Supreme Court dismisses appeal on bad faith grounds, rejecting delayed retirement claim as abuse of process.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiff's claim for bad faith. The plaintiff argued he was dismissed voluntarily in 1976 with no claims against the employer, yet later sued for damages after a delayed retirement. The court found this contradictory behavior, combined with the financial benefit of the delayed retirement, constituted bad faith under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the appeal was allowed, the First Instance judgment was annulled, and the plaintiff's claim was dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; The court held that a claim filed by an employee who previously declared voluntary dismissal without claims constitutes bad faith if it contradicts prior conduct and results in double benefit, rendering it inadmissible under good faith principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 644 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 644/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Ε., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοπάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 725/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3709/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-1-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 462/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 995/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2018 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 330/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναιρεί την απόφαση και κρατεί την υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Την υπόθεση επανέφερε προς νέα συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2020 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Mε την από 10.7.2020 κλήση της αναιρεσείουσας εισάγεται, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. μετά από δεύτερη αναίρεση, η ένδικη υπόθεση για συζήτηση κατ' ουσία ενώπιον του αναιρετικού αυτού τμήματος μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 330/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποίαν αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 995/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων .
2. Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 24.02.2010 και αριθ. κατάθ. 38726/1016/26.2.2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι στις 12.8.1976 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλός της, ενταχθείς στο τακτικό προσωπικό της, στον τεχνικό κλάδο αυτής, εξελιχθείς βαθμολογικά στον βαθμό Τ/Α.
Ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 Ν. 3371/2005 δόθηκε η δυνατότητα εθελουσίας αποχώρησης του μονίμου προσωπικού της εναγομένης, που θα απελύετο αυτοδικαίως και υποχρεωτικά μέχρι την 31.12.2012 και θα συνταξιοδοτείτο μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία από το ΤΑΠ-ΟΤΕ με την αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης με σκοπό την θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, η δε απόλυση θα συντελείτο μέχρι την 15.10.2006.
Ότι ο ίδιος θεμελίωνε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με τον ΓΚΠ-ΟΤΕ, δικαίωμα λήψης σύνταξης στις 2.11.2012, για το λόγο δε αυτό υπέβαλε την από 12.10.2006 αίτησή του στην εναγόμενη με την οποία δήλωνε την επιθυμία του για την υπαγωγή του στο ως άνω πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης του μονίμου προσωπικού της, πλην όμως η αίτησή του αυτή δεν έγινε δεκτή από την τελευταία.
Ότι κατόπιν αυτών άσκησε εις βάρος της εναγομένης την από 20.12.2006 αγωγή του, με την οποία ζήτησε την καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο την απόλυσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εθελουσίας εξόδου, κατά τα προεκτεθέντα, και εκδόθηκε η υπ` αριθ. 2854/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταστάσα αμετάκλητη, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή.
Ότι, σε εκτέλεση της απόφασης αυτής απολύθηκε από την υπηρεσία της εναγομένης στις 14.05.2008, συνταξιοδοτούμενος έκτοτε από το ΤΑΠ-ΟΤΕ. Ότι η εναγομένη όφειλε να τον έχει απολύσει ήδη από την 15.10.2006, κατ` εφαρμογή των διατάξεων περί εθελουσίας εξόδου κατά τα ανωτέρω, λόγω δε της παράνομης και υπαίτιας αυτής παράλειψης των αρμοδίων οργάνων της απώλεσε τις μηνιαίες συντάξεις που θα ελάμβανε, κατά το χρονικό διάστημα από 15.10.2006 έως 14.05.2008, οι οποίες ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 46.304,10 ευρώ.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματός του, να υποχρεωθεί η εναγομένη για την ανωτέρω αιτία να του καταβάλει το ποσό των 18.521,64 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να του καταβάλει, για την ίδια αιτία, το ποσό των 27.782,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επί της αγωγής αυτής εξέδωσε την υπ` αριθ. 725/2012 απόφασή του, με την οποία την έκανε δεκτή κατ' ουσίαν, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ` αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθ. 3709/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Ακολούθως, επί ασκηθείσας αναιρέσεως εκ μέρους της εναγομένης κατά της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 462/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 3709/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, η ανωτέρω υπ` αριθ. 462/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου αναίρεσε την προσβληθείσα παραπάνω εφετειακή απόφαση για το λόγο ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη της και δεν εξέτασε τον ισχυρισμό της εκκαλούσας- εναγομένης (αναιρεσείουσας) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου (αναιρεσιβλήτου), τον οποίο ισχυρισμό η εναγομένη-εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) είχε προτείνει παραδεκτά πρωτοδίκως και επανέφερε με τον τέταρτο λόγω της έφεσής της (άρθρο 559 αριθμό. 8 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών ο Άρειος Πάγος παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, κατ` άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ και ακολούθως εκδόθηκε η υπ` αριθ. 995/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τον τέταρτο λόγο της.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη- εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 14.3.2018 και αριθ. κατάθεσης 2832/237/2019 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 330/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω υπ` αριθ. 995/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του λόγου της αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα καθόσον το Εφετείο με την ως άνω απόφασή του (995/2018) απέρριψε την νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση της εναγομένης και δεν αιτιολογεί για ποιον λόγο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, ιδίως εν όψει της μη παραθέσεως όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών, που τέθηκαν υπ' όψιν της με τον προαναφερθέντα λόγο και κατέληξε τελικά στην κρίση ότι εν προκειμένω η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος συνιστά νόμιμη ενάσκηση δικαιώματος, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ στη συνέχεια κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Κατ` ακολουθίαν των προεκτεθέντων, μετά την αναίρεση (για δεύτερη φορά) της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της εφέσεως της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 725/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να ερευνηθεί η υπόθεση κατ` ουσίαν από το Τμήμα αυτό του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 10/2012, 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Ειδικότερα, καταχρηστική, κατά την ως άνω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από την σύμβαση εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους (ΑΠ 610/2017, 1179/2017).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, AΠ 330/2020,ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 125/2011).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 12.8.1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενταχθείς στο τακτικό προσωπικό της, στον Τεχνικό Κλάδο, εξελίχθηκε δε βαθμολογικά στο βαθμό Τ/Α.
Οι εργασιακές του σχέσεις διέπονταν από τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Γ.Κ.Π.- Ο.Τ.Ε.), ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Α.Ν. 301/1968, δημοσιεύτηκε και κυρώθηκε νόμιμα και ως εκ τούτου έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τις Ειδικές ΣΣΕ, που συνάπτονταν μεταξύ της εναγομένης και της ΟΜΕ- ΟΤΕ.
Με τη διάταξη του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005 θεσπίστηκε η εθελουσία αποχώρηση του μονίμου προσωπικού της εναγομένης, που απολυόταν αυτοδίκαια και υποχρεωτικά έως την 31.12.2012. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 74 του πιο πάνω νόμου ορίστηκε ότι το μόνιμο προσωπικό του ΟΤΕ, που εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου και επιθυμεί την υπαγωγή του στο πρόγραμμα της εθελουσίας εξόδου, πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης, η οποία δεν ήταν δεκτική ανάκλησης, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του πιο πάνω άρθρου και η απόλυση θα συντελείτο εντός προθεσμίας 12 μηνών από την λήξη της προαναφερθείσας προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 15.10.2006.
Ο ενάγων υπέβαλε την από 12.10.2005 αίτησή του, με την οποίαν εκδήλωσε την ανέκκλητη επιθυμία του για υπαγωγή στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από την υπηρεσία της εναγομένης. Για το λόγο αυτό άσκησε την από 28.12.2006 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να προβεί σε δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο την απόλυσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθελουσίας εξόδου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2854/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε : α) Ότι η στρατιωτική υπηρεσία του ενάγοντος δεν μπορεί να συνυπολογισθεί για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού του δικαιώματος μέχρι το έτος 2012, καθόσον αυτός δεν θα έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του (άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1358/1983) και ακόμη ότι ο χρόνος της προϋπηρεσίας του εκτός του Ο.Τ.Ε.
υπολογίζεται ως χρόνος, ο οποίος διανύθηκε στην ασφάλιση ΤΑΠ/ΟΤΕ για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4202/61 και 2 παρ. 3 ν. 3029/2002, ώστε με τον συνυπολογισμό τούτου να έχει συμπληρώσει 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας το έτος 2012 και β) Ότι η εναγομένη οφείλει να αποδεχθεί την αίτηση του ενάγοντος και να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθελουσίας εξόδου (άρθρο 74 του ν. 3371/2005), χωρίς η ως άνω παράλειψη να συνιστά αδικοπραξία και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, αλλά απλή παράβαση των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Η ως άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη και η εναγομένη, συμμορφούμενη με το διατακτικό της, κατάγγειλε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος στις 17.5.2008, του απονεμήθηκε δε σύνταξη από 15.5.2008 και εντεύθεν. Μετά την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση ο χρόνος της ανωτέρω δήλωσης βούλησης από την πλευρά της εναγομένης, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, έπρεπε να αναχθεί στον χρόνο που ο ενάγων υπέβαλε την αίτησή του περί εθελουσίας εξόδου, δηλαδή στις 15.10.2006, αφού ενέπιπτε στις διατάξεις του πιο πάνω νόμου και συμπλήρωνε το έτος 2012 τριάντα πέντε (35) έτη πραγματικής υπηρεσίας και η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να αποδεχθεί την αίτησή του και να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, σύμφωνα με το άρθρο 74 του ν. 3371/2005, από τις 15.10.2006 και η σχετική παράλειψή της να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια συνιστά παράβαση ενδοσυμβατική των ειδικότερων όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, όπως αυτές θεσμοθετήθηκαν με το άρθρο 74 του πιο πάνω νόμου.
Επομένως, δημιουργείται υποχρέωση της εναγομένης να αποζημιώσει τον ενάγοντα με τη διαφορά της σύνταξης, που του χορηγήθηκε για το διάστημα από 15.10.2006 έως 15.5.2008, ύψους 46.304,10 €, ήτοι, όπως του αποκαταστήσει τη ζημία του, η οποία τυγχάνει ισόποση της σύνταξης που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε ο τελευταίος από το ΤΑΠ- ΟΤΕ μετά την απόλυσή του, εάν δεν μεσολαβούσε η προδιαλαμβανόμενη παράλειψη της εναγομένης, όπως αποδεχθεί την αίτηση περί εθελουσίας του εξόδου κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 74 ν. 3371/2005, εντός της τασσόμενης από το νόμο αυτό προθεσμίας.
Τα παραπάνω κρίθηκαν αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 3709/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως επίσης με την ίδια απόφαση κρίθηκε αμετάκλητα ως μη νόμιμη και η ένσταση της εναγομένης περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, αφού απορρίφθηκαν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας- εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και συνεπώς οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προσάπτονται στην εκκαλούμενη τα σχετικά σφάλματα ως προς τα γενόμενα ως άνω δεκτά, δεν θα ερευνηθούν από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον παρέλκει η εκ νέου εξέτασή τους, αφού έχουν ήδη απορριφθεί αμετακλήτως.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, μετά την απόρριψη της από 12.10.2005 αίτησής του, - η οποία πρέπει να σημειωθεί δεν οφειλόταν σε λόγους, που αφορούσαν την εναγομένη, αλλά σε σχετική αμφισβήτηση του ασφαλιστικού φορέα ΤΑΠ-ΟΤΕ, που είχε ως αποτέλεσμα να μην υπαχθούν στην ρύθμιση περί εθελουσίας εξόδου, πλην του ενάγοντος, και άλλα 650 άτομα, ενώ το ζήτημα λύθηκε στη συνέχεια με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 34 Ν. 3762/2009 (ΦΕΚ Α' 75/15.10.2009) - , και έχοντας ασκήσει και την ως άνω από 28.12.2006 αγωγή του κατά της εναγομένης, συνέχισε να εργάζεται στην τελευταία, εισπράττοντας τις νόμιμες αποδοχές του, όπως διαμορφώνονταν εκάστοτε, λόγω διαδοχικών προσαυξήσεων των οικείων Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, χωρίς, εκτός από την άσκηση της άνω αγωγής, να διαμαρτυρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο για την απόρριψη της αίτησής του περί οικειοθελούς αποχώρησης.
Μετά δε την έκδοση επί της άνω αγωγής της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 2854/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τόσο ο ενάγων, όσο και η εναγομένη, αβίαστα παραιτήθηκαν από το δικαίωμα προσβολής της με ένδικα μέσα, προκειμένου να καταστεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της τελευταίας.
Ακόμη ο ενάγων υπέβαλε την από 14.5.2008 νέα αίτηση προς την εναγομένη- εργοδότριά του, με την οποία ζήτησε και πάλι να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 στις οποίες ενέπιπτε και να απολυθεί από την εναγομένη, καθώς επίσης δήλωσε ότι διατελεί σε πλήρη γνώση ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το ΤΑΠ- ΟΤΕ, δηλαδή ο αρμόδιος φορέας για τη συνταξιοδότησή του, αρνηθεί να του καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής του, θα επανέλθει στην υπηρεσία της εναγομένης, ενώ ο χρόνος απουσίας του θα θεωρηθεί ως χρόνος αδείας άνευ αποδοχών και τέλος, ότι πέραν τούτου, ουδεμία άλλη αξίωση έχει από την εναγομένη για τον ανωτέρω λόγο.
Ειδικότερα, το ακριβές περιεχόμενο της ως άνω αίτησης, την οποία ο ενάγων υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, έχει επί λέξει ως εξής ".....Κατόπιν της δημοσίευσης της υπ' αριθ. 2854/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.....ζητώ να υπαχθώ στις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178/14.7.2005) στις οποίες εμπίπτω και να απολυθώ από τον ΟΤΕ, σύμφωνα με τον ως άνω Νόμο......Διατελώ σε πλήρη γνώση της υφιστάμενης συνταξιοδοτικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την οποίαν δηλώνω υπεύθυνα και με αποκλειστική ευθύνη μου ότι θα συνταξιοδοτηθώ και ζητώ και πάλι να απολυθώ από τον ΟΤΕ σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει η προθεσμία για απόλυση, που τάσσει ο Ν. 3371/2005.
Διατελώ, επίσης, σε πλήρη γνώση ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το ΤΑΠ-ΟΤΕ αρνηθεί να μου καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής μου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005, θα επανέλθω στον ΟΤΕ, ενώ ο χρόνος της απουσίας μου θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών. Πέραν αυτού, ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο.".
Από το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής με σαφήνεια προκύπτει ότι ο ενάγων αποδέχτηκε ότι ουδεμία άλλη αξίωση έχει κατά της εναγομένης. Ειδικότερα, από την τελευταία δήλωσή του ότι : "Πέραν αυτού, ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ από τον ανωτέρω λόγο", προκύπτει ότι η δήλωσή του αυτή αφορά όχι μόνο την παραίτησή του από οποιασδήποτε αξίωσή του σε περίπτωση απόρριψης της αίτησής του περί συνταξιοδότησής του από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα αλλά και σε περίπτωση αποδοχής αυτής και τυχόν υπάρξεως αξιώσεών του αναγόμενες σε προγενέστερο χρόνο, καθόσον τέθηκε στο τέλος της αίτησης του, πράγμα που σημαίνει ότι καλύπτει το όλο περιεχόμενό της.
Η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από το ότι, η συγκεκριμένη δήλωση αν αφορούσε μόνο την περίπτωση της απόρριψης της αίτησης περί συνταξιοδότησής του από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα δεν ήταν απαραίτητο να καταχωρηθεί σ' αυτή, καθότι ήδη στην ίδια αίτηση περιεχόταν η συνέπεια της μη συνταξιοδότησής του από τον ασφαλιστικό φορέα του, συνισταμένης στο ότι ο χρόνος απουσίας του θα θεωρείτο χρόνος άδειας άνευ αποδοχών.
Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, καθ' όλη τη διάρκεια του ενδίκου διαστήματος (15.10.2006 έως 15.5.2008), για το οποίο ζήτησε με την ένδικη αγωγή αποζημίωση, ίση με τις απωλεσθείσες μηνιαίες συντάξεις, εισέπραττε αδιαμαρτύρητα, ως εργαζόμενος, τις τακτικές αποδοχές του, με τις εκάστοτε μισθολογικές αυξήσεις, όπως προαναφέρθηκε, οι οποίες είναι άμεση συνέπεια της μη συνταξιοδότησής του το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, αφού δεν θα μπορούσε να τις έχει εισπράξει ως συνταξιούχος, καθώς η εργατική νομοθεσία και ο έχων ισχύ νόμου Κανονισμός του ασφαλιστικού φορέα του ενάγοντος (άρθρο 63 παρ. 1 του ν. 2676/1999, άρθρο 23 παρ. 2 του Καταστατικού του ΤΑΠ - ΟΤΕ) απαγορεύει τέτοια παράλληλη κτήση μισθού και σύνταξης, καθόσον απαγορεύει να εργάζεται ο συνταξιούχος, κάτω των 55 ετών, όπως ο ενάγων, γεννημένος στις 22.12.1958 (βλ.
ως άνω αίτησή του), και συνεπώς το έτος 2006 είχε συμπληρώσει το 48ο έτος της ηλικίας του και το έτος 2006, όπου αποχώρησε, το 50ο έτος της ηλικίας του, σε κάθε δε περίπτωση διακόπτεται η παροχή σύνταξης σε συνταξιούχο, που απασχολείται στην εναγομένη. Με βάση την παραπάνω συμπεριφορά του ενάγοντος και δη της προσφοράς της εργασίας του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητα με μηνιαίες αποδοχές υπέρτερες έναντι της διεκδικούμενης αποζημίωσης, της παραίτησής του αβίαστα από την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της υπ' αριθ. 2854/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπογραφής της από 14.5.2008 αίτησής του για εθελουσία αποχώρησή του με την παραπάνω σαφή δήλωση ότι ουδεμία αξίωση έχει εναντίον της εναγομένης, η διεκδίκηση των ενδίκων αξιώσεών του αντιφάσκει με την προγενέστερη αυτή συμπεριφορά του, συνδυαζόμενη δε και προς το σκοπούμενο με αυτή αποτέλεσμα, που οδηγεί σε διπλή ωφέλειά του εις βάρος της εναγομένης, πλέον του ότι αυτός σε κάθε περίπτωση ωφελήθηκε από την καθυστερημένη συνταξιοδότησή του, καθώς, εργαζόμενος το επίδικο χρονικό διάστημα, συνταξιοδοτήθηκε με μεγαλύτερη μηνιαία σύνταξη, από εκείνη που θα ελάμβανε, αν είχε αποχωρήσει το έτος 2006, αφού έλαβε τις αυξήσεις αποδοχών, που χορηγήθηκαν με βάση τις από 22.9.2006 και 6.8.2008 ΣΣΕ για τα έτη 2007 και 2008 (βλ.
επικαλούμενα και προσκομιζόμενα υπ' αριθ. πρωτ. …/…/….9.2011 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Εργασιακών Σχέσεων του ΟΤΕ και …/…./….10.2008 επιστολή της Υποδιεύθυνσης Μητρώων και Παροχών του ΤΑΠ-ΟΤΕ), καθιστά την άσκησή τους με την ένδικη αγωγή κακόπιστη, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (άρθρο 281 ΑΚ) και δεν είναι ανεκτή από την έννομη τάξη, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά αντίθετα είναι καταχρηστική και απαγορευμένη, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, επικαλούμενος ότι η εναγομένη έχει σημαντικά ετήσια οικονομικά κέρδη, τα οποία δεν πρόκειται να επηρεασθούν από τυχόν ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής, αλλά απλώς δυσμενείς για τα συμφέροντα της εναγομένης συνέπειες, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανείς.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή ως βασίμου του 4ου λόγου της έφεσης. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη από 6.6.2012 έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ` ουσίαν.
Τέλος, ενόψει του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο ενάγων - εφεσίβλητος να καταδικασθεί σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της εναγομένης - εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να συμψηφισθεί το υπόλοιπο μέρος αυτών μεταξύ των διαδίκων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 6.6.2012 και αριθ. κατάθ. 4142/2012 έφεση κατά της υπ' αριθ. 725/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ` ουσία την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΕΙ τη υπόθεση και δικάζοντας την από 24.2.2010 και αριθ. κατάθ. 38726/1016/26.2.2010 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα - εφεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εναγομένης - εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο μέρος προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ και συμψηφίζει το υπόλοιπο μέρος αυτών μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ