διάταξη του δικαίου και αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος (ΟλΑΠ 33/1987).
Με βάση την ανωτέρω αρχή που ισχύει και στο χώρο των εργασιακών σχέσεων, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την επιλογή πρόσληψης η μη πρόσληψης συγκεκριμένου υποψηφίου και η επιλογή κατά τούτο δεν ελέγχεται για υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο μισθωτός, του οποίου έληξε η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με τον εργοδότη του, δεν έχει δικαίωμα επικαλούμενος καταχρηστική άσκηση της φυσικής ευχέρειας του τελευταίου να αρνηθεί την κατάρτιση νέας συμβάσεως, να αξιώσει ως αποζημίωση τους μισθούς που απώλεσε λόγω της μη ανανέωσης της σύμβασής του (ΟλΑΠ 33/1987, ΑΠ 132/2021).
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως, Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας.
Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. (ΑΠ 132/2021).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 1,2 του ν.4415/2016 "1. Οι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του προσωπικού των Ο.Τ.Α α και β βαθμού, καθώς και των Ν.Π.Δ.Δ και Ν.Π.Ι.Δ αυτών, το οποίο απασχολείται στο πλαίσιο του συγχρηματοδοτούμενου ευρωπαϊκού προγράμματος "Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής ζωής", ανανεώνονται κάθε έτος και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος, σύμφωνα με το εδ.α' της παρ.3 του άρθρου 21 του ν.2190/1994, αποκλειόμενης, σε κάθε περίπτωση, της μετατροπής των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου. 2.
Άρνηση ανανέωσης γίνεται μόνο με την επίκληση σπουδαίου λόγου σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Στις περιπτώσεις αυτές, στις δομές που υπάγονται απευθείας στους δήμους, την οριστική απόφαση για την ανανέωση ή μη της σύμβασης λαμβάνει το Δημοτικό Συμβούλιο με συγκεκριμένη και ρητώς αναγραφόμενη αιτιολογία.
Στις δομές που υπάγονται στα Ν.Π.Δ.Δ και Ν.Π.Ι.Δ των Ο.Τ.Α, την ειδικά αιτιολογημένη απόφαση για την ανανέωση ή μη της σύμβασης λαμβάνει αντίστοιχα το Διοικητικό Συμβούλιο του νομικού προσώπου, κατόπιν έγκρισης του Δημοτικού Συμβουλίου του οικείου Ο.Τ.Α. 3. Σε περίπτωση που η ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των ως άνω εργαζόμενων, απέχει λιγότερες από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία ανανέωσης και έναρξης των νέων συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, δεν εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες από την κείμενη εργατική νομοθεσία κυρώσεις.
Σε αυτή την περίπτωση όλες οι συνέπειες της ανανέωσης των ως άνω συμβάσεων επέρχονται αναδρομικά από την επομένη της ημερομηνίας λήξης των προηγούμενων.". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται η δυνατότητα και όχι η υποχρέωση της ανανέωσης κάθε έτος και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος, των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του προσωπικού των Ο.Τ.Α α' και β' βαθμού καθώς και των Ν.Π.Δ.Δ και Ν.Π.Ι.Δ, που απασχολείται στο πλαίσιο του συγχρηματοδοτούμενου ευρωπαϊκού προγράμματος "Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής ζωής".
Τούτο συνάγεται ρητά από τη δυνατότητα που παρέχεται στα οριζόμενα με την παρ.2 του άρθρου αυτού όργανα να αρνηθούν την ανανέωση των εν λόγω συμβάσεων με την απαραίτητη προϋπόθεση της επίκλησης σπουδαίου λόγου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Εξάλλου, η θέσπιση δυνατότητας και όχι υποχρέωσης ανανέωσης των με ετήσια χρονική διάρκεια συμβάσεων εργασίας, προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 εδ.α' του ν.2190/1994, (όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 61 παρ.1 του ν.4674/2020 και η οποία τελικά καταργήθηκε με το άρθρο 61 παρ.1α του ν.4765/2021), στην οποία ρητά παραπέμπει το άρθρο 68 ν.4415/2016 και σύμφωνα με την οποία για το προσωπικό προγραμμάτων ή έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς ή ερευνητικών προγραμμάτων ή προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς ή από συμβάσεις διάρκειας 5 ετών για την εκμετάλλευση εστιατορίων, αναψυκτηρίων και γενικώς χώρων αναψυχής, επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η διάρκεια των συμβάσεων να είναι μέχρι ένα έτος και να ανανεώνονται ή παρατείνονται έως το τέλος του προγράμματος ή έργου ή την εκπλήρωση της υποχρέωσης, αποκλειόμενης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισης τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 68 του ν.4415/2016 εισάγεται εξαιρετική ρύθμιση έναντι των γενικά ισχυόντων για το απασχολούμενο στις δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του ν.2190/1994 προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για κάλυψη παροδικών αναγκών, δια της οποίας είναι επιτρεπτή η διαδοχική ανανέωση συμβάσεων εργασίας, ενιαύσιας διάρκειας, αμέσως μετά τη λήξη τους και για ισόχρονο διάστημα (ένα έτος) μέχρι την ολοκλήρωση του συγχρηματοδοτούμενου ευρωπαϊκού προγράμματος "Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής ζωής" και δεν θεσπίζεται υποχρέωση των Ο.Τ.Α και των Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ν.Π.Ι.Δ αυτών, να απασχολούν το προσλαμβανόμενο στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού προσωπικό καθ' όλη τη διάρκεια του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, 4/2018, 7/2006, 4/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 169/2019, 1394/2017, 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017). (ΑΠ 578/2019, 945/2019, 15/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο λόγο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "....Περί τα τέλη του έτους 2013 το εναγόμενο ν.π.δ.δ. (ήδη αναιρεσείον) εξέδωσε την υπ' αριθ. 1435/12.12.2013 ανακοίνωση- ανοικτή πρόσκληση για την πρόσληψη 14 ατόμων (4 ατόμων ειδικότητας ΤΕ βρεφονηπιοκόμων, 6 ατόμων ειδικότητας ΔΕ βοηθών βρεφονηπιοκόμων, 4 ατόμων ΥΕ γενικών καθηκόντων) με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στα πλαίσια υλοποίησης του συγχρηματοδοτούμενου ευρωπαϊκού προγράμματος "Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής Ζωής".
Οι όροι της προκήρυξης σχετικά με τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας, οι οποίες επρόκειτο να συναφθούν, προέβλεπαν ετήσια διάρκεια με τη δυνατότητα ανανέωσης για ένα επιπλέον χρόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα εξακολουθούσε η χρηματοδότηση του εν λόγω προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρώτη ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) κατατάχθηκε σε θέση πρόσληψης ειδικότητας ΤΕ βρεφονηπιοκόμων και την 1η Απριλίου 2013 καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και των νομίμων εκπροσώπων του εναγομένου ν.π.δ.δ.
σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την οποία η πρώτη ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία της ως βρεφονηπιοκόμος έναντι μισθού στους παιδικούς σταθμούς, τους οποίους διαχειρίζεται το εναγόμενο σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε από 1-4-2013 έως 31-8-2014 ενώ η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε και η πρώτη ενάγουσα παρείχε την εργασία της με την ίδια ως άνω ειδικότητα τα χρονικά διαστήματα από 1-9-2014 έως 31-8-2015, 1-9-2015 έως 31-8-2016, 1-9-2016 έως 31-8-2017 και από 1-9-2017 έως 31-8-2018.
Τον τελευταίο αυτό μήνα ήτοι το μήνα Αύγουστο του έτους 2018 οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της πρώτης ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 965,91 ευρώ. Σχετικά με τη δεύτερη ενάγουσα, (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) στις 26-8-2016 καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και των νομίμων εκπροσώπων του εναγομένου ν.π.δ.δ. σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την οποία η δεύτερη ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει την εργασία της ως βοηθός βρεφονηπιοκόμου έναντι μισθού στους παιδικούς σταθμούς, τους οποίους διαχειρίζεται το εναγόμενο σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε από 26-8-2016 έως 31-8-2016 ενώ η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε και η δεύτερη ενάγουσα παρείχε την εργασία της με την ίδια ως άνω ειδικότητα τα χρονικά διαστήματα από 1-9-2016 έως 31-8-2017 και από 1-9- 2017 έως 31-8-2018. Τον τελευταίο αυτό μήνα ήτοι το μήνα Αύγουστο του έτους 2018 οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της δεύτερης ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 928 ευρώ.
Ακολούθως και ενώ αναμενόταν η ανανέωση των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, στις 5-7-2018 το Δ.Σ. του εναγομένου ν.π.δ.δ. έλαβε την υπ' αριθμ. …2018 απόφαση, με την οποία δεν προέβη στην ανανέωση των συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ειδικότητας ΤΕ βρεφονηπιοκόμων και ΔΕ βοηθών βρεφονηπιοκόμων τεσσάρων εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες, επικαλούμενο σπουδαίο λόγο.
Ειδικότερα ο σπουδαίος λόγος, όπως αναφέρεται στην ως άνω απόφαση, που εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη, συνίστατο στο ότι οι εργαζόμενοι αυτοί αποτελούν πλεονάζον προσωπικό εξαιτίας: α) της μεγάλης μείωσης των φιλοξενούμενων παιδιών στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς του Δήμου Πυλαίας- Χορτιάτη, β) της αναστολής λειτουργίας των δημοτικών παιδικών σταθμών Χορτιάτη και Ασβεστοχωρίου, γ) της μείωσης της δυναμικότητας των τεσσάρων (4) δομών, που λειτουργούν, δ) της αδυναμίας κάλυψης της μισθοδοσίας λόγω σημαντικής μείωσης των εσόδων.........
Συνεπώς το εναγόμενο με την εν λόγω απόφαση του Δ.Σ. αυτού προέβη στην επιλογή της μη ανανέωσης των συμβάσεων εργασίας επικαλούμενο οικονομοτεχνικούς λόγους, οι οποίοι ωστόσο αξιολογούνται ως προσχηματικοί. Τούτο διότι: 1) το εναγόμενο ν.π.δ.δ. προέβη μέσω ΟΑΕΔ στην πρόσληψη επτά συνολικά εργαζομένων ήτοι τριών ατόμων ειδικότητας ΔΕ βοηθού βρεφονηπιοκόμων και τεσσάρων ατόμων ειδικότητας ΤΕ βρεφονηπιοκόμου την ίδια χρονική στιγμή, που χαρακτήρισε τέσσερις εργαζόμενες, μεταξύ των οποίων οι ενάγουσες και η μάρτυρας Κ.
Κ., η οποία εξετάστηκε ενόρκως με επιμέλεια τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλεονάζον προσωπικό. Αν όντως συνέτρεχαν λόγοι μη ανανέωσης των συμβάσεων εργασίας, όπως αυτοί των οποίων έγινε επίκληση (μείωση φιλοξενουμένων παιδιών, αναστολή λειτουργίας δύο παιδικών σταθμών κλπ), ασφαλώς το εναγόμενο ν.π.δ.δ δεν θα έσπευδε να προσλάβει επτά συνολικά άτομα.
Επισημαίνεται δε ότι η μάρτυρας Σ. Σ., η οποία εξετάστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επιμέλεια του εναγομένου ν.π.δ.δ. και είναι μέλος του ΔΣ αυτού από το έτος 2014, ερωτηθείσα σχετικά κατ' επανάληψη αν οι επτά αυτές εργαζόμενες, των οποίων η πρόσληψη έλαβε χώρα μέσω ΟΑΕΔ, προορίζονται για την φροντίδα των παιδιών, που φιλοξενούνται στους παιδικούς σταθμούς του εναγομένου, απάντησε ότι αυτές οι εργαζόμενες δεν θα καλύπτουν πάγιες και λειτουργικές ανάγκες, αλλά επικουρικές, έκανε λόγο για σκοπό αναβάθμισης των προσφερομένων υπηρεσιών, ενώ σε άλλο σημείο της ένορκης κατάθεσης της ανέφερε ότι υπάρχουν και ανάγκες, που δεν είναι δυνατόν εκ των προτέρων να προβλεφθούν..............
Παρατηρείται ότι η επίτευξη του σκοπού αναβάθμισης των προσφερομένων υπηρεσιών και η κάλυψη αναγκών, που δεν είναι δυνατόν εκ των προτέρων να καλυφθούν, δε συνάδει με το χαρακτηρισμό τεσσάρων εργαζομένων ως πλεονάζον προσωπικό. Επιπλέον δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι γίνεται γενικά και αόριστα λόγος από την ως άνω μάρτυρα για κάλυψη επικουρικών αναγκών, τις οποίες πάντως η ίδια επιμελώς αποφεύγει να προσδιορίσει επαρκώς. 2) στην ως άνω απόφαση του ΔΣ του εναγομένου ν.π.δ.δ.
αναφέρεται ότι υπάρχουν συνολικά 20 εργαζόμενες (10 ειδικότητας ΤΕ βρεφονηπιοκόμου και 10 ειδικότητας ΔΕ βοηθού βρεφονηπιοκόμου) για την κάλυψη των αναγκών των 224 παιδιών, που αναμένεται να φιλοξενηθούν στους παιδικούς σταθμούς. Ωστόσο μεταξύ αυτών των συνολικά 20 εργαζομένων περιλαμβάνονται και εργαζόμενες όπως η Μ.
Κ., η οποία προσελήφθη μεν ως βρεφονηπιοκόμος αλλά δεν απασχολείται σε κάποιον παιδικό σταθμό παρά σε άλλη υπηρεσία του Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη και η Δ. Κ., η οποία απασχολείται ως διευθύντρια όλων των παιδικών σταθμών του εναγομένου και ως εκ της θέσεως της ασκεί εποπτεία σε αυτούς χωρίς να ασχολείται με τη φύλαξη και την περιποίηση των παιδιών παρά μόνο κατ' εξαίρεση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και για περιορισμένο χρονικό διάστημα λαμβανομένου υπόψει ότι κατ' άρθρο 8§5 του Πρότυπου Κανονισμού Λειτουργίας Δημοτικών Παιδικών Σταθμών (ΦΕΚ 4249/Β/5-12-2017 "Κάθε τμήμα Παιδικού Σταθμού, στο οποίο απασχολούνται μία/ένας (1) παιδαγωγός και μία/ένας (1) βοηθός, εξυπηρετεί έως 25 παιδιά".
Επιπροσθέτους κατ' άρθρο 7§5 του ιδίου ως άνω Πρότυπου Κανονισμού η λειτουργία των παιδικών σταθμών αρχίζει στις 7 το πρωί και λήγει ώρα 16.00 ενώ κατ' άρθρο 8§2 ν. 4368/2016 το ωράριο εργασίας των βρεφονηπιοκόμων είναι 6 ώρες ημερησίως. Εξάλλου η κρίση του Δικαστηρίου περί επίκλησης προσχηματικών οικονομοτεχνικών λόγων εκ μέρους του εναγομένου ν.π.δ.δ.
ενισχύεται από το γεγονός ότι κατ' άρθρο 16 του ως άνω Πρότυπου Κανονισμού το προσωπικό, το οποίο απασχολείται αποκλειστικά στους σταθμούς, που λειτουργούν εντός ν.π.δ.δ. των Δήμων ή ως υπηρεσία του κατά τις ημέρες μη λειτουργίας αυτών με βάση το άρθρο 7 του Πρότυπου Κανονισμού έχει διακοπές εργασίας και προβλέπεται η δυνατότητα του προσωπικού με τη συνδρομή σοβαρών λόγων λήψης κανονικής άδειας με αποδοχές έως δέκα (10) εργάσιμες ημέρες κατ' έτος κατά τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.
Κατά συνέπεια θα έπρεπε το εναγόμενο ν.π.δ.δ. να προνοήσει για την εύρυθμη λειτουργία των παιδικών του σταθμών πρωτίστως με γνώμονα την ασφάλεια των φιλοξενουμένων παιδιών για την πλήρη κάλυψη των θέσεων βρεφονηπιοκόμων και βοηθών βρεφονηπιοκόμων δοθέντος ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο συνδρομής σοβαρών λόγων, που επιβάλλουν τη λήψη άδειας εκ μέρους κάποιων εργαζομένων όπως ασθένεια, ατύχημα κλπ.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2018, όταν συζητήθηκε η υπό κρίση αγωγή ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απουσίαζαν από την εργασία τους η Χ. Α. μέχρι το τέλος Νοεμβρίου λόγω αναρρωτικής άδειας (κάταγμα ποδιού), η Δ. Κ. λόγω ασθένειας του τέκνου της και η Μ. Σ. λόγω επαπειλούμενης κύησης.............
Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι το εναγόμενο ν.π.δ.δ. δεν προέβη στην ανανέωση των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών για ένα επιπλέον έτος ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-9-2018 έως 31-8-2019, αν και δε συνέτρεχε προς τούτο σπουδαίος λόγος και αρνούμενο να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγουσών, περιήλθε σε υπερημερία.
Συνεπώς το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-9-2018 μέχρι 31-8-2019: 1) στην πρώτη ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 11.590,92 € (965,91 ευρώ οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές χ 12 μήνες) με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, που οι αποδοχές υπερημερίας αφορούν, β) στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 11.136 € (928 € οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές χ 12 μήνες) με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, που οι αποδοχές υπερημερίας αφορούν. Το αίτημα των εναγουσών να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους για το χρονικό διάστημα από 1-9-2018 έως 31-8-2019 πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου δοθέντος ότι έχει ήδη παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα. Τέλος από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι η μη ανανέωση των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας τους (μείωση της υπόληψης αυτών ως εργαζομένων, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους, εν όψει του είδους της εργασίας κλπ.) ή που συνιστούν αδικοπραξία έτσι ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για πρόκληση ηθικής βλάβης και επομένως για υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στις ενάγουσες εκτός από τις αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...........
Συνεπώς το σχετικό αίτημα της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο.". Με βάση τις αποδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 25.5.2020 έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την 4443/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχτηκε εν μέρει την από 11.9.2018 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη για το χρονικό διάστημα από 1.9.2018 έως 31.8.2019 και το υποχρέωσε να καταβάλει στην μεν πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 11.590,92 ευρώ, στη δε δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 11.136 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι το αναιρεσείον ν.π.δ.δ με την επιλογή του να μην ανανεώσει τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των αναιρεσίβλητων για το χρονικό διάστημα από 1.9.2018 έως 31.8.2019, αν και δεν συνέτρεχε προς τούτο σπουδαίος λόγος και αρνούμενο να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες αυτών (αναιρεσίβλητων), περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη, επιδικάζοντας, ακολούθως, ως αποδοχές υπερημερίας τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές που θα λάμβαναν οι αναιρεσίβλητες για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 του ν.4415/2016 και 669, 361, 648, 158, 159, ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, επί των καταρτισθεισών, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν.4415/2016 συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του προσωπικού των Ο.Τ.Α καθώς και των Ν.Π.Δ.Δ και Ν.Π.Ι.Δ αυτών, που απασχολείται στο πλαίσιο του συγχρηματοδοτούμενου ευρωπαϊκού προγράμματος "Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής ζωής", επί των οποίων υφίσταται δυνατότητα και όχι υποχρέωση ανανέωσης αυτών, ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, όπου τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης των, όπως στην προκείμενη περίπτωση, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκαν, παύουν αυτοδικαίως, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία των συμβάσεων και καταβολή αποζημίωσης, με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητες ως εργαζόμενες των οποίων οι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου έληξαν, δεν δύναται να αξιώνουν ως αποζημίωση τους μισθούς που απώλεσαν λόγω της μη ανανέωσης των συμβάσεων τους, αφού το αναιρεσείον δεν κατέστη υπερήμερος εργοδότης.
Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος, επίκληση σπουδαίου λόγου για την μη ανανέωση των συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των αναιρεσίβλητων είναι προσχηματική και στη συνέχεια επιδίκαση των αξιούμενων με την αγωγή ποσών, αναγνωρίζοντας ότι το αναιρεσείον έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη, χωρίς να διαλαμβάνονται παραδοχές περί της συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την περιέλευση του αναιρεσείοντος σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη, δεδομένου ότι μετά τη λήξη των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και μη υπαρχουσών εγκύρως καταρτισθεισών συμβάσεων εργασίας μεταξύ καθεμίας εκ των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος, από τις οποίες να απορρέει υποχρέωση του τελευταίου προς αποδοχή εργασίας τους και καταβολής των αποδοχών τους, δεν υφίσταται παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος και εξ αυτού του λόγου περιέλευσή του σε υπερημερία, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκ πλαγίου.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.1 και 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση με άλλον δικαστή, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2121/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ