Legislator Case Law & Legislation
644/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on forged will, ruling lower court correctly found forgery despite lack of explicit authenticity ruling.

Case Number 644/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision rejecting her appeal. The appellant argued the lower court erred by acquitting her of forgery without explicitly ruling on the will's authenticity, claiming this created a contradiction. The court held that the acquittal on the specific charge of using a forged document did not contradict the finding that the will was forged, as the will was proven not to be handwritten by the deceased.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; The court may reject an appeal alleging a contradiction between an acquittal on a specific charge and a finding of forgery, provided the lower court's reasoning clearly establishes the document's invalidity without requiring a separate explicit ruling on authenticity.

Keywords

AI generated
forged will contradiction in judgment acquittal on forgery handwritten signature Code of Civil Procedure appeal dismissal legal contradiction

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
3037/12-10-2017
και 3037/12-10-2017 και 4664/18-10-2017 πληρεξούσια συμβολαιογράφων, Δ.
4664/18-10-2017
και 3037/12-10-2017 και 4664/18-10-2017 πληρεξούσια συμβολαιογράφων, Δ.
898/29-11-2017
Ρ., αντίστοιχα).Από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσίβλητους 898/29-11-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.
3610/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 644 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 644/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ.' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. θυγ. Γ. Μ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Π. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 2.Φ. Π. Χ., το γένος Χ.Δ., κατοίκου ...,3.Η. Χ. Δ., κατοίκου ..., 4.Ε. Χ. Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Φανή Παναγοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1169/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 5377/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων (βλ. και 3037/12-10-2017 και 4664/18-10-2017 πληρεξούσια συμβολαιογράφων, Δ. Κ. και Κ. Λ., Γ. Ρ., αντίστοιχα).Από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσίβλητους 898/29-11-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Δ., προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο της από 18-4-2016 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση της αναιρεσιβλήτων, υπογραφόμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο αυτών Φανή Παναγοπούλου, για να παρασταθεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 21-2-2018. Αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσείοουσας, σαν να ήταν παρούσα( 576 παρ.2).

2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5377/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά της 1169/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών(τακτικής διαδικασίας που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης, δέχθηκε εν μέρει αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την ακυρότητα λόγω πλαστότητας της από 14-12-1998 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης της θανούσας Α. χήρας Α. Τ.).. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ, χωρίς να απαιτείται η, κατ'άρθρο 495 ΚΠολΔ, καταβολή παραβόλου ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα είναι δικαιούχος νομικής βοήθειας, κατά το ν.3226/2004, βλ.επισυναπτόμενα έγγραφα στην αίτηση αναίρεσης) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

3. Κατ' άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο." Το άρθρο 309 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζει ότι "όσες (δηλ. αποφάσεις) δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση". Από τη διάταξη αυτή, αποσκοπούσα στην ταχύτερη διεξαγωγή της δίκης και αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δικαστικής ενέργειας, συνάγεται ότι αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας συντρέχουν λόγοι ανακλήσεως της (μη οριστικής) αποφάσεώς του, με την οποία έχει διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, τότε η εν λόγω απόφαση μπορεί να ανακληθεί σε μεταγενέστερη "στάση της δίκης", δηλαδή σε μεταγενέστερη συζήτηση της υποθέσεως, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση (αίτηση) διαδίκου, η οποία όμως πρέπει (με κύρωση την απόρριψή της ως απαράδεκτης) να υποβληθεί - όχι αυτοτελώς αλλά - στο πλαίσιο της συζητήσεως της υποθέσεως, ακόμη και με τη σχετική προς επίσπευση αυτής της συζητήσεως κλήση, αφού μόνο στην περίπτωση αυτή δημιουργείται "στάση της δίκης".(ΑΠ 1149/2008).

Εν προκειμένω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Επί αγωγής των εφεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, για αναγνώριση της ακυρότητας λόγω πλαστότητας της από 14-12-1998 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης της θανούσας Α. χήρας Α. Τ., εκδόθηκε η 2017/2000 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά το μέρος που αφορά την ένδικη αναίρεση, διατάχθηκαν αποδείξεις και η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.

Διαρκούσης της προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων οι ενάγοντες με κλήση τους επανέφεραν την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση και ζήτησαν την ανάκληση της ανωτέρω μη οριστικής απόφασης όσον αφορά τη διάταξή της για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Η συζήτηση της υπόθεσης με την κλήση ορίσθηκε σε δικάσιμο κατά την οποία είχε παρέλθει η προθεσμία διεξαγωγής αποδείξεων και κατάθεσης της πραγματογνωμοσύνης και εκδόθηκε ,ερήμην της εναγομένης , η 1169/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας) η οποία, αφού ανακάλεσε την προεκδοθείσα 2017/2000 μη οριστική απόφασή του, με την οποία είχε διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, δεχθέν ανελέγκτως ως συντρέχοντα τον προβληθέντα λόγο ανακλήσεως, ακολούθως δε προέβη στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως, δέχθηκε εν μέρει αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την ακυρότητα λόγω πλαστότητας της από 14-12-1998 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης της θανούσας Α.

χήρας Α. Τ.. Ασκήθηκε έφεση της εναγομένης και το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης περί απαραδέκτου του αιτήματος ανάκλησης της μη οριστικής απόφασης γιατί προβλήθηκε με την κλήση με μοναδικό αίτημα και χωρίς να υφίσταται στάση της δίκης με τις ακόλουθες αιτιολογίες:

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 345 και 414 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής πριν κοινοποιηθεί η προδικαστική απόφαση, η οποία διατάσσει αποδείξεις και ορίζει τον χρόνο διεξαγωγής τους και, επομένως, πριν αρχίσει η προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων και προ της διεξαγωγής τους, εφόσον αντιλέγει κάποιος από τους διαδίκους είτε φέρει το βάρος της αποδείξεως είτε δικαιούται σε ανταπόδειξη.

Συγχωρείται μόνο η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο και η κλήτευση προς περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως κατά τη διάρκεια της προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων, εφόσον έχει οριστεί δικάσιμος για περαιτέρω συζήτηση μετά την πάροδο αυτής, εφόσον δηλαδή η συζήτηση γίνει πράγματι μετά την εν λόγω προθεσμία, που σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει την επίδοση της προδικαστικής αποφάσεως, η οποία διατάσσει την εντός ορισμένου χρόνου διεξαγωγή των αποδείξεων.- [ΑΠ 424/1993, Δνη 36/196].

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 309 του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή δεν μπορούν μετά τη δημοσίευση τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.

Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε πρόταση για ανάκληση και όταν ακόμη αυτή υποβάλλεται με τρόπο παραδεκτό. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι οριστικές αποφάσεις δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε [σχετ. ΑΠ 1721/2007, Δ. 2008.302]. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει επί αποφάσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας [άρθρο 758] και ασφαλιστικών μέτρων [άρθρα 696-698].

Δεν μπορεί το δικαστήριο, υπό το μανδύα της ερμηνείας της οριστικής του απόφασης [άρθρο 316], να καταλήξει, σε αντίθεση προς τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου, σε ολική ή μερική ανάκληση της ερμηνευόμενης οριστικής ή σε αντίθεση προς τις διατάξεις για το δεδικασμένο, σε αλλοίωση της ουσίας της ερμηνευόμενης τελεσίδικης απόφασης [ΑΠ 1927/2006, ΝοΒ 2008/103].

Η παρά το νόμο ανάκληση οριστικής απόφασης ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 παρ. 15. Περαιτέρω, οι μη οριστικές αποφάσεις μπορούν να ανακληθούν από το δικαστήριο. Η ανάκλησή τους γίνεται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε σε κάθε στάση της δίκης, μέχρι να εκδώσει την οριστική του απόφαση [σχετ. ΑΠ 4/2007, Δ 2007/603, ΑΠ 661/2006, Δ 2006/1181, ΕφΑΘ 1043/2006, Δνη 2006/1460], Η ανάκληση προκαλείται είτε αυτεπαγγέλτως [ΟλΑΠ 12/89, Δ. 1990/949], είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που την υποβάλλει μόνο στην διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, χωρίς στάση δίκης [ΑΠ 660/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ], Η αίτηση δηλαδή του διαδίκου είναι παραδεκτή, μόνο όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται της ουσίας της υπόθεσης με νόμιμο τρόπο, όπώς όταν εισάγεται κλήση για τη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, διότι μόνον στην περίπτωση αυτή δημιουργείται στάση της δίκης [ΑΠ 1450, 1537, 1538/2010, ΝοΒ 2011/775, ΑΠ 836/2010, ΝοΒ 2010/2481, ΑΠ 1149/2008, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 217/2005, ΝοΒ 2005/2026].

Προτού χωρήσει το δικαστήριο στην ανάκληση της μη οριστικής απόφασης και στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης πρέπει να ακροασθεί όλα τα διάδικα μέρη που πρέπει να καλούνται προς τούτο να μετάσχουν στη συζήτηση [άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 217/2005, ΝοΒ 2005/2026]. Σε κάθε όμως περίπτωση, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε πρόταση του διαδίκου για ανάκληση της μη οριστικής του απόφασης και όταν ακόμη αυτή υποβάλλεται με τρόπο παραδεκτό, δηλαδή και σε κάποια στάση της δίκης.

Τούτο διότι η αίτηση ανάκλησης δεν έχει το χαρακτήρα ένδικου βοηθήματος [ΑΠ 649/1996, Δνη 1998/1555, Μαργαρίτης, ό.π. κάτω από το άρθρο 309, αριθμοί 12 και 13, σελίδες 570-571].

Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την 2017/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποχρέωσε την εναγομένη να αποδείξει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες ότι η από 14-12-1998 ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας Α.

συζύγου Α. Τ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση του της 28ης-5-1999 έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί εξ ολοκλήρου από την διαθέτη. Επίσης, όρισε πραγματογνώμονα τον Δ. Β., ο οποίος αφού λάμβανε υπόψη του όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και οτιδήποτε άλλο έκρινε αναγκαίο θα έπρεπε να αποφανθεί με έγγραφη αιτιολογημένη έκθεση που θα κατέθετε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία τριών [3] μηνών από την όρκισή του, περί του εάν η προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτη.

Τέλος, όρισε, ότι οι μάρτυρες, όχι περισσότεροι από δυο [2] για κάθε διάδικο μέρος, αφού γνωστοποιούνταν νόμιμα και επειδή η διεξαγωγή των αποδείξεων απαιτεί πολύ χρόνο, θα εξετάζονταν, όσοι μεν κατοικούσαν στην έδρα του δικαστηρίου ενώπιον της εισηγήτριας ή του νόμιμου αναπληρωτή της και ότι οι εξέτασή τους θα διεξάγετο στο κατάστημα του Πρωτοδικείου Αθηνών μέσα σε προθεσμία εξήντα [60] ημερών από την επομένη ημέρα που θα γινόταν η επίδοση της προδικαστικής απόφασης σε ημέρα και ώρα που η εισηγήτρια ή ο νόμιμος αναπληρωτής της θα όριζαν.

Τέλος, ως προς τους μάρτυρες που κατοικούσαν ή διέμεναν εκτός της έδρας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όρισε ότι είναι δυνατόν να εξετασθούν μέσα στην ίδια προθεσμία ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του έλληνα προξένου του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους, των τελευταίων οριζομένων εντεταλμένων για τις αποδείξεις δικαστών στα οικεία προξενικά ή δικαστικά καταστήματα σε ημέρα και ώρα που θα όριζαν οι ίδιοι.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες στις 18-2-2013 επέδωσαν στην εναγομένη επικυρωμένο αντίγραφο της 2017/2000 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου [σχετ. η 8083Ζ/18-2-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.]. Εντός της ως άνω εξηκονθήμερης προθεσμίας εξέτασης μαρτύρων [η οποία έληγε στις 18-4-2013] και συγκεκριμένα στις 15 Απριλίου 2013, τα διάδικα μέρη εμφανίσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή Θεόδωρου Φιλιππόπουλου για την εξέταση μαρτύρων, τους οποίους νόμιμα γνωστοποίησαν.

Μετά το πέρας της εξέτασης του μάρτυρος της εναγομένης Α. Χ. του Μ., ο εισηγητής ανέβαλε για τις 13 Μαΐου 2013 και συναινούντων των διαδίκων παρέτεινε την προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων μέχρι τις 18-1-2014. Στις 13 Μαΐου 2013 εξετάσθηκαν οι γνωστοποιηθέντες μάρτυρες των εναγόντων Χρήστος Δ. του Η. και Χ. Δ. του Ε., μετά το πέρας της εξέτασης των οποίων ο εισηγητής ανέβαλε για τις 27 Μαΐου 2013.

Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία δεν εξετάστηκαν μάρτυρες και η διεξαγωγή των αποδείξεων αναβλήθηκε κατόπιν αιτήσεως της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγομένης για τις 10 Ιουνίου 2013, και τότε, χωρίς και πάλι να εξετασθούν μάρτυρες εκ νέου κατόπιν αιτήσεως της ίδιας δικηγόρου για τις 23 Σεπτεμβρίου 2013.

Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία και πάλι δεν εξετάσθηκαν μάρτυρες και κατόπιν αιτήσεως της προαναφερόμενης δικηγόρου, η διεξαγωγή των αποδείξεων αναβλήθηκε για τις 14 Οκτωβρίου 2013, οπότε κανένας από τους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε και ο εισηγητής ματαίωσε την διεξαγωγή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 3-6-2013 και με αριθμό κατάθεσης 79249/940/2013 κλήση των εναγόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [σχετ.

η 9421Ζ/10-6-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.] επανεισήχθη προς περαιτέρω συζήτηση η ένδικη από 26-7-1999 και με αριθμό κατάθεσης ….95/6853/1999 αγωγή, στην κλήση δε αυτή σωρεύτηκε και αίτημα ανάκλησης της 2017/2000 προδικαστικής απόφασης κατά το μέρος που διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προαναφερόμενη κλήση για περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης και μερική ανάκληση της προδικαστικής απόφασης ως προς την προαναφερόμενη μη οριστική της διάταξη εγγράφηκε στο πινάκιο και επιδόθηκε στην εναγομένη κατά την διάρκεια της προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είχε παραταθεί μέχρι τις 18-1-2014.

Ωστόσο, δικάσιμος για την περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης ορίσθηκε η 20η Ιανουαρίου 2014, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας της διεξαγωγής των αποδείξεων και η συζήτηση της υπόθεσης πράγματι έλαβε χώρα κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία. Επομένως, παραδεκτά η κλήση για περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης εγγράφηκε στο πινάκιο και επιδόθηκε στην εναγομένη κατά την διάρκεια της προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων, ενώ είχε προηγηθεί της έναρξης διεξαγωγής των αποδείξεων η επίδοση της προδικαστικής απόφασης στην εναγομένη διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, συγχωρείται μόνο η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο και η κλήτευση προς περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως κατά τη διάρκεια της προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων, εφόσον έχει οριστεί δικάσιμος για περαιτέρω συζήτηση μετά την πάροδο αυτής, εφόσον δηλαδή η συζήτηση γίνει πράγματι μετά την εν λόγω προθεσμία, που σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει την επίδοση της προδικαστικής αποφάσεως, η οποία διατάσσει την εντός ορισμένου χρόνου διεξαγωγή των αποδείξεων.

Περαιτέρω, παραδεκτά με την ίδια ως άνω κλήση σωρεύτηκε αίτημα μερικής ανάκλησης της προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συγκεκριμένα ως προς το σκέλος της που διέταξε την διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και διόρισε πραγματογνώμονα [μη οριστική διάταξη], διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, οι μη οριστικές αποφάσεις μπορούν να ανακληθούν από το δικαστήριο, η δε ανάκλησή τους γίνεται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε σε κάθε στάση της δίκης, μέχρι να εκδώσει την οριστική του απόφαση και με πρόταση κάποιου διαδίκου που την υποβάλλει μόνο στην διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, χωρίς στάση δίκης.

Η αίτηση δηλαδή του διαδίκου είναι παραδεκτή, μόνο όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται της ουσίας της υπόθεσης με νόμιμο τρόπο, όπως όταν εισάγεται κλήση για τη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, διότι μόνον στην περίπτωση αυτή δημιουργείται στάση της δίκης .Πράγματι, στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται στάση της δίκης και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιλήφθηκε του σχετικού αιτήματος με την εισαγωγή της υπόθεσης με κλήση για κατ' ουσίαν συζήτηση, ενώ σε αμφότερα τα διάδικα μέρη, και μάλιστα στην απολιπομένη κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση εναγομένη δόθηκε το δικαίωμα ακροάσεως, αφού αυτή κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την δικάσιμο της 20ης Ιανουαρίου 2014, σύμφωνα με τη με αριθμό 9421 Ζ/10-6-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Μ.. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, όσα η εκκαλούσα διαλαμβάνει στον πρώτο λόγο της έφεσης περί απαραδέκτου της υποβολής του αιτήματος ανάκλησης της μη οριστικής απόφασης περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ενόψει του ότι ζητήθηκε με κλήση πριν το πέρας της διεξαγωγής των αποδείξεων ενώ ταυτόχρονα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη μη παραδεκτά ανακάλεσε την μη οριστική του διάταξη για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και υπεισήλθε ταυτόχρονα στην κατ' ουσίαν έρευνα της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Με την εκτεθείσα κρίση του το εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 14ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια να μην απορρίψει ως απαράδεκτο το αίτημα των εναγόντων να ανακληθεί η ως άνω μη οριστική απόφαση δεχθέν ότι οι ενάγοντες με την κλήση τους επανέφεραν νομότυπα προς συζήτηση την αγωγή τους και συνεπώς υφίστατο στάδιο της δίκης για την υποβολή του αιτήματος ανάκλησης της μη οριστικής απόφασης και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης. 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό, της πόρισμα και να μην, καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1090/14, ΑΠ 1254/10, ΑΠ 495/13).Με την προσβαλλόμενη απόφαση που αφορούσε αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης λόγω πλαστότητάς της, το εφετείο δέχθηκε την αγωγή με την ακόλουθη αιτιολογία:

Στις 17-2-1999 απεβίωσε στην Αθήνα η Α. Τ. χήρα Α., το γένος Ε. και Φ. Γ., κάτοικος ..., αφήνοντας πλησιέστερους εν ζωή συγγενείς τα τέκνα της προαποβιωσάσης αδερφής Μ. συζύγου Χ. Δ., που απεβίωσε το έτος 1983, ήτοι : 1] τον Π. Δ. του Χ. και της Μ [πρώτο ενάγοντα], 2] τη Φ. σύζυγο Π. Χ., το Χ. και Μ. Δ. [δεύτερη ενάγουσα], 3] τον Η. Δ.

του Χ. και Μ. [τρίτο ενάγοντα] και 4] τον Ε. Δ. του Χ. και Μ. [τέταρτο ενάγοντα] [σχετ. η 13069/6-4-1999 ένορκη βεβαίωση κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3104/54 "περί εγγυτέρων συγγενών", και το με αρ. πρωτ. …47/15-7-1999 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ^ Δημάρχου Αθηναίων]. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι με αίτηση του συζύγου της εναγομένης, απευθυνόμενης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δημοσιεύθηκε η από 14-12-1998 ιδιόγραφη διαθήκη, την οποία φέρεται ότι έχει συντάξει η προαναφερόμενη αποβιώσασα Α.

Τ. χήρα Α., το γένος Ε. και Φ. Γ., με τα 2361/28-5-1999 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο …3 και με αριθμό …3. Το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Διαθικι 14-12-98 Άφινο περουσια μου στην Α.

Μ. η Κ. Τ.". Περαιτέρω, από το σύνολο του προαναφερόμενου αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω διαθήκη δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι της αποβιώσασας. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει με σαφήνεια και η διορισθείσα από το Δ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών πραγματογνώμονας Μ.-Μ.

Κ.η στην από 5-12-2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Η εν λόγω πραγματογνώμονας, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι η ένδικη διαθήκη έχει συνταχθεί με γραφή απλοϊκή και ασύνδετη και με σχηματισμούς, οι οποίοι δεν περιέχουν στοιχεία εξατομικευμένης χάραξης, η δε υπογραφή ως "Κ. Τ." στο τέλος αυτής, χαράσσεται με ανεπιτυχή προσπάθεια απομιμήσεως των γνησίων υπογραφών της διαθέτιδος [1997-1998], αποτυπώνοντας, εντούτοις, στο χώρο της διαθήκης μια "εξεζητημένη" σε σχέση με τη γραφή του κειμένου υπογραφή.

Στο ίδιο συμπέρασμα, εξάλλου, καταλήγει στην από 12-7- 1999 γραφολογική γνωμοδότηση του, η οποία συντάχθηκε με επιμέλεια του τρίτου ενάγοντος, και ο Γ. Χ., δηλαδή ότι η ένδικη διαθήκη δεν γράφτηκε, ούτε χρονολογήθηκε, ούτε υπογράφηκε από τη φερόμενη ως διαθέτιδα, αλλά είναι καθ' ολοκληρίαν πλαστή με αποτυχημένη και κακότεχνη ελεύθερη απομίμηση του γνήσιου τύπου γραφής και των γνήσιων υπογραφών της Α.

Τ.. Μάλιστα στην αμέσως ως άνω γνωμοδότηση επισημαίνεται ότι είναι φανερή η διαφορά της γραφής της διαθέτιδος σε σχέση με γνήσιο δειγματικό υλικό που προέρχεται από την τελευταία και ιδίως στα γράμματα άλφα κεφαλαίο και μικρό, στο ταυ μικρό, στο λάμδα μικρό, στο κάπα μεγάλο και μικρό και στους αριθμούς 8 και 9, επισήμανση που διαπιστώνεται και από τη μακροσκοπική εξέταση της ένδικης διαθήκης.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Δ. Χ. του Η. και δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα της εναγομένης, συζύγου της, Α. Χ. του Μ., ο οποίος, ως προς τη γνησιότητα της διαθήκης, περιορίστηκε στο να καταθέσει ότι η αποβιώσασα "είχε γράψει'' την ένδικη διαθήκη αλλά ούτε και από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη από 25-2-2003 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Μ.

Μ., η οποία, μεταξύ άλλων, δεν δικαιολογεί τις διαφορές που διαπιστώνονται ακόμη και μακροσκοπικά ιδίως στα γράμματα άλφα κεφαλαίο και μικρό, στο ταυ μικρό, στο λάμδα μικρό, στο κάπα μεγάλο και μικρό και στους αριθμούς 8 και 9 και οι οποίες σαφώς επισημαίνονται στην από 12-7-1999 γραφολογική γνωμοδότηση του Γ.

Χ. ενώ επιπρόσθετα δεν δικαιολογεί ούτε τις γραφικές διαφορές που υπάρχουν στο κείμενο της διαθήκης και την υπογραφή της διαθέτιδος που επίσης επισημαίνει ιδιαίτερα η πραγματογνώμονας Μ.-Μ. Κ.η στην προαναφερόμενη από 5-12-2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη Α.

Μ. παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών-Δ' Κακουργημάτων με την κατηγορία της πλαστογραφίας με χρήση άνω των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ [αρχικά είχε εισαχθεί ενώπιον του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών] και εκδόθηκε η 3610/2005 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, η οποία κήρυξε αθώα την κατηγορουμένη της αποδιδόμενης σε αυτήν πράξεως και δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη κατήρτισε την ένδικη διαθήκη με το προπαρατεθέν περιεχόμενο και έθεσε σ' αυτήν κατ' απομίμηση την υπογραφή της θανούσας Α.

Τ. χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση της, η χρήση δε που έκανε στην διαθήκη αυτή, δια της δημοσιεύσεώς της, έγινε με πλήρη πεποίθηση ότι αποτελεί γνήσια διαθήκη της άνω θανούσας, χωρίς, ωστόσο, στην εν λόγω απόφαση, να υπάρχει σαφής κρίση περί της γνησιότητας ή μη της επίμαχης διαθήκης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω διαθήκη δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι της αποβιώσασας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 14-12-1998 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας στις 17-2-1999 Α. χήρας Α. Τ., ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και όλα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Με την εκτεθείσα κρίση του το εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια γιατί περιέχει σαφή, πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το ζήτημα της πλαστογραφίας της ιδιόγραφης διαθήκης και ως εκ περισσού μνημονεύει ότι στην απόφαση του 3610/2005 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δεν υπάρχει σαφής κρίση επί της γνησιότητας ή μη της επίμαχης διαθήκης χωρίς αυτό να δημιουργεί αντίφαση γιατί κρίσιμο ζήτημα είναι η πλαστογραφία της διαθήκης(και όχι αν η πλαστογραφία τελέσθηκε από την εναγομένη ή εγνώριζε την πλαστότητά της και έκανε χρήση αυτής)και συνεπώς η απαλλαγή της για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση δεν είναι αντιφατική ως προς την κρίση της περί πλαστογραφίας της διαθήκης και εντεύθεν εξαιτίας αυτού ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης, αντίθετα περιέχει παραδοχή ότι η ανωτέρω διαθήκη δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι της αποβιώσασας. Κατ ακολουθίαν αυτών, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 5377/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ