Legislator Case Law & Legislation
646/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague complaint lacking specific facts on employment classification and salary scale issues.

Case Number 646/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the plaintiffs' claim as vague. The plaintiffs alleged unfair treatment regarding their employment category and salary scale compared to similarly qualified colleagues, but failed to specify vacant positions or name the favored employees. The court ruled that the appeal arguments were baseless because the original complaint did not contain the necessary factual details required by law to substantiate the claim.

Legislator headnote

AI generated

Art. 216(1) C.P.D.; Art. 559(1) C.P.D.: An appeal must be dismissed if the complaint is vague and lacks the specific factual exposition required by law, even if legal principles are cited, as the court of first instance determines the sufficiency of facts.

Keywords

AI generated
vague complaint insufficient facts employment classification salary scale dismissal of appeal factual exposition similarly situated employees

Cited Legislation

AI generated
Art. 216(1) C.P.D.
Art. 559(1) C.P.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 646 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 646/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) ...., 3) ....., 4) ......, 5) ......, 6) ......, 7) ......, 8) ......, 9) ......., 10) ......., 11) ......., 12) ......., 13) ....... και 14) ...... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού. Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3067/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 4645/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2002 αίτησή τους και τον από 3-1-2008 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 9-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και εκείνου του δικογράφου του προσθέτου λόγου αυτής. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν κατά το νόμο αυτή και δικαιολογούν την άσκησή της από μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει από το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας ή νομική αρχή, με την οποία ζητείται η παραδοχή του αιτήματος, που υποβλήθηκε.

Εξάλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αυτό αξιώνει περισσότερα στοιχεία απ' όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.

Πολ. Δ. λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα, που εκτίθενται στην αγωγή, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 Κ. Πολ. Δ.

λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3, 3, 4 παρ. 1 και 8, 5 παρ. 3 και 4 και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 1274/1973) με την υπ' αριθ. 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.

Δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23-3-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Προσωπικό έκτακτο είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη εκτάκτων ή προσκαίρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως.

Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων, που καθορίζεται κάθε φορά με απόφαση του γενικού διευθυντή για κάθε κατηγορία ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.

Κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσεως, η δε κατάταξή του στο μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει κανένα δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ.

Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την ισχύουσα κάθε φορά διάρθρωση της ΔΕΗ, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα με τις υφιστάμενες κάθε φορά ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί επίσης με απόφασή του να μεταβάλλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.

Η ένταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο μετά από εισήγηση του διοικητή αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού της ΔΕΗ σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού αυτής αποτελεί, εκτός των άλλων, και η ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων.

Συνεπώς, στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να εντάξει τον ενάγοντα μισθωτό της σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού αυτής, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων κατά τον αιτούμενο χρόνο εντάξεως, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.

Επίσης, επί της εν λόγω αγωγής, με την οποία ζητείται η ένταξη υπαλλήλου της ΔΕΗ με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, από το ότι η εργοδότρια ενέταξε σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της άλλους μισθωτούς της, που διέθεταν τα αυτά με τον ενάγοντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρείχαν υπό τις αυτές συνθήκες την ίδια εργασία προς εξυπηρέτηση της αυτής κατηγορίας αναγκών της επιχειρήσεως, αναγκαία στοιχεία αυτής αποτελούν ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων μισθωτών, στους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών και του ενάγοντος, η εργασία, που παρείχαν οι ίδιοι και ο ενάγων κα οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρεχόταν η εργασία , ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή μη η ανωτέρω αρχή.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με την ένδικη από 29-1-1996 αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι κατά τον αναφερόμενο για τον καθένα χρόνο προσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη ως έκτακτοι υπάλληλοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (οι πέντε τελευταίοι απ' αυτούς ως μαθητές της Σχολής Ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης αυτής).

Ότι εντάχθηκαν στη συνέχεια στο τακτικό προσωπικό της τελευταίας και συγκεκριμένα, στον κλάδο τεχνικών, στην κατηγορία Τ4 (τεχνικών γενικά) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10,ενώ η ένταξή τους στο εν λόγω προσωπικό αυτής έπρεπε να γίνει στον ίδιο κλάδο, αλλά στην κατηγορία Τ3 (τεχνολόγων μηχανικών) κα στο μισθολογικό κλιμάκιο 8, αφού ήταν πτυχιούχοι των ΤΕΙ τριετούς φοιτήσεως και ακολούθως να προαχθούν στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο 7, λόγω τριετούς ευδόκιμης υπηρεσίας τους.

Κατόπιν του προεκτιθεμένου ιστορικού, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν κυρίως μεν σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΚΠ της αναιρεσίβλητης σε συνδυασμό με το άρθρο 288 Α. Κ. , επικουρικά δε σύμφωνα με το άρθρο 281 Α. Κ. και ακόμη επικουρικότερα σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διότι η αναιρεσίβλητη κατέταξε στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της κατηγορίας Τ3 άλλους πτυχιούχους των ΤΕΙ, που έχουν τα ίδια με αυτούς τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να αναγνωρισθεί α) ότι η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη να τους εντάξει στο τακτικό προσωπικό της στον κλάδο των τεχνικών, στην κατηγορία Τ3, στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 και να τους προάγει μετά τριετία στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο 7 και β) ότι η ιδία έχει υποχρέωση να καταβάλει στον καθένα απ' αυτούς τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την υπό κρίση αγωγή στο σύνολό της, ως αόριστη, διότι α) δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι κατά τους συγκεκριμένους χρόνους, που έλαβε χώρα ή ένταξη των αναιρεσειόντων στο τακτικό προσωπικό της αντιδίκου τους, υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις στην κατηγορία Τ3 και στα μισθολογικά κλιμάκια της Ε' βαθμίδας και β) δεν κατονομάζονται οι συγκεκριμένοι μισθωτοί, στους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί πράγματι ο νόμος για την ένταξη των μισθωτών της αναιρεσίβλητης σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού αυτής.

Επιπλέον, ως προς την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, δεν εκτίθενται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσειόντων, ενώ, ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, πέραν των ανωτέρω εκτιθεμένων, δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής, καθόσον αφορά τους μισθωτούς της αναιρεσίβλητης, στους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα εκάστου εξ' αυτών και εκάστου των αναιρεσειόντων, η εργασία, που παρείχε ο καθένας από τους εν λόγω μισθωτούς και τους αναιρεσείοντες και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες παρεχόταν η εργασία τους.

Επομένως, οι μοναδικοί λόγοι του κυρίου και του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-5-2002 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της υπ' αριθ. 4645/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ