Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim due to lack of specific circumstances under Article 281 Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Hellenic Bank against the Second Instance Court's decision rejecting the bank's claim of abusive exercise of rights. The appellants argued that the bank knew the applicants would be hired at a lower rank for four years without protest, creating a situation where the applicants' subsequent claim for equal treatment was abusive. The court held that Article 281 of the Civil Code requires specific circumstances stemming from the parties' prior conduct to justify an abuse of right claim, which were not sufficiently established in this case. Consequently, the appeal was rejected, and the bank was ordered to pay the legal costs of the applicants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The exercise of a right is abusive only if specific circumstances arising from the conduct of both parties render the subsequent assertion of the right contrary to good faith or social purpose, mere inactivity alone is insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 646 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 646/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1, κάτοικου ..., 2)Ψ2, κάτοικου ... και 3)Ψ3, κάτοικο .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι τους από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2489/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 3561/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 18-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι είναι διπλωματούχοι μηχανολόγοι μηχανικοί, ότι μετά από προκήρυξη η εναγόμενη - αναιρεσείουσα τους προσέλαβε την 22-1-2002 και στη συνέχεια την 15-7-2004 τους ενέταξε οριστικά με το βαθμό του μηχανικού Α', που έχει την επικαλούμενη στην αγωγή βαθμολογική εξέλιξη και αντιστοιχία με το λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της εναγόμενης, και ότι οι κατονομαζόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί τους που, κατά την προγενέστερη από τους ενάγοντες πρόσληψή τους, δεν διέθεταν υπέρτερα εκείνων τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ασκούσαν και ασκούν τα ίδια έργα με εκείνα των εναγόντων, εντάχθηκαν κατά την πρόσληψή τους στον ανώτερο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου, κάτι που δεν έγινε με τους ενάγοντες, κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Ενόψει του άνω ιστορικού ζήτησαν με την αγωγή τους να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να τους εντάξει στο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου. Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η ένδικη αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, όπως κρίθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, καθόσον οι ενάγοντες κατονομάζουν τους συναδέλφους τους προς τους οποίους διατείνονται ότι εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση της εναγόμενης, εκθέτουν ειδικώς τα δικά τους τυπικά προσόντα και εκείνα των συναδέλφων τους καθώς και την εργασία και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτοί και οι συνάδελφοί τους την παρείχαν στην εναγόμενη, ώστε να καθίσταται δυνατή η σύγκριση και ακολούθως η κρίση αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή μη αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Συνεπώς, με το να μην απορρίψει το Εφετείο την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δήθεν της αοριστίας της, όπως προέβαλε η αναιρεσείουσα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ο πρώτος εκ της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τη διέπουσα τις εργασιακές σχέσεις αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 εδαφ. β του Συντάγματος, 288 ΑΚ και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η άνιση μεταχείριση των εργαζομένων που απασχολούνται στην ίδια επιχείρηση υπό τις αυτές συνθήκες και παρέχουν την αυτή εργασία και μάλιστα ανεξαρτήτως χρόνου προσλήψεώς τους (ΑΠ Ολομ. 7/1993, ΑΠ Ολομ. 248/1985, ΑΠ Ολομ. 1191/1983).
Υπό την έννοια αυτή, αποτελεί άνιση μεταχείριση η εξαίρεση ορισμένου μισθωτού από παροχές, όπως είναι η μισθολογική και η βαθμολογική εξέλιξη των άλλων εργαζόμενων στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης οικειοθελώς, χωρίς δηλαδή νομική υποχρέωση. Τέτοια εξαίρεση ενός μισθωτού δικαιολογείται για ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο και είναι αποδεκτή στην περίπτωση που οι πλείοντες μισθωτοί δεν ανήκουν στην αυτή κατηγορία γιατί δεν έχουν τα αυτά τυπικά προσόντα (ΑΠ Ολομ. 1243/1979), καθώς και όταν προσλήφθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους με άλλες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος μισθωτού.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Με την 396/27-5-2002 πράξη του Διοικητή της εναγόμενης (αναιρεσείουσας) όλοι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), οι οποίοι είναι διπλωματούχοι Μηχανολόγοι - Μηχανικοί, διορίσθηκαν προσωρινά υπάλληλοι αυτής με το βαθμό του Μηχανικού Α'.
Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Διοικητή της εναγομένης διορίσθηκαν οριστικά αυτοί με τον βαθμό του Μηχανικού Β', στον οποίο σύμφωνα με τον συμβατικής ισχύος Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων, πρέπει να παραμείνουν πέντε (5) έτη για την προαγωγή τους στον βαθμό του Μηχανικού Α' και άλλα πέντε (5) έτη για την προαγωγή τους στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου.
Απεδείχθη όμως ότι η εναγόμενη κατά την οριστική ένταξη στο προσωπικό της άλλων υπαλλήλων, επίσης διπλωματούχων μηχανικών, τους ενέταξε απ' ευθείας στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου. Ειδικότερα, τις μηχανικούς ... κατά την πρόσληψή τους το έτος 1977 ενώ, αρχικά τις είχε εντάξει τον βαθμό του Μηχανικού Β', όπως και τους ενάγοντες, ακολούθως με την υπ' αριθμ.. ...
πράξη του Διοικητή της, τις επανένταξε στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου, αποδεχόμενη την υπ' αριθμ. ... θετική γνωμοδότηση της Δ/νσεως Νομικών Υπηρεσιών της "για λόγους ίσης μεταχείρισης....... για αποκατάσταση αδικίας κατά τον διορισμό τους". Επίσης, τους διπλωματούχους μηχανικούς ..., οι οποίοι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας το έτος 1994 και εντάχθηκαν στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης τον Νοέμβριο του 1996 με τον βαθμό του Μηχανικού Β', μετά την τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 320/1999 αποφάσεως του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι αυτοί κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης δεν εντάχθηκαν από την αρχική πρόσληψή τους στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου, η εναγομένη συμμορφούμενη με την ως άνω απόφασή τους ενένταξε αναδρομικά από τον χρόνο της αρχικής προσλήψεώς τους στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου.
Ακόμη, τους διπλωματούχους αρχιτέκτονες - μηχανικούς ..., που διορίσθηκαν προσωρινά ως υπάλληλοι της εναγομένης με τον βαθμό του Μηχανικού Β' την 15-1-1997 οι δύο πρώτοι και την 26-5-1997 η τρίτη και ακολούθως εντάχθηκαν στο 6ο κλιμάκιο του κυρίου προσωπικού του Ενιαίου Μισθολογίου, μετά την τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 911/2002 αποφάσεως του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι οι ανωτέρω κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης δεν εντάχθηκαν από του χρόνου της αρχικής πρόσληψής των στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου και το 19ο μισθολογικό κλιμάκιο, η εναγομένης συμμορφούμενη με την άνω απόφαση τους ενένταξε αναδρομικά από τον χρόνο της αρχικής προσλήψεώς τους στον βαθμό του Μηχανικού - Προϊσταμένου και το 16ο μισθολογικό κλιμάκιο.
Απεδείχθη περαιτέρω ότι οι ενάγοντες, έχοντες τα αυτά τυπικά προσόντα με τους προαναφερθέντες συναδέλφους τους μηχανικούς, παρέχουν την ίδια εργασία με αυτούς, ως διπλωματούχοι μηχανικοί και κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Βάσει των ανωτέρω η ένταξη των εναγόντων από την εναγομένη σε διαφορετικό βαθμό από αυτούς, που έχει ως συνέπεια να λαμβάνουν μικρότερο μισθό από αυτούς και να έχουν χρονικά δυσμενέστερη βαθμολογική εξέλιξη, συνιστά δυσμενή σε βάρος τους διάκριση και μεταχείριση, η οποία διάκριση δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, ούτε άλλωστε αποδείχθηκαν περιστατικά που να δικαιολογούν αυτή την εξαίρεση των εναγόντων από την ένταξή τους στο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της ΣυνθΕΟΚ και 288 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 απορρέων, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθ. ΕΟΚ και 288 ΑΚ, που καθιερώνουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, με εκείνου του άρθρου 361 ΑΚ, που καθιερώνει τη συμβατική ελευθερία, συνάγεται ότι η διευρυμένη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ώστε να κάμπτει και αντίθετες συμφωνίες δικαιολογείται κατ' αρχήν, με το επιχείρημα ότι η εν λόγω αρχή αποτελεί αναγκαστικού δικαίου δικαϊική αρχή, μη ευρισκόμενη στην εξουσία διαθέσεως των μερών, δεν καθίσταται όμως άκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργαζόμενος παραιτείται από μια συγκεκριμένη παροχή, την οποίαν θα μπορούσε ν' αξιώσει με επίκληση της άνω αρχής, εκτός αν η ως άνω παραίτηση δεν είναι προϊόν ελεύθερης δικαιοπρακτικής απόφασης του εργαζομένου ή ο σχετικός συμβατικός όρος ουσιαστικά επιβλήθηκε μονομερώς από τον εργοδότη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ με το να δεχθεί ότι, καίτοι οι αναιρεσίβλητοι συμφώνησαν με την αναιρεσείουσα να προσληφθούν με το βαθμό του μηχανικού Α, περιστατικό που καθιστούσε ανεφάρμοστη στην περίπτωσή τους την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, εν τούτοις παραβιάστηκε η ως άνω αρχή με την ένταξη των αντιδίκων της στον άνω βαθμό.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη της άνω συμφωνίας, ενώ, όπως προκύπτει από την απόφασή του, τούτο έκρινε ότι δεν προκύπτει ειδική συμφωνία εξαιρέσεως από την εφαρμογή της άνω αρχής και ότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να δικαιολογούν αυτή την εξαίρεση των αναιρεσιβλήτων από την ένταξή τους στο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου, απορρίπτοντας έτσι ως αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε επίσης τα ακόλουθα: "η εκκαλούσα, με τον τελευταίο λόγο της εφέσεώς της, επαναφέροντας πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό της, υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες ασκούν εν προκειμένω καταχρηστικώς το σχετικό δικαίωμά τους, διότι γνώριζαν αυτοί εξαρχής ότι θα διορισθούν με το βαθμό του Μηχανικού Β και ότι για μία τετραετία ουδεμία προέβαλλαν διαμαρτυρία.
Επιπλέον δεν ισχυρίζεται ότι η αποδοχή του εν λόγω αιτήματος των εναγομένων θα προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην Υπηρεσία της". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας, δεχθέν ότι τα ανωτέρω περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ του άρθρου 281 ΑΚ.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο επί του άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, στον οποίον δεν γίνεται επίκληση ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχομένων από την προηγηθείσα συμπεριφορά των δικαιούχων, ενόψει των οποίων και της αδράνειας των τελευταίων, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις συνθήκες αυτές και διατηρήθηκε επί μακρόν εξέρχεται των ορίων της ΑΚ 281, αλλά ασαφώς διατυπούται με τη φράση "θα προκαλέσει αναστάτωση στην Τράπεζα" η δυσμενής επίπτωση (χωρίς να διευκρινίζεται η φύση και η έκτασή της) από την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, ενώ περιέχονται και περιστατικά προγενέστερα της συστάσεως του ένδικου δικαιώματος, δεν παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο αντίθετος επ' αυτού τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-12-2008 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" περί αναιρέσεως της 3561/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ