Legislator Case Law & Legislation
645/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding failure to consider a specific claim as inadmissible.

Case Number 645/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding a shared ownership dispute. The appellants argued the lower court failed to consider their claim that a parking space existed since 1997, but the court ruled this was merely a denial of the respondent's claim rather than an independent argument. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 3, 4, 5, 13 of Law 3741/1929; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground based on failure to consider a claim is inadmissible if the claim constitutes a denial of the opposing party's claim rather than an independent argument.

Keywords

AI generated
shared ownership common areas parking space inadmissible appeal Article 559 denial of claim Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 2(1), 3, 4(1), 5(a), 13 of Law 3741/1929
Articles 785, 787, 1002, 1117 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 645 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 645/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Λ. του Α. και 2. Μ. Ζ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δετσαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Μιχαλακάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 23-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α', 13 του ν. 3741/1929, 785, 787, 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει, ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου, να κάνει απόλυτη χρήση τούτων, αρκεί να μη βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών.

Μπορεί, επίσης, να περιληφθεί στον κανονισμό συμφωνία, με την οποία ένας ή και περισσότεροι από τους συνιδιοκτήτες θα έχουν το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης σε κοινόκτητο και κοινόχρηστο τμήμα της οικοδομής αλλά για τον προορισμό, που το τμήμα αυτό από τη φύση του έχει και προκύπτει από τις λειτουργικές χρησιμότητες του οικοδομήματος, που ορίζονται από τον κανονισμό, την τοποθεσία του ακινήτου και τις τακτικές συνήθειες της περιοχής.

Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσεως της οροφοκτησίας.

Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται, όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη παραβλάπτεται στη χρήση των κοινών πραγμάτων και μειώνεται η ασφάλεια της οικοδομής, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Περαιτέρω, στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών εφαρμογής των αντίστοιχων διατάξεων του ν. 3741/1929 εφαρμόζονται συμπληρωματικά και οι διατάξεις του ΓΟΚ, στην προκειμένη δε περίπτωση των άρθρων 2 παρ. 22 και 8 παρ. 2 του ΓΟΚ/2000, με τις οποίες ορίζεται, ότι κοινής χρήσεως χώροι του κτιρίου και του οικοπέδου είναι οι χώροι, που προορίζονται για χρήση από όλους τους ενοίκους του κτιρίου και ότι ο υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου πρέπει να είναι προσπελάσιμος από τους χώρους κοινής χρήσης του κτιρίου.

Ειδικότερα, η εφαρμογή της πρώτης από τις πιο πάνω ρυθμίσεις προϋποθέτει στο πλαίσιο εφαρμογής και των διατάξεων του ν. 3741/1929, ότι οι συγκεκριμένοι χώροι του οικοπέδου έχουν χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστοι με τον υπάρχοντα κανονισμό, και, εφόσον δεν υπάρχει κανονισμός, η κοινοχρησία προκύπτει από τη φύση του πράγματος και το σκοπό που αυτό υπηρετεί στη λειτουργία της οροφοκτησίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι εκκαλούντες-ενάγοντες της πρώτης αγωγής και ήδη αναιρεσείοντες είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου εμβαδού 122 τ.μ., καθώς και της αέρινης στήλης του δεύτερου και του τρίτου ορόφου μιας οικοδομής, που είναι χτισμένη σε οικόπεδο έκτασης 230,96 τ.μ., που βρίσκεται στο Ο.Τ. 332 του Δήμου Αλεξανδρούπολης, σε πάροδο της οδού ..., που συνορεύει, βόρεια με ιδιοκτησίες Ο.

Μ. και Δ. Γ., νότια με ιδιοκτησία Π. και Κ. Γ., ανατολικά με πάροδο ... και δυτικά με ιδιοκτησία Θ. Μ., που περιήλθαν σ' αυτούς αιτία αγοράς δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων .../1997 και .../1999 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Αναστασίας Αστρίδη, σε συνδυασμό με την νομίμως μεταγεγραμμένη .../1988 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, όπως τροποποιήθηκε με τις επίσης νομίμως μεταγεγραμμένες .../1997 και .../1997 πράξεις της ίδιας συμβολαιογράφου.

Και ο εφεσίβλητος (ενάγων της δεύτερης αγωγής) και ήδη αναιρεσίβλητος είναι κύριος μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα ενός ισογείου διαμερίσματος εμβαδού 48,10 τ.μ., στην ίδια οικοδομή, που περιήλθε σ' αυτόν αιτία αγοράς δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../1997 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, σε συνδυασμό με τη προαναφερθείσα πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και τις τροποποιητικές αυτής.

Με την αρχική πράξη σύστασης των οριζοντίων ιδιοκτησιών (.../1988) είχε ορισθεί ότι ολόκληρο το ισόγειο της οικοδομής εξ ενός ενιαίου χώρου εμβαδού 92,15 τ.μ θα αποτελούσε πυλωτή. Στη συνέχεια, με την προαναφερθείσα τροποποιητική πράξη .../1997 ορίσθηκε, ότι το ισόγειο θα αποτελείται από μία ακόμη οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) εμβαδού 48,10 τ.μ (αυτό του αναιρεσιβλήτου) και από πυλωτή εμβαδού 44,05 τ.μ, που θα είναι κοινόχρηστη.

Σημειωτέον, ότι για την εν λόγω διεπόμενη από τις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας οικοδομή δεν έχει συνταχθεί κανονισμός σχέσεων των συνιδιοκτητών, που να προβλέπει κάτι ειδικά για την χρήση του εν λόγω κοινόχρηστου χώρου. Παρά ταύτα, ως προέκυψε οι αναιρεσείοντες από του έτους 1997, κατεδάφισαν μέρος του αυλότοιχου και του υπάρχοντος κιγκλιδώματος και τσιμεντόστρωσαν έκταση του κοινόχρηστου αυτού χώρου, την οποία κατέλαβαν παράνομα και χρησιμοποιούν για τη στάθμευση του αυτοκινήτου τους, ξεριζώνοντας μάλιστα και τέσσερα καλλωπιστικά φυτά, καθώς και ένα δένδρο, που υπήρχαν εκεί, για να διευκολύνουν την κίνηση του οχήματός τους.

Επίσης, κατέλαβαν και άλλο κοινόχρηστο χώρο και συγκεκριμένα τον φωταγωγό που βρίσκεται δίπλα στην είσοδο του διαμερίσματός τους, τον οποίο έκλεισαν με πόρτα. Προσέτι, οι αναιρεσείοντες έχουν εγκαταστήσει στον κοινόχρηστο χώρο του λεβητοστασίου της πολυκατοικίας μια ηλεκτρική συσκευή (ένα καταψύκτη) και μεταλλικά ράφια, όπου τοποθετούν διάφορα εύφλεκτα αντικείμενα, πράγμα επικίνδυνο για την ασφάλεια της πολυκατοικίας".

Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι οι πράξεις αυτές των αναιρεσειόντων προσβάλλουν το δικαίωμα χρήσης του αναιρεσιβλήτου επί των ως άνω κοινοχρήστων μερών της οικοδομής. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι αναιρεσείοντες από το έτος 1997 κατέλαβαν παράνομα και χρησιμοποιούν για τη στάθμευση του αυτοκινήτου τους έκταση του κοινόχρηστου χώρου της πυλωτής, καθώς και τον κοινόχρηστο χώρο του φωταγωγού και τον κοινόχρηστο χώρο του λεβητοστασίου της αναφερόμενης πολυκατοικίας, όπου τοποθέτησαν διάφορα εύφλεκτα αντικείμενα που είναι επικίνδυνα για την ασφάλεια της πολυκατοικίας, και ότι με τον τρόπο αυτό προσβάλλουν το δικαίωμα χρήσης του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου επί των άνω κοινοχρήστων μερών της οικοδομής.

Κατόπιν τούτου, δέχτηκε την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε υποχρεώσει τους αναιρεσείοντες να απομακρύνουν τα εύφλεκτα αντικείμενα που τοποθέτησαν στο λεβητοστάσιο, να αφαιρέσουν την πόρτα που τοποθέτησαν στο φωταγωγό, να αφαιρέσουν το τσιμέντο από το χώρο της αυλής, όπου σταθμεύουν το αυτοκίνητό τους, να αποκαταστήσουν την περίφραξη που καθαίρεσαν με τσιμεντόλιθους και κάγκελα και να φυτέψουν τα καλλωπιστικά φυτά και δένδρο, όπως υπήρχαν.

Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του κοινόχρηστου χαρακτήρα της αναφερόμενης πυλωτής, του φωταγωγού και του λεβητοστασίου της επίμαχης πολυκατοικίας, της τοποθέτησης αντικειμένων επικίνδυνων για την ασφάλεια της πολυκατοικίας και της προσβολής του δικαιώματος χρήσης επί των ως άνω κοινοχρήστων μερών.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Έγγραφο είναι και η γνωμοδότηση προσώπου που έχει ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζήτημα που αφορά εκκρεμή δική (άρθρο 390 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα της αναφερόμενης πυλωτής, του φωταγωγού και του λεβητοστασίου της πολυκατοικίας, της τοποθέτησης αντικειμένων επικίνδυνων για την ασφάλεια της πολυκατοικίας και την προσβολή του δικαιώματος χρήσης επί των ως άνω κοινοχρήστων μερών, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την από 10-2-1994 τεχνική έκθεση του μηχανικού Μ., που συντάχθηκε για την έκδοση της οικοδομικής άδειας της πολυκατοικίας, και την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις τους της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι ο χώρος στάθμευσης του αυτοκινήτου τους προβλεπόταν κανονικά από το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της οικοδομής, ήδη όταν αγόρασαν τα ακίνητά τους επί της οικοδομής.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα προσκομίζουν και επικαλούνται", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του εγγράφου αυτού.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή τους ισχυρισμό, ότι εγκαταστάθηκαν το έτος 1997, οπότε η θέση στάθμευσης προϋπήρχε και ήταν σκεπασμένη με ελλενίτ και ως εκ τούτου δεν την διαμόρφωσαν αυτοί το 1997, κατεδαφίζοντας τον αυλότοιχο και το υπάρχον κιγκλίδωμα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί άρνηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-3-2010 αίτηση των Γ. Λ. κ.λ.π. για αναίρεση της 66/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ