Legislator Case Law & Legislation
646/2009 AI generated

Appeal dismissed; court rejected claim that employer forced falsified settlement receipts without verifying authenticity first.

Case Number 646/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a labor court judgment regarding settlement receipts. The employer argued that the employee was coerced into signing blank receipts filled later with false amounts, while the employee admitted the signatures were genuine but contested the contents. The court held that since the employee verified the signatures, the documents were admissible evidence, and the lower court correctly disregarded them based on contradictory testimony.

Legislator headnote

AI generated

Articles 416, 417(1), 424(a), 445, 352(2), 354, 559(11) of the Code of Civil Procedure; A settlement receipt constitutes a valid private document proving the signature, but its content may be rebutted by evidence, and a court may disregard it if the opposing party proves the content is false without first establishing forgery.

Keywords

AI generated
labor dispute settlement private document admissibility signature verification content falsification evidence rebuttal coerced signature judicial error

Cited Legislation

AI generated
Articles 416, 417(1), 424(a) of the Code of Civil Procedure
Article 445 of the Code of Civil Procedure
Article 352(2) of the Code of Civil Procedure
Article 354 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 671(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 463 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 646 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 646/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπακωνσταντίνου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πάτρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 554/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6528/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 27-1-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α' του ΑΚ προκύπτει ότι η ενοχή αποσβείνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενο της ενοχής. Ο οφειλέτης και επί συμβάσεως εργασίας ο εργοδότης, προβαίνοντας σε καταβολή των αποδοχών έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εργαζόμενο να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη, η οποία πρέπει να είναι αναλυτική, να αναφέρει δηλαδή τα επί μέρους ποσά που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου, καθώς και τις αιτίες καταβολής τους. Κατά το αρθρ. 445 του ΚΠολΔ έγγραφα ιδιωτικά συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Συνεπώς, το ιδιωτικό έγγραφο της εξοφλητικής απόδειξης παράγει πλήρη απόδειξη ότι προέρχεται από τον υπογράψαντα αυτό, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη ότι η βεβαίωση αυτή δεν είναι αληθινή, χωρίς να προσβληθεί η απόδειξη ως πλαστή. Ως προς το γεγονός όμως ότι έγινε η καταβολή, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί στην πραγματικότητα εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατ' άρθρ. 352 παρ.2 του ΚΠολΔ, και η οποία, σύμφωνα με το αρθρ. 354 του ίδιου κώδικα, ανακαλείται αν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Εξάλλου, κατά το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται απαραδέκτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη, κατ' άθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες πρόβαλαν νομοτύπως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφεραν με την έφεσή τους ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων αξιώσεων επικαλούμενοι προς τούτο 52 εξοφλητικές αποδείξεις του χρονικού διαστήματος από 8-2-2000 έως 31-5-2004, που έφεραν την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και οι οποίες περιέχουν λεπτομερή ανάλυση των ποσών που έλαβε ο τελευταίος για αμοιβή από υπερεργασία, υπερωρία και απασχόληση κατά τα Σάββατα και Κυριακές.

Σχετικά με την ένσταση αυτή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος συνομολογεί τη γνησιότητα της υπογραφής του στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αποδείξεις αλλά αμφισβητεί τη συμβατική συμπλήρωση των λοιπών στοιχείων ισχυριζόμενος ότι η εργοδότρια εταιρεία εξανάγκαζε τον ίδιο, όπως και άλλους εργαζομένους του, να υπογράφουν λευκές αποδείξεις, τις οποίες στη συνέχεια συμπλήρωνε όπως εκείνη ήθελε.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι από τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου αποδεικνύεται και ουσία βάσιμος και ότι οι πρσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις δεν ανταποκρίνεται σε όσα ποσά πραγματικά καταβλήθηκαν στον εργαζόμενο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων μη νομίμως προταθέντων και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί πλαστότητας των εξοφλητικών αποδείξεων που δεν είχε προταθεί κατά τρόπο παραδεκτό, όπως ορίζει το αρθρ. 463 του ΚΠολΔ, δεν είναι βάσιμος, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν υπέβαλε ούτε όφειλε να υποβάλει τέτοιο ισχυρισμό.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρ. 671 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, όταν δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη του και έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ, όχι όμως και τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα.

Εάν εκείνος κατά του οποίου φέρεται προς απόδειξη το ιδιωτικό έγγραφο αμφισβητήσει τη γνησιότητα του εγγράφου, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία προσκομίζεται, αν το ιδιωτικό έγγραφο προέρχεται από εκείνον στον οποίο αποδίδεται καν αν αποδειχθεί η γνησιότητά του, οφείλει να το συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει τη γνησιότητα του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά το έγγραφο, πριν διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες για την απόδειξη της ενστάσεως εξοφλήσεως που υπέβαλαν, προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου τις προαναφερθείσες 52 εξοφλητικές αποδείξεις του επίδικου χρονικού διαστήματος, που έφεραν την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου και περιείχαν λεπτομερή ανάλυση των ποσών που έλαβε ο τελευταίος για καθεμιά από τις ένδικες αξιώσεις (υπερεργασία, υπερωρίες, απασχόληση τα Σάββατα και τις Κυριακές).

Ο αναιρεσίβλητος συνομολόγησε τη γνησιότητα της υπογραφής του στις εξοφλητικές αποδείξεις, αμφισβήτησε όμως το περιεχόμενό τους ισχυριζόμενος ότι η εργοδότρια εταιρεία εξανάγκαζε τον ίδιο, όπως και άλλους εργαζομένους της, να υπογράψει λευκές αποδείξεις, τις οποίες στη συνέχεια συμπλήρωνε όπως εκείνη ήθελε.

Το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό αυτό και δέχθηκε ότι από την προσήκουσα εκτίμηση των μνημονευομένων ένορκων βεβαιώσεων, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, αποδεικνύεται η βασιμότητά του, ότι δηλαδή το περιεχόμενο των εξοφλητικών αποδείξεων δεν ανταποκρίνεται στα ποσά που πράγματι καταβλήθηκαν στον αναιρεσίβλητο και κατ' αυτό δεν τις έλαβε υπόψη.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 11 εδ. α' του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα χωρίς προηγουμένως να εξετάσει την πλαστότητα του περιεχομένου των και διαπιστώσει αν πρόκειται για επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν είναι βάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2007 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και Χ2 για αναίρεση της 6528/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ