Legislator Case Law & Legislation
645/2008 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against enforcement, ordering return to pre-enforcement status and refund of proven debt.

Case Number 645/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal in part, overturning the lower court's enforcement decision regarding a disputed debt. The appellant proved a partial payment of 8,500 euros through bank records, while the court rejected claims for additional amounts due to lack of evidence or improper beneficiaries. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance to restore the situation prior to enforcement and order the return of the proven sum.

Legislator headnote

AI generated

Articles 417 and 576 of the Civil Code; The Supreme Court may examine enforcement measures sua sponte when the opposing party is absent, and it must order the return of property to its pre-enforcement state if the enforcement was based on unproven claims, while awarding refunds for amounts strictly proven by the creditor.

Keywords

AI generated
enforcement of judgments return to pre-enforcement status partial payment proof sua sponte examination civil code enforcement bank transfer evidence remittal to lower court

Cited Legislation

AI generated
Article 417 of the Civil Code
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 645 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 645/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ..... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 4-2-2008 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2547/2003 μη οριστική και 1406/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5822/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-8-2005 αίτησή της και τους από 7-2-2007 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 749/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 2-5-2007 κλήση της αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 8-3-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων του υπό τα στοιχεία 1Α και του υπό τον αριθμό 3 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, δηλαδή τόσο του μοναδικού λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου όσο και των λοιπών πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί άλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ' αριθ..... της .... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεώς της, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την επίσης επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...

της ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..... ακριβές αντίγραφο του από 7-2-2007 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκήθηκαν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον αναιρεσίβλητο. Ακόμη, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...

της .... εκθέσεως επιδόσεως της πρώτης δικαστικής επιμελήτριας (......), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της από 2-5-2007 κλήσεως της τελευταίας με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μαζί με κλήση για συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά την εν λόγω δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.-

2.- Επειδή, κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, το οποίο προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/1957, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία τους από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σ' όλες τις περιπτώσεις αυτές, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως την οποία δικαιούνται κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.

Για την κατά τα ανωτέρω χορηγούμενη, στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους μισθωτού, αποζημίωση εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και από τις διατάξεις του ν. 2112/1920....., όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, και από το β.δ/μα της 16/18 Ιουλίου 1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 "περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων" και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση".

Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ως άνω ν. 435/1976, "προκειμένου περί μισθωτών ασφαλισμένων σε άλλο, πλην του Ι.Κ.Α., Οργανισμό κύριας ασφαλίσεως, ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρ. 1 του παρόντος νοούνται οι για τους ασφαλισμένους το Ι.Κ.Α. προβλεπόμενες τέτοιες". Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις συνάγεται :

α) Ότι το άρθρο 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, έχει αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου (ανεξάρτητα αν πρόκειται για έγκυρη ή άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση εργασίας), στις οποίες, για τη διευκόλυνση της ανανεώσεως του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο την καινοτομία ότι μειώνει την οφειλόμενη αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη όταν ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, ενώ παράλληλα, για πρώτη φορά, ιδρύει δικαίωμα λήψεως της ίδιας μειωμένης αποζημιώσεως από τον εργαζόμενο όταν, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του.

β) Ότι η ίδια διάταξη, όπως προκύπτει από την αδιάστικτη διατύπωσή της ("μισθωτοί εν γένει....."), έχει εφαρμογή και στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου όταν αυτές λύνονται με τις προϋποθέσεις της, μετά από καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη ή τον εργαζόμενο για σπουδαίο λόγο (άρθρο 672 ΑΚ), καταγγελία που έγινε πριν από το συμβατικό χρόνο λήξεως της συμβάσεως (πρβλ.

ΟλΑπ 26/1992). γ) Ότι μόνη προϋπόθεση της αξιώσεως του μισθωτού για καταβολή της οριζόμενης ως άνω μειωμένης αποζημιώσεως αποτελεί η συνδρομή στο πρόσωπο αυτού των προϋποθέσεων της συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος από το Ι.Κ.Α.. 'Ετσι, όταν χορηγηθεί στο μισθωτό από τον ασφαλιστικό οργανισμό σύνταξη λόγω γήρατος, ο υπόχρεος στην καταβολή της ανωτέρω μειωμένης αποζημιώσεως δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη συνδρομή στο πρόσωπο του δικαιούχου των νόμιμων προϋποθέσεων προς συνταξιοδότησή του λόγω γήρατος.

Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2112/1920, "μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Ο ίδιος κανόνας περιέχει στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του ν. 3514/1928. Παρόμοιο κανόνα περιέχει το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988, με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της Ε.Ο.Κ. 77/187/14-2-1977.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Επομένως στην περίπτωση αυτήν ο χρόνος υπηρεσίας για τον υπολογισμό της ως άνω αποζημιώσεως θα υπολογιστεί από την αρχική πρόσληψη, η δε αποζημίωση θα βαρύνει εξολοκλήρου τον τελευταίο εργοδότη.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ :

Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εταιρεία την 1-7-1972, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, ως μάγειρας. 'Εκτοτε με την ιδιότητα αυτήν (του μάγειρα) προσέφερε την εργασία του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, που εκμεταλλευόταν και εκμεταλλεύεται το κοσμικό κέντρο "......", στην οδό........, στην ......

Αυτός (αναιρεσίβλητος) φερόταν ασφαλισμένος συνεχώς από την εταιρεία "......ί ΟΕ", που διατηρεί έκτοτε το ως άνω κοσμικό κέντρο διασκέδασης, δεν είχε δε προσληφθεί ως απλός εργατοτεχνίτης. Μάλιστα αυτός (αναιρεσίβλητος) είχε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος μάγειρα, δηλαδή την υπ' αριθ. πρωτοκ. ...... άδεια ασκήσεως επαγγέλματος από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αθηνών.

Ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ήταν και επικουρικά ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. - ΤΕ.Α.Μ., στις 30-6-2002 αποχώρησε από την αναιρεσείουσα εταιρεία, έχοντας συμπληρώσει από τις 19-1-2002 τις νόμιμες προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης γήρατος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι, ενόψει του ότι ο μηνιαίος μισθός του αναιρεσιβλήτου κατά το χρόνο της αποχωρήσεώς του από την εργασία του ανερχόταν σε 1.467 ευρώ, αυτός δικαιούτο αποζημίωση από 16.430,40 ευρώ (1.467 ευρώ Χ 24 μήνες + 1/6 Χ 40%).

Περαιτέρω δε δέχτηκε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση της ως άνω αποζημιώσεως ασκήθηκε μέσα στην αποσβεστική προθεσμία των έξι (6) μηνών του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, αφού επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 16-12-2002. Δέχτηκε δε ακόμη το Εφετείο ότι στον αναιρεσίβλητο οφείλονται οι μισθοί του για το χρονικό διάστημα από 1-3 έως και 30-6-2002 (μήνες 4 Χ 1.467 ευρώ = 5.868 ευρώ), αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί έχουν καταβληθεί, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα του έτους 2001, Χριστουγέννων του έτους 2001 και Πάσχα του έτους 2002, τα επιδόματα άδειας των ετών 2001 και 2002 και αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως άδειας κατά τα έτη 2001 και 2002, από 733,50, 1.467, 733,50, 733,50, 733,50,1.467 και 1.467 ευρώ, αντίστοιχα.

Τέλος το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία κατά την οποία τα ως άνω επιδόματα θα συμψηφίζονταν με υπέρτερες των νομίμων αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, αλλ' ούτε και ότι ο τελευταίος λάμβανε αποδοχές υπέρτερες των νομίμων. Με βάση δε όλες τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1406/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έτσι επικύρωσε την τελευταία απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη από 9-12-2002 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή των ως άνω χρηματικών ποσών.

Με το να δεχτεί το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούτο να λάβει αποζημίωση λόγω οικειοθελούς αποχωρήσεώς του από την εργασία του στην αναιρεσείουσα ως έχων συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδοτήσεως γήρατος, ανεξάρτητα από το αν ήταν έγκυρη ή μη η συνδέουσα αμφοτέρους σύμβαση εργασίας, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία τους) τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, που προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/1957, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, αφού πράγματι κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η ως άνω αποζημίωση οφείλεται και αν πρόκειται όχι για έγκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά για απλή σχέση εργασίας και ως εκ τούτου με την προαναφερόμενη παραδοχή του αποκλείστηκε η ευθεία παραβίαση των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων.

Επομένως ο υπό τα στοιχεία 2Α πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όμως το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του όπως πιο πάνω αναφέρεται στέρησε την απόφασή του αυτήν από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται ποιος καθ' όλη την επίδικη χρονική περίοδο ήταν ο εργοδότης του αναιρεσιβλήτου, εφόσον, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί από την αναιρεσείουσα την 1-7-1972 και έκτοτε παρείχε την εργασία του την τελευταία, "που εκμεταλλευόταν και εκμεταλλεύεται το κοσμικό κέντρο "......."....

στην ....", στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) "φερόταν ασφαλισμένος συνεχώς από την εταιρεία "...... Ο.Ε." (δηλαδή διαφορετική εταιρεία από εκείνη της αναιρεσείουσας), που διατηρεί έκτοτε το ως άνω κοσμικό κέντρο διασκέδασης", χωρίς να γίνεται λόγος για το ότι πρόκειται για μεταβολή του προσώπου της αρχικής εργοδότιδας με οποιοδήποτε τρόπο, οπότε βέβαια ο αναιρεσίβλητος θα διατηρούσε έναντι της αναιρεσείουσας (ως νέας εργοδότιδας) όλα τα δικαιώματα που είχε από την εργασιακή σύμβαση, η οποία θα συνεχιζόταν με τους ίδιους όρους, χωρίς να επηρεάζεται από τη μεταβολή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920.

Ακόμη δεν αναφέρονται και δεν εξειδικεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι νόμιμες προϋποθέσεις που συνέτρεχαν ώστε να μπορεί να συνταξιοδοτηθεί πλήρως λόγω γήρατος ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να αρκεί το όλως αορίστως αναφερόμενο την απόφαση ότι όταν ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε από την εργασία του στην αναιρεσείουσα είχε ήδη συμπληρώσει και δη "από τις 19-1-2002 τις νόμιμες προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης γήρατος", λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υφίσταται παραδοχή για το ότι χορηγήθηκε στον αναιρεσίβλητο από το Ι.Κ.Α.

σύνταξη λόγω γήρατος, οπότε βεβαίως η αναιρεσείουσα δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου των νόμιμων προϋποθέσεων προς πλήρη συνταξιοδότησή του λόγω γήρατος. 'Ετσι όμως, εξαιτίας των ως άνω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, δηλαδή ελλείψεων που αφορούν ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν από το Εφετείο.

ΓΙ' αυτό οι ενιαίως κρινόμενοι υπό τα στοιχεία 1Α και υπό τον αριθμό 3 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί των ως άνω, αντίστοιχα, ζητημάτων, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

Ο άλλος όμως υπό τον αριθμό 4 πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως τη προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αφορά την παραδοχή του Εφετείου ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας ήταν αόριστου χρόνου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται επαρκής Ο ίδιος (υπό τον αριθμό 4) πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αφορά την επάλληλη παραδοχή του Εφετείου ότι η αποζημίωση για την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του στην αναιρεσείουσα λόγω συμπληρώσεως των νόμιμων προϋποθέσεων για πλήρη συνταξιοδότησή του λόγω γήρατος θα οφειλόταν και αν ακόμη η σύμβασή του εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, γιατί πλήττει αιτιολογία της αποφάσεως που εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κύρια αιτιολογία, δηλαδή η παραδοχή του ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας ήταν τέτοια αόριστου χρόνου, η οποία στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.-

3.- Επειδή, κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους ανωτέρω υπό τα στοιχεία 1Α και υπό τον αριθμό 3 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθέση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν.-

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Στην περίπτωση, εξάλλου, της υποβολής της αιτήσεως με τις προτάσεις δεν τίθεται ως όρος του παραδεκτού αυτής η κατάθεση των προτάσεων είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως απαιτείται, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όταν με αυτές προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό ή το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως επί των πρόσθετων λόγων, εφόσον αρκεί οι προτάσεις αυτές να κατατέθηκαν μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε απαιτείται για τη συζήτηση της αιτήσεως η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί της αξίας του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, γιατί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση διατάσσεται για την άρση της αδικίας που έγινε στον αναιρεσείοντα από την εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι αυτή σε εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1406/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μετά την επικύρωσή της από την ήδη αναιρούμενη απόφαση θεωρείται ότι ενσωματώθηκε σ' αυτήν, κατέβαλε τμηματικώς στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 23.500 ευρώ και ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια αυτήν εκτέλεση της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως με την επιστροφή από τον αναιρεσίβλητο του πιο πάνω χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε σ' αυτόν συνολικά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου.

Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη στηριζόμενη στην προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 579 του ΚΠολΔ. Από τα εκ μέρους της αναιρεσείουσας επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα, για τα οποία γίνεται ιδιαίτερος λόγος πιο κάτω, αποδεικνύεται προαποδεικτικώς ότι η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1406/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μετά την επικύρωσή της από την ήδη αναιρούμενη απόφαση θεωρείται ότι ενσωματώθηκε σ' αυτήν, κατέβαλε τμηματικώς στον αναιρεσίβλητο μόνο το συνολικό ποσό των 8.500 ευρώ και δη α) στις 27-3-2006 το ποσό ων 2.500 ευρώ, που κατατέθηκε στον υπ' αριθ. ......

λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, που τηρείται στην Τράπεζα "ALRHA BANK", και β) στις 5-6-2006 το ποσό των 6.000 ευρώ, που κατατέθηκε στον ίδιο λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, που τηρείται στην ίδια Τράπεζα, όπως τούτο προκύπτει από τα από την αναιρεσείουσα επικαλούμενα και σε επικυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα προσκομιζόμενα με τις ίδιες χρονολογίες, αντίστοιχα, σχετικά αποδεικτικά καταθέσεως των καταστημάτων της εν λόγω Τράπεζας ....

Κηφισιάς - Λεβίδου και ..... Μελισσών, αντίστοιχα. Δεν προαποδεικνύονται όμως ούτε η επικαλούμενη καταβολή κατά τις 21-3-2006 του ποσού των 5.000 ευρώ, για την οποία πράγματι γίνεται λόγος στο από την αναιρεσείουσα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο υπό την ίδια χρονολογία (.....) ιδιωτικό συμφωνητικό, εφόσον από το προσκομιζόμενο αυτό φωτοτυπικό αντίγραφο του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού δεν προκύπτει ότι αυτό φέρει και την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου ως αντισυμβαλλομένου, αλλ' ούτε και η άλλη επικαλούμενη καταβολή κατά τις 8-11-2006 του ποσού των 10.000 ευρώ, εφόσον από το επικυρωμένο φωτοτυπικό του υπό την ίδια χρονολογία αντιγράφου γραμματίου είσπραξης του Καταστήματος 005 της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", το οποίο επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της εν λόγω καταβολής, δεν προαποδεικνύεται η τελευταία καταβολή, ακριβώς διότι το στο εν λόγω γραμμάτιο εισπράξεως αναφερόμενο ως κατατεθέν ποσό των 10.000 ευρώ κατατέθηκε στον υπ' αριθ........

λογαριασμό τρίτου προσώπου, δηλαδή του ....., ο οποίος δεν προαποδεικνύεται περαιτέρω ότι ήταν τρίτος δεκτικός καταβολής, σύμφωνα με το άρθρο 417 του ΑΚ. Δεν προαποδεικνύονται δε οι αμέσως πιο πάνω περαιτέρω μερικότερες καταβολές των 5.000 και 10.000 ευρώ, αντίστοιχα, από κάποιο άλλο σαφές και πειστικό αποδεικτικό μέσο.

Επομένως η ως άνω αίτηση της αναιρεσείουσας πρέπει να γίνει δεκτή (ως προαποδεικνυόμενη) μόνο κατά ένα μέρος της και δη μόνο για το ποσό των 8.500 ευρώ και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το εν λόγω χρηματικό ποσό που καταβλήθηκε σ' αυτόν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5822/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.-

Διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1406/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο (Ψ1) να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων (8.500) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως και μέχρι την εξόφληση.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ