Supreme Court partially allows appeal, remands case to lower court to decide on interest claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment regarding a traffic accident compensation case. The appellant argued for specific interest calculations, while the insurer contested the scope of the appeal. The court ruled that the appeal was procedurally valid but only partially successful, as it did not cover the entire disputed issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remand the case to the lower court for a final decision on the remaining issues if no further clarification is needed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 645 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 645/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε. Κ. Α. Ε. Α. Α. Α.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "E. Ε.", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική και …. οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-4-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 21-4-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. ... τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 13-1-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. ..., τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 10-6-2006 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ...) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι υπέστη σωματικές βλάβες συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέβη στις 3-5-1999, στην Αθήνα, κατά την σύγκρουση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, που οδηγούσε ο ίδιος, με Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ. Π. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", η άδεια της οποίας ανακλήθηκε και στην θέση της υπεισήλθε, ως ειδικός διάδοχος, το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο. Ότι με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επί προηγούμενης αγωγής του, κρίθηκε αποκλειστικώς υπαίτιος για την σύγκρουση ο Χ.
Π.. Ότι ο αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 3-5-2001 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...) αγωγή του κατά των Χ. Π. και της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία επιδόθηκε στις 13-5-2001 και με την οποία ζήτησε από τους ανωτέρω εναγομένους και αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ.
και ότι η αγωγή του αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. ... οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με βάση τα περιστατικά αυτά, με την κρινόμενη μεταγενέστερη αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., εις ολόκληρον ο καθένας, ποσό 58.695 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τις 13-5-2001, οπότε επιδόθηκε η προηγούμενη, από 3-5-2001, αγωγή του, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. ... οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, για την παραπάνω αιτία, ποσό 10.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τις 13-5-2001. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 24-2-2020 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και η από 23-2-2020 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Επί των αντιθέτων εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. ..., απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία οι εφέσεις έγιναν τυπικώς δεκτές, απορρίφθηκε ως αβάσιμη η δεύτερη αυτών, έγινε εν μέρει δεκτή η πρώτη αυτών ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακρατήθηκε η από 10-6-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ποσό 20.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως της από 10-6-2006 αγωγής.
Κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον, συνεπεία αυτών, επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης, που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη, όμως, δεν σημαίνει, κατ' ανάγκην, πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, αναλόγως με τον βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπον, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς, κατ' ανάγκην, η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από την διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία, άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως, αλλά εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση, αφενός μεν, το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος, αφετέρου δε, την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, η οποία, αναγκαστικώς, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (Ολ.
Α.Π. 18/2008, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1330/2024, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1488/2022, Α.Π. 909/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 485/2021). Περαιτέρω, στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 736/2021).
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 736/2021).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 225/2025). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1940/2024).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1941/2024).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και 931 του Α.Κ., ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' και 19 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατ' ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της Αρχής της αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε σ' αυτόν, ως αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ., το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται καταφανώς εκείνου, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με τις σωματικές βλάβες, που υπέστη ο αναιρεσείων - παθών κατά τον τραυματισμό του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα, στις 03-05-1999 έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα συνεπεία του οποίου τραυματίσθηκε ο ενάγων και συγκεκριμένα υπέστη κάταγμα του ΔΕ plateau το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση και τοποθέτηση μοσχευμάτων, αφαιρέθηκαν δε τα υλικά εξωτερικής οστεοσύνθεσης λόγω φλεγμονής.
Για το ατύχημα αυτό έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου (υπ' αριθμ. ... απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο εναγόμενος οδηγός, Χ. Π. του …. ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία E. Ε., της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το….. .
Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση Ιατρικής Πραγματογνωμοσύνης του Πραγματογνώμονα Ιατρού Γ. Χ., Ορθοπεδικού Χειρουργού Τραυματολόγου, ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα στις 3-11-2014 παρουσία και του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Γ. Κ. ιατρού - ορθοπαιδικού, ο ενάγων έχει αποκτήσει μόνιμη και σταδιακά επιδεινούμενη βλάβη στο δεξιό γόνατο εξαιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα.
Κατά την κλινική του εξέταση ο ανωτέρω πραγματογνώμονας διαπίστωσε μόνιμο οίδημα στην περιοχή του δεξιού γόνατος επίσης, μόνιμη ατροφία στον σύστοιχο τετρακέφαλο του οποίου η περίμετρος είναι μειωμένη κατά 15 χιλιοστά και ότι το εύρος του γόνατος είναι μειωμένο σε σχέση με το υγιές, υπολειπόμενο σε κάμψη (110°) και έκταση κατά 6° μοίρες.
Ο ακτινολογικός έλεγχος την 30-7-2014 ανέδειξε ανάπτυξη μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας στην περιοχή του δεξιού γόνατος με στένωση του μεσάρθριου διαστήματος και διάχυτη οστεοφύτωση. Εξαιτίας των ανωτέρω, η ικανότητα του ενάγοντος σε παρατεταμένη ορθοστασία και βάδιση είναι εμφανώς μειωμένη, η ως άνω δε αναπηρία εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος ναι μεν δεν καθιστά απαγορευτικό τον επαγγελματικό του βιοπορισμό, πλην όμως, λόγω των αντικειμενικών περιορισμών που του επιβάλει τον καθιστά λιγότερο ανταγωνιστικό στην αγορά εργασίας, σε σχέση με συνομήλικους και με τα ίδια προσόντα συναδέρφους του δικηγόρους που δεν πάσχουν, όμως, από κινητικά προβλήματα.
Η εικόνα μετατραυματικής μετακαταγματικής οστεοαρθρίτιδας του δεξιού γόνατος με στένωση του μεσάρθριου διαστήματος με εμφανή και διάχυτη οστεοφύτωση, που παρουσιάζει, οδηγεί τους ασθενείς στην ενδεδειγμένη θεραπεία που είναι η ολική αρθροπλαστική γόνατος, στην ευνοϊκότερη εκδοχή της οποίας το μόνιμο ποσοστό αναπηρίας είναι 20%.
Τα ανωτέρω σχετικώς με την βλάβη της υγείας του ενάγοντος από τον ένδικο τραυματισμό του επιβεβαιώνονται και από την έκθεση του ως άνω τεχνικού συμβούλου του εναγομένου. Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, η βλάβη της υγείας του ενάγοντος επιδεινώθηκε σταδιακά, με συνέπεια να έχει υποστεί την προαναφερόμενη μόνιμη μερική αναπηρία, η οποία, ενόψει της ηλικίας του κατά το χρόνο του ατυχήματος (42 ετών) και του επαγγέλματος του (δικηγόρος) επιδρά δυσμενώς στο οικονομικό και επαγγελματικό του μέλλον, αφού τον δυσχεραίνει κατά την άσκηση του επαγγέλματος του δεδομένου ότι, η ικανότητα του ενάγοντος σε παρατεταμένη ορθοστασία και βάδιση είναι εμφανώς μειωμένη.
Επιπλέον, η ως άνω μόνιμη μερική αναπηρία θα επηρεάσει δυσμενώς και το κοινωνικό και προσωπικό μέλλον του ενάγοντος, αφού θα τον αποτρέπει από ορισμένες δραστηριότητες για τις οποίες χρειάζεται να χρησιμοποιεί το δεξί του πόδι. Τέτοιες δραστηριότητες υπάρχουν τόσο στις οικιακές ή άλλες συναφείς εργασίες όσο και σε αθλητικές δραστηριότητες, τις οποίες ο ενάγων θα αποφεύγει ή θα τις πραγματοποιεί με δυσχέρεια.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, του είδους και του ποσοστού της αναπηρίας του ενάγοντος, των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του ενάγοντος, καθώς επίσης και του γεγονότος ότι η αναπηρία αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της προαγωγής των ανθρώπων αφού περιορίζει τις δυνατότητές του, το Δικαστήριο κρίνει ο τελευταίος δικαιούται, ...
ως ιδιαίτερη κατ' άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο θεωρείται δίκαιο και εύλογο, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών του εναγομένου, ως ουσιαστικά αβάσιμων". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπ' όψιν τις συνθήκες του ατυχήματος, την έλλειψη υπαιτιότητας του ενάγοντος για τον τραυματισμό του, την ηλικία του, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του, την μη εισέτι αποκατάσταση της υγείας του και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ.
ποσό 20.000 ευρώ, ποσό το οποίο κρίθηκε εύλογο. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την Αρχή της αναλογικότητας και τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 931 του Α.Κ., καθόσον υπό τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην προηγούμενη σκέψη και με βάση τα κριτήρια καθορισμού της αποζημιώσεως από το άρθρο 931 του Α.Κ., το ανωτέρω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί Δικαίου αντίληψη, δεν υπερβαίνει και, μάλιστα, καταφανώς το συνήθως επιδικαζόμενο ποσό σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 του Α.Κ., 215 παρ. 1 εδάφ. α' και 221 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους, χωρίς την υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη (ΑΚ 346) και, ως όχληση, να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, με την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 του Α.Κ.
και υπόχρεο να καταβάλει τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως, που όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, δεν αποβάλλει έναντι της αγωγής ούτε την νομική της φύση, ούτε την αυτοτέλειά της (Ολ. Α.Π. 23-24/2004, Ολ.
Α.Π. 13/1994, Α.Π. 160/2021, Α.Π. 1418/2018, Α.Π. 873/2017, Α.Π. 992/2015, Α.Π. 106/2014, Α.Π. 1520/2010, Α.Π. 1126/2010). Ακόμη, το αποτέλεσμα της οχλήσεως που προέκυψε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη, δεν ανατρέπεται, αν η αγωγή αυτή απορρίφθηκε για λόγους, που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξιώσεως, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής, όπως είναι και η αοριστία (Α.Π. 160/2021, A.Π. 106/2014).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της αποφάσεως (Α.Π. 332/2024, Α.Π. 883/2023, Α.Π. 1065/2021).
Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτιμήσεως του δικογράφου της εφέσεως, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτήν προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.
Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικώς με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια, όμως, του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" [που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων εφέσεως (ΚΠολΔ 520 παρ. 2) και αντεφέσεως (ΚΠολΔ 523)] δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ. και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως (Α.Π. 160/2021, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 579/2018, Α.Π. 207/2017, Α.Π. 132/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 346 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012 "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με την νέα αυτή ρύθμιση, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιορισθούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες, που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται αμέσως ο οφειλέτης, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, θα αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή θα συμβιβασθεί εξωδίκως, πριν από την συζήτηση της αγωγής.
Αν, μάλιστα, εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται αμέσως ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται, επιτρέπει στον Δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις, στις οποίες ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται, ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στην δικαστική απόφαση, ενώ, αντιθέτως, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο, κατ' εξαίρεσιν, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1185/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 175/2022).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, που έχει στόχο την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ. Α.Π. 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1333/2024). Λόγο αναιρέσεως αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 489/2021).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή αυτή, αφού δέχθηκε ως βάσιμη την ανωτέρω απόφασή του, επιδίκασε σε αυτόν ποσό 20.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης, από 10-6-2006, αγωγής του και όχι από τις 3-5-2001, όπως ζήτησε, οπότε επιδόθηκε η προηγούμενη, από 3-5-2001, αγωγή του, αίτημα το οποίο δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. ..., οριστική απόφασή του, χωρίς το αναιρεσίβλητο στην έφεσή του να προβάλλει σχετικό λόγο εφέσεως ως προς το κεφάλαιο αυτό. Περαιτέρω, με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 340 του Α.Κ., επειδή, μετά την παραδοχή της αγωγής του, υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει ποσό 20.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της ένδικης αγωγής και όχι με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 3-5-2001, οπότε επιδόθηκε σε αυτό η προηγούμενη αγωγή του, που είχε απορριφθεί ως αόριστη και με τον τόκο επιδικίας από 2-4-2012 και εντεύθεν, χρόνο ενάρξεως του Ν. 4.055/2012, με τον οποίον τροποποιήθηκε το άρθρο 346 του Α.Κ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της από 21-10-2020 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. ... οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται με την ανωτέρω έφεση συνολικώς κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και, συνεπώς και ως προς το κεφάλαιο των επιδικασθέντων τόκων, καθόσον, ειδικότερα, με τους σχετικούς λόγους, έστω και αν αναφέρονται στην απαίτηση, προσβάλλεται και η επιδίκαση επ' αυτής τόκων, καθόσον ζητείται η απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος στο σύνολό της.
Έτσι η υπόθεση μεταβιβάσθηκε με την έφεση του αναιρεσιβλήτου - εκκαλούντος - εναγομένου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά και τους τόκους και το τελευταίο, με την κρίση του για τους τόκους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τους τόκους που επιδίκασε στον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη σχετική περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες από το Νόμο ειδικές περιστάσεις (εύλογη αντιδικία) και συνεπώς το αίτημα του εναγομένου περί εξαιρέσεως από τον τόκο επιδικίας τυγχάνει απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο ...
Υποχρεώνει το εναγόμενο ΝΠΙΔ ….να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως βάσιμη την από 24-2-2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εξαφάνισε την τελευταία αυτή απόφαση και αφού διακράτησε την από 10-6-2006 αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα, ως αποζημίωσή του εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., ποσό 20.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και όχι από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως της προγενεστέρως ασκηθείσας εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από 3-5-2001 (με αριθμό καταθέσεως ...) αγωγής του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς και επανασκήθηκε εντός εξαμήνου με την υπό κρίσιν όμοια ένδικη αγωγή του, ενώ για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της προηγούμενης ως άνω αγωγής (η οποία αφού απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, θεωρείται ως όχληση) μέχρι την επίδοση της υπό κρίσιν αγωγής και στη συνέχεια μέχρι την 1η-4-2012, ο οφειλόμενος τόκος είναι αυτός της υπερημερίας (345 του Α.Κ.) και από τις 2-4-2012, έναρξη ισχύος του τροποποιηθέντος άρθρου 346 του Α.Κ.
με τον Ν. 4055/2012, ο οφειλόμενος τόκος είναι αυτός της επιδικίας (άρθρ. 346 του Α.Κ.). Επομένως, πρέπει ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των ως άνω άρθρων 340 και 345 του Α.Κ., να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, να εξαφανισθεί μόνο κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο, μετά την παραδοχή της εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχαν επιδικασθεί υπέρ του αναιρεσείοντος νόμιμοι τόκοι από τις 13-5-2001.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση μπορεί να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
Α.Π. 42/2005, Ολ. Α.Π. 25/2001, Α.Π. 143/2025, Α.Π. 343/2023, Α.Π. 1305/2021, Α.Π. 1014/2021). Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο κατ' ουσίαν δεν υπάρχει στην κρινόμενη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την αναίρεση εν μέρει της προσβαλλομένης αποφάσεως και εξαφάνισή της, μόνο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, δηλαδή, μόνο ως προς την διάταξή της περί τόκων του κάτωθι αναφερομένου χρονικού διαστήματος, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η από 10-6-2006 αγωγή κατά το μέρος αυτό και κατά μερική παραδοχή της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλει στον ενάγοντα τόκο υπερημερίας από τις 13-05-2001, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της ένδικης από 10-06-2006 αγωγής, και τόκους επιδικίας από 2-4-2012, επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση σε αυτόν ποσού.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στην καταβολή για την αναιρετική δίκη των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε το σχετικό αίτημα (άρθρ. 106, 176, 183 του ΚΠολΔ) κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την εξαφανίζει κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 10-6-2006 (με αριθμό καταθέσεως ...) αγωγής του αναιρεσείοντος κατά το ίδιο μέρος.
Δέχεται εν μέρει αυτή.
Υποχρεώνει το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "…..", να καταβάλει στον ενάγοντα επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος ποσού, τόκο υπερημερίας από τις 13-5-2001, και νόμιμο τόκο επιδικίας από 2-4-2012, μέχρι την εξόφληση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ