Supreme Court allows appeal on mental capacity grounds and orders return of case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding the validity of wills and donation contracts. The appellants argued the testator lacked mental capacity due to cognitive and psychological issues, while the lower court had deemed her capacity intact based on medical certificates. The Court found the lower court's reasoning insufficient to rule out incapacity and ordered the case remitted for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 579(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; If the lower court's reasoning on a party's mental capacity is insufficient to exclude incapacity, the appeal is admissible and the case must be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 645 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 645/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Μ. συζύγου Π. Ζ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... 2) Α. συζύγου Π. Α., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 3) Ε. συζύγου Β. Χ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 5) Π. χήρας Β. Π., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χατζηαποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2178/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4518/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28/12/2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 270/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 10-7-2014 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 30/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ.β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι υπόκειται προς κρίση η από 28/12/2011 αίτηση των Μ. Ζ. κλπ. κατά του Δ. Σ. για αναίρεση της 4518/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης επέσπευσε αρχικά ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους αναιρεσείοντες ακριβές αντίγραφο της αίτησης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 6/11/2013 που επιδόθηκε με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου Νεοκλήτου Δημόπουλου στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Γεώργιο Χατζηαποστόλου, στις 30/7/2013 (βλ.
τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Γ. που υπάρχει στο αντίγραφο της αίτησης). Ακολούθως, με την 270/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης κατά την πιο πάνω ορισθείσα δικάσιμο, στη συνέχεια δε οι αναιρεσείοντες την επανέφεραν για συζήτηση με την από 10/7/2014 κλήση τους, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 19/11/2014, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε με αίτημα των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1/4/2015).
Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στην δικάσιμο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις ...Β/19.9.2014 και ...Β/29.1.2015 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.
Χ. και Α. Κ., αντίστοιχα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες ακριβή αντίγραφα: α) της από 10/7/2014 κλήσης τους με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 19/11/2014 και β) της από 28/1/2015 βεβαίωσης της γραμματέως του Αρείου Πάγου για την αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο της 1/4/2015 επιδόθηκαν με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του αναιρεσιβλήτου Νεοκλή Δημόπουλο (βλ.
το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ...2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεώνης Καμίρη-Αθανασίου). Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με όσα ειπώθηκαν στη μείζονα πρόταση, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ.3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίηση της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική η διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.
Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, στην οποία υπάγονται οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως είναι η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, η παράνοια και οι οργανοψυχικές παθήσεις, που οφείλονται σε παθολογοανατομίες αλλοιώσεις του εγκεφάλου ή άλλες εγκεφαλικές διαταραχές, όπως είναι οι ψυχώσεις της γεροντικής ηλικίας.
Και στις δύο όμως πιο πάνω περιπτώσεις, για να κριθεί ένα πρόσωπο ανίκανο για τη σύνταξη διαθήκης, απαιτούνται δύο επιπλέον προϋποθέσεις: 1) η παρεμπόδιση του ελευθέρου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη εξαιτίας της διαταραχής και 2) η αποφασιστική επιρροή της βούλησής του, δηλαδή η σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας από το διαθέτη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 131 παρ.1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 16 ν.2447/1996, σύμφωνα με την οποία "η δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", προκύπτει ότι η προαναφερόμενη ακυρότητα υφίσταται και σε κάθε δήλωση βουλήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό το κράτος των ανωτέρω καταστάσεων.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 1/7/2006 απεβίωσε σε ηλικία 85 ετών (έτος γεν. 1921) στην Αθήνα, περιοχή Ζωγράφου, όπου είχε την τελευταία κατοικία της, όσο ζούσε, η Α., σύζυγος Δ. Σ. το γένος Π. και Ε. Κ.. Ο θάνατός της προήλθε από καρδιακή ανακοπή - καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια - βαριά αναιμία.
Η αποβιώσασα, η οποία δεν εργάστηκε ποτέ κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον ενάγοντα, είχε μετ’ αυτού συνάψει νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 21/7/1968. Η τελευταία, έχουσα στην κυριότητά της ένα οικόπεδο κείμενο επί της οδού ... στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ζ..., ανέθεσε στον κατασκευαστή Ε.
Κ. την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, έλαβε δε ως αντιπαροχή τα με στοιχεία 1) Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου 82 τμ., 2) Α-2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου 81 τμ., 3) Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου 81 τμ., 4) Γ-2 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου 81 τμ. και 5) Υ-2 αποθήκη του υπογείου ορόφου 19,50 τμ.
Η έγγαμη συμβίωση του ενάγοντος με τη σύζυγό του υπήρξε αρμονική, ενώ στις συζητήσεις που είχαν μεταξύ τους σχετικές με τη διάθεση της περιουσίας τους μετά το θάνατό τους, ενόψει ότι δεν είχαν αποκτήσει κατιόντες, η θανούσα ανέφερε πάντοτε ότι την περιουσία της, που κυρίως αποτελείται τα πιο πάνω διαμερίσματα της αντιπαροχής, θα κατέλειπε στο σύζυγό της και τα ανίψια της, τέκνα των αδελφών της Δ.
και Κ.. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η θανούσα, που αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία της περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2005, εισήχθη στο νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" και νοσηλεύθηκε στη Β’ Καρδιολογική Κλινική του Νοσοκομείου αυτού, από 26/12/2005 έως 31/12/2005, με διάγνωση ισχαιμική καρδιοπάθεια - κολπική μαρμαρυγή - αρτηριακή υπέρταση.
Την επόμενη μέρα της εξόδου της από το ως άνω Νοσοκομείο εισήχθη με συμπτώματα σύγχυσης, έλλειψης προσανατολισμού και δυσαρθρίας, στο "Λαϊκό" Νοσοκομείο, όπου παρέμεινε νοσηλευμένη από 1/1/2006 έως 13/1/2006, εξήλθε δε, αφού υποβλήθηκε σε εργαστηριακές εξετάσεις με διάγνωση, σύγχυση, υπονατριαιμία, παροδικό αρτηριακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Εξάλλου, σύμφωνα με την ιατρική βεβαίωση της νευρολόγου του ίδιου Νοσοκομείου, Κ. Γ., η ασθενής εξετασθείσα βρέθηκε να πάσχει από διαταραχές κινητικότητας (εξωπυραμιδική συνδρομή), εμφάνισε ηπιότατες διαταραχές πρόσφατης μνήμης, ενώ παρέμεναν ακέραιες οι νοητικές της λειτουργίες. Μετά ταύτα ο ενάγων υπερήλικας και αυτός, ενόψει ότι αδυνατούσε να ανταποκριθεί στο βαρύ και δύσκολο έργο της φροντίδας και περιποίησης της ασθενούς και υπέργηρης συζύγου του, η οποία δεν είχε τη δυνατότητα αυτοεξυπηρέτησης, έχοντας δική της συγκατάθεση, απευθύνθηκε στα ανωτέρω ανίψια της, ζητώντας από αυτά να αναλάβουν, εφόσον το επιθυμούσαν, την φροντίδα της ασθενούς θείας τους, την οποία και θα κληρονομούσαν.
Στην πρόσκληση αυτή ανταποκρίθηκε η πρώτη εναγομένη Μ. συζ. Π. Ζ., θυγατέρα του Δ. Κ., η οποία προθυμοποιήθηκε να φιλοξενήσει την ασθενή θεία της, αμέσως μετά την έξοδό της από το Λαϊκό Νοσοκομείο, στην κείμενη στην Κυψέλη Αττικής, οδός ... οικία της, όπου ο ενάγων σχεδόν μέρα παρά μέρα την επισκεπτόταν. Στην οικία της πρώτης εναγομένης η θανούσα παρέμεινε από 13/1/2006 έως 31/1/2006, οπότε εισάγεται με αναφερόμενη καταβολή, σύγχυση και εμετούς, στο "Ιπποκράτειο" Νοσοκομείο, όπου νοσηλεύεται μέχρι τις 7/2/2006 με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και σοβαρή υπονατριαιμία.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής της θανούσης στην οικία της ανωτέρω πρώτης εναγομένης, προσήλθε εκεί στις 24/1/2006 η συμβολαιογράφος Αθηνών Μαυρέττα Πολίτη, η οποία συνέταξε παρουσία των μαρτύρων Μ. Μ., Β. Μ. και Δ. Χ. την αρ. ...24-1-2006 δημόσια διαθήκη της, αφού, όπως σε αυτήν αναφέρει, βεβαιώθηκε από συνομιλία που είχε προηγουμένως μαζί της ότι δεν υπάγεται σε καμία από τις αναγραφόμενες στο άρθρο 1719 του ΑΚ περιπτώσεις.
Με τη διαθήκη αυτή εγκατέστησε κληρονόμους της τους διαδίκους (σύζυγο και ανιψιά της) καθώς επίσης και τον αδελφό της Κ. Κ. και την ανιψιά της Χ. θυγ. Κ. Κ., μη διαδίκους στην παρούσα δίκη. Αποδείχθηκε ακόμη ότι η πρώτη εναγομένη μετά την ως άνω νοσηλεία της διαθέτιδας στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο (1/2/2006 έως 7/2/2006) μετέφερε αυτήν με ασθενοφόρο στην οικία της στου Ζωγράφου, όπου παρέμεινε κλινήρης, χωρίς δυνατότητα αυτοεξυπηρέτησης.
Από τότε και μέχρι τον επισυμβάντα την 1/7/2006 θάνατό της οι εναγόμενες, ανιψιές της, εγκαταστάθηκαν, εναλασσόμενες επί 24ώρου βάσεως, στη συζυγική οικία, με διάφορες δε δικαιολογίες και προφάσεις εμπόδιζαν την επικοινωνία και επαφή του ενάγοντος με τη σύζυγό του και αφετέρου τον διέβαλαν σε αυτήν, παρουσιάζοντας αυτόν ως άστοργο και αδιάφορο σύζυγο.
Υπό τις συνθήκες αυτές προσήλθε στην οικία της θανούσας στις 15/2/2006 η συμβολαιογράφος Αθηνών Γεωργία Τσούνη, η οποία, παρουσία των μαρτύρων Κ. Π., Χ. Φ. και Θ. Χ., συνέταξε την αρ. ...15-2-2006 δημόσια διαθήκη, αφού, όπως αναφέρει σε αυτήν βεβαιώθηκε για τη σοβαρότητα της διάθεσης της διαθέτιδας από τη συνομιλία που είχε μαζί της.
Με τη διαθήκη αυτή, που νόμιμα δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου 2006 με τα με αρ. 6399/2006 πρακτικά, αφού αποκλήρωσε τον ενάγοντα σύζυγο για το διαλαμβανόμενο σε αυτήν λόγο, εγκατέστησε κληρονόμους της τους εναγομένους, τέκνα των αδελφών της Δ. και Κ. καθώς επίσης και τον τελευταίο.
Ωσαύτως η διαθέτις με την από 12/4/2006 ιδιόγραφη διαθήκη της, που συμπληρώνει την αμέσως προηγούμενη δημόσια, κατέλιπε την υπάρχουσα στη συζυγική οικία οικοσκευή στα ανίψια της Ε. Χ. και Α. Κ., τρίτη και τέταρτο από τους εναγομένους. Αποδεικνύεται επίσης, ότι κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο δηλαδή στις 12/4/2004 κλήθηκε στην οικία της διαθέτιδας η συμβολαιογράφος Αθηνών Μαυρέττα Πολίτη και συνέταξε τα νομίμως μεταγραφέντα υπ’ αρ. ...12-4-2006 και ...12-4-2006 συμβόλαια, δυνάμει των οποίων η τελευταία μεταβίβασε λόγω δωρεάς στους εναγομένους και τετιμημένους, με την υπ’ αρ. ...15-2-2006 δημόσια διαθήκη τα ως άνω κληρονομιαία ακίνητα.
Εξάλλου, στις 21/2/2006, η εν λόγω αποβιώσασα είχε κοινοποιήσει στον ενάγοντα σύζυγό της την εναντίον του από 13/2/2006 (αυξ. αρ. Κατ. 1711/2006) αγωγή διαζυγίου, με την οποία ζητούσε να λυθεί ο μεταξύ τους γάμος, διότι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, λόγω της συμπεριφοράς του επήλθε ισχυρός κλονισμός, στην έγγαμη συμβίωσή τους, ώστε η εξακολούθησή του να έχει γίνει γι’ αυτήν αφόρητη.
Επί της αγωγής αυτής ορίσθηκε δικάσιμος η 5/2/2007 οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της λόγω του επισυμβάντος θανάτου της ενάγουσας. Ακολούθως η σύζυγος του ενάγοντος άσκησε εναντίον του την από 6/4/2006 (αυξ. αρ. κατ. 4202/2006 αγωγή) με την οποία ζητούσε να διαταχθεί μετοίκηση του από τη συζυγική οικία, η συζήτηση της οποίας κατά την ορισθείσα στις 5/2/2007 δικάσιμο ματαιώθηκε λόγω του επισυμβάντος θανάτου της.
Με τα δεδομένα αυτά ο ενάγων, έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, ως κληρονόμος της συζύγου του με τη χρονικά προγενέστερη υπ’ αρ. ...24-1-2006 δημόσια διαθήκη της επιδιώκει με την ένδικη αγωγή να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρα και δεν παράγουν έννομες συνέπειες τα ως άνω δωρητήρια συμβόλαια, καθώς και οι από 15/2/2006 και 12/4/2006 δημόσια και ιδιόγραφη, αντίστοιχα διαθήκη της, επικαλούμενος ότι καθ’ όν χρόνο συνετάγησαν αυτά (δωρητήρια και διαθήκες) η σύζυγός του βρισκόταν σε τέτοια διανοητική, ψυχική και σωματική κατάσταση που την καθιστούσε υποβόλιμη στη θέληση των δωρεοδόχων και τετιμημένων με τις διαθήκες.
Από τα ίδια όμως ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατά τους τελευταίους μήνες πριν από το θάνατο της συζύγου του επέδειξε αδιάφορη, άστοργη και βάναυση προς αυτήν συμπεριφορά, που είχε ως αποτέλεσμα η τελευταία, αρχικά με τις προσβαλλόμενες διαθήκες (δημόσια και ιδιόγραφη) και στη συνέχεια με τα επίμαχα δωρητήρια συμβόλαια, αφενός να αποκληρώσει τον επί 38 έτη σύζυγό της και αφετέρου να διαθέσει το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας της στα ανίψια της εναγομένους.
Πιο συγκεκριμένα, την απόφαση να φιλοξενηθεί η θανούσα από την εναγόμενη ανιψιά της, ενόψει ότι ο ενάγων λόγω της ηλικίας του αδυνατούσε να την περιποιηθεί, την πήρε από κοινού με τη σύζυγό του και τις ανιψιές της, οι οποίες και γνώριζαν ότι θα την κληρονομούσαν από κοινού με το σύζυγό της. Άλλωστε για το λόγο αυτό η θανούσα καθ’ όν χρόνο εφιλοξενείτο στην οικία της ανιψιάς της συνέταξε την με αρ. ...24-1-2006 δημόσια διαθήκη της, το περιεχόμενο της οποίας συμβαδίζει με την εκπεφρασμένη κατά το παρελθόν βούληση της διαθέτιδας, σύμφωνα με την οποία η επιθυμία της ήταν να εγκατασταθεί ο ενάγων σύζυγός της μετά το θάνατό της ως συγκληρονόμος με τους εξ αίματος συγγενείς της, τετιμημένους με τη διαθήκη αυτή.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο ενάγων επέδειξε την εν λόγω αντισυζυγική συμπεριφορά, επειδή δυσαρεστήθηκε με το περιεχόμενο της πιο πάνω δημόσιας διαθήκης είναι αβάσιμος, αφού, όπως προεκτέθηκε, γνώριζε τη βούληση και την επιθυμία της συζύγου του σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας της μετά το θάνατο της και ήταν απολύτως σύμφωνος.
Εξάλλου, όσον αφορά το επεισόδιο που δημιουργήθηκε στην οικία του, όταν η σύζυγος του μεταφέρθηκε εκεί στις 7/2/2006 μετά τη νοσηλεία της στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, κατά το οποίο κλήθηκε η αστυνομία, τούτο έλαβε χώρα μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης και όχι μεταξύ αυτού και της ασθενούς συζύγου του, ενώ καμία αναφορά δεν γίνεται στο σχετικό δελτίο συμβάντων, ότι ο ενάγων είχε αλλάξει τις κλειδαριές του διαμερίσματός τους και είχε εμποδίσει την είσοδο σε αυτό της συζύγου του, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Αποδεικνύεται επίσης, ότι οι όποιες προστριβές και επεισόδια είχαν δημιουργηθεί κατά τους τελευταίους μήνες πριν από το θάνατο της Α. Σ., αφορούσαν τον ενάγοντα και τις ανιψιές της θανούσας εναγόμενες, οι οποίες με διάφορους τρόπους εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους στο πρόσωπό του, επικαλούμενες το γεγονός ότι ο ενάγων δεν συνέδραμε οικονομικά τη σύζυγό του κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της.
Το γεγονός αυτό μάλιστα οδήγησε τον ενάγοντα στο Αστυνομικό Τμήμα Ζωγράφου, όπου προφορικά διαμαρτυρήθηκε, επικαλούμενος ότι οι ανιψιές της συζύγου του Μ. Ζ., Α. Α. και Π. Π., πρώτη, δεύτερη και πέμπτη των εναγομένων αντίστοιχα, έρχονται στην οικία του και δημιουργούν επεισόδια οικογενειακής φύσεως. Σημειωτέον ότι όταν οι τελευταίες ενημερώθηκαν για τα παράπονα του ενάγοντος, αρνήθηκαν ότι με την παρουσία τους δημιουργούν προβλήματα, ωστόσο κανένα περιστατικό σχετικό με την αντισυζυγική και βάναυση συμπεριφορά του ενάγοντος προς τη σύζυγό του δεν ανέφεραν, όπως ήδη αβάσιμα διατείνονται για να αντικρούσουν την ένδικη αγωγή (σχ.
το αρ. πρωτ. ...13-3-2006 αντίγραφο εγγραφής βιβλίου αδικημάτων-συμβάντων του Α.Τ. Ζωγράφου). Για το κρίσιμο ζήτημα, αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η θανούσα προέβη στη σύνταξη των ως άνω επίμαχων διαθηκών και δωρητηρίων συμβολαίων, τις σχέσεις μεταξύ του ενάγοντος και της διαθέτιδας συζύγου του κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς τους καθώς και για τη συμπεριφορά αυτού προς την ασθενούσα σύζυγό του κατά τους τελευταίους έξι κρίσιμους μήνες πριν από τον επισυμβάντα στις 1/7/2006 θάνατό της, κατέθεσαν κατηγορηματικά και με σαφήνεια η εξετασθείσα με επιμέλεια του ενάγοντος, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Π.
Φ., μακρινή συγγενής του και ο Κ. Ρ., ενοικιαστής διαμερίσματος της θανούσας συζύγου του, στη δοθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ένορκη βεβαίωσή του. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων η συμβίωση του ζεύγους Δ. και Α. Σ., καθόλη τη διάρκεια της συζυγικής τους ζωής υπήρξε αρμονική και κανένας λόγος δεν υπήρχε να διαταραχθεί κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής της διαθέτιδας.
Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, οι οποίοι έχουν άμεση γνώση όσων καταθέτουν και δεν προσδοκούν οποιοδήποτε έννομο συμφέρον από την ευνοϊκή υπέρ του ενάγοντος έκβαση της δίκης, σαφείς και κατηγορηματικές κρίνονται αξιόπιστες και δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Α. Ζ., υιού της πρώτης εναγομένης, ο οποίος κατέθεσε "ότι το ζεύγος Σ.
είχε τα προβλήματα που υπάρχουν παντού" και από τις ένορκες βεβαιώσεις του συζύγου και των τέκνων της τελευταίας, ούτε από κανένα άλλο από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εναγομένους αποδεικτικά στοιχεία.
Συνεπώς, αποδεικνύεται, ότι η θανούσα Α. Σ., σύζυγος του ενάγοντος, κατά το χρόνο συντάξεως των προσβαλλόμενων διαθηκών και δωρητηρίων συμβολαίων, τελούσα υπό καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης αλλά και εξάρτησης από τα εναγόμενα ανίψια της και ευρισκόμενη στην προεκτεθείσα διανοητική, ψυχολογική και σωματική κατάσταση υγείας, προέβη στη σύνταξη τούτων με το προαναφερθέν περιεχόμενο, το οποίο ναι μεν κατανοούσε, πλην όμως τούτο (περιεχόμενο) δεν ήταν αποτέλεσμα λογικών συλλογισμών, αλλά της υποβλήθηκε από τους εναγομένους συγγενείς της (ανίψια), εξαιτίας της πιο πάνω κατάστασης της υγείας της. Επομένως, η θανούσα κατά το χρόνο συντάξεως των ένδικων διαθηκών και δωρητηρίων συμβολαίων ήταν ανίκανη προς σύνταξή τους λόγω ψυχικής και διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως της και την καθιστούσε άτομο ιδιαίτερα υποβόλιμο.
Συνεπώς, οι προσβαλλόμενες, από 15/2/2006 δημόσια και από 12/4/2006 ιδιόγραφη, διαθήκες της αποβιώσασας Α. συζύγου Δ. Σ. και η διαλαμβανόμενη στην ως άνω δημόσια διαθήκη διάταξη περί αποκληρώσεως του συζύγου της ενάγοντος, καθώς και οι από 12/4/2006 και οι 31/5/2006, συμβάσεις δωρεάς που διαλαμβάνονται στο υπ’ αριθμ. ...2006, ...2006 και ...2006 δωρητήρια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Μαυρέττας Πολίτη τα δύο πρώτα και Αφροδίτης Μιχοπούλου το τρίτο, προς τους εναγομένους των επίδικων ακινήτων, είναι άκυρες, θεωρούμενες ως μη γενόμενες (άρθρα 1719, 131, 180 ΑΚ) και συνακόλουθα ο ενάγων είναι κληρονόμος της θανούσας συζύγου του δυνάμει της προγενέστερης υπ’ αρ. ...24-1-2006 δημόσιας διαθήκης της, στα διαλαμβανόμενα σε αυτήν κληρονομιαία περιουσιακά της στοιχεία". Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού την εξαφάνισε, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας: α) την ακυρότητα της ...15-2-2006 δημόσιας διαθήκης και της από 12/4/2006 ιδιόγραφης διαθήκης της Α. Σ., καθώς και των προαναφερθέντων δωρητηρίων συμβολαίων, και β) το κληρονομικό δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου ως εκ διαθήκης κληρονόμου της συζύγου του Α. Σ.".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 131 εδ.α’ και 1719 αρ.3 ΑΚ, αφού κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί ακυρότητας των επίμαχων διαθηκών και δωρητηρίων συμβολαίων λόγω ανικανότητας της διαθέτιδος Α. Σ., συνεπεία ψυχικής και διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της να προβεί στη σύνταξη αυτών, με τις παραδοχές ότι ναι μεν η τελευταία κατανοούσε το περιεχόμενό τους, αλλά ότι τούτο δεν ήταν αποτέλεσμα λογικών συλλογισμών, διότι της υποβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, τελώντας σε καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης και εξάρτησης από αυτούς, περιστατικά όμως τα οποία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την έννοια της ψυχικής και διανοητικής διαταραχής του προσώπου που προβαίνει σε σύνταξη διαθήκης ή σε δήλωση βούλησης για την κατάρτιση δικαιοπραξίας, καθώς και το βαθμό παρεμπόδισης της βούλησης του προσώπου, ώστε, εξαιτίας της διαταραχής αυτής να αποκλείεται ή να περιορίζεται αποφασιστικά η λειτουργία της βούλησής του, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν στη μείζονα πρόταση.
Επιπλέον, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανικανότητας της Α. Σ. για τη σύνταξη των πιο πάνω διαθηκών και δωρητηρίων συμβολαίων, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται με βάση το από Ιανουαρίου 2006 ιατρικό πιστοποιητικό της ιατρού-νευρολόγου Κ. Γ. ότι "οι νοητικές λειτουργίες της Α. Σ. παρέμειναν ακέραιες και ότι τα προβλήματα υγείας της διαθέτιδος στο διάστημα από 26/12/2005 και μετά, ήταν κυρίως παθολογικής φύσεως (καρδιολογικά, κινητικά, νεφρών)", εν τούτοις καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή ήταν ανίκανη για τη σύνταξη των προσβαλλόμενων διαθηκών και δωρητηρίων συμβολαίων, λόγω της διανοητικής, ψυχολογικής και σωματικής κατάστασης της υγείας της που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της.
Πρέπει, επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει κατόπιν αυτών να γίνει δεκτή ως βάσιμη η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα με τις από 15/10/2013 κατατεθείσες (πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης) προτάσεις των αναιρεσειόντων αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση (άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ) ως προς την επιδικασθείσα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δικαστική δαπάνη (ΑΠ 1590/2008).
Όπως δε προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 10/11/2011 εξοφλητική απόδειξη, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Γεώργιος Χατζηαποστόλου, ενεργώντας για λογαριασμό αυτών, κατέβαλε το ποσό των 3000 ευρώ προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του αναιρεσιβλήτου Νεοκλή Δημόπουλο που ενεργούσε για λογαριασμό του τελευταίου, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της επιδικασθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση πιο πάνω δικαστικής δαπάνης.
Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του ποσού αυτής, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει ο αναιρεσίβλητος στους αναιρεσείοντες, κατ’ ίσο μέρος στον καθένα (άρθρο 180 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε στην παρούσα δίκη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4518/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή της επιδικασθείσας με την πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση δικαστικής δαπάνης, ποσού τριών χιλιάδων (3000) ευρώ, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει ο αναιρεσίβλητος στους αναιρεσείοντες, κατ’ ίσο μέρος στον καθένα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ