Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding admissibility of withdrawn notarial admission as evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision in a property ownership dispute. The appellant argued that the lower court erred by accepting a withdrawn notarial admission as valid evidence, claiming it should have been disregarded upon withdrawal. The court ruled that the admission was substantiated by other evidence, including witness testimony and documents, and thus the lower court's reliance on it did not constitute an appealable error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 269 and 527 of the Code of Civil Procedure; Article 354 of the Code of Civil Procedure: A withdrawn notarial admission loses its evidentiary force and reverses the burden of proof, but if the withdrawing party fails to prove the withdrawal's validity or if the admission is supported by corroborating evidence, the lower court's acceptance does not constitute an appealable error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 644 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 644/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Α. Τ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Απόστολου Κοτζιά-Σοφαντζή
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χριστόφορο Καλογήρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από15-3-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/1996 του ιδίου Δικαστηρίου και 231/1998 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 30-1-2001 αίτησή της και τους από 10-12-2015 πρόσθετους λόγους επ’ αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη, Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, προσβάλλεται η 231/1998 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 236/1996 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την οποία και εξαφάνισε, στη συνέχεια δε απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία του ακινήτου, που περιέγραφε και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της το αποδώσει. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1, 569). Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΚ 1051).
Άσκηση νομής προκειμένου για ακίνητο συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ’ αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή, μόνον το ό,τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το .../1970 συμβόλαιο του συμβ/φου Ρόδου Σακ. Μαϊλη, νομίμως μεταγραφέν, ο Σ.
Κ. μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω δωρεάς στην ενάγουσα εγγονή του μία παλαιά οικία (ερειπωμένη κατά το συμβόλαιο) με το οικόπεδο της στα ... Δωδεκάνησου, συνολικής εκτάσεως 80 τ.μ., που συνορεύει, κατά την αναλυτική περιγραφή που περιέχεται στο συμβόλαιο αυτό "ανατολικώς επί πλευράς μέτρων 6 με οικίαν Ε. Χ.
και νυν ιδιοκτησίας I. Χ. ( σύμφωνα με όλα τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα σχεδιαγράμματα ανατολικά βρίσκεται οδός ) συγκλίνουσαν προς βορράν εφ’ ης πλευράς έχει χώρον πλάτους 2 μέτρων, δυτικώς εφ’ ομοίως πλευράς με οδόν εφ’ ης πλευράς έχει χώρον πλάτους μέτρου ενός ( 1 ) περίπου, βορείως επί πλευράς μέτρων 10 με οδόν και νοτίως με οδόν και πέραν με οικίαν Π. - Τ.
και εφ’ ομοίας πλευράς, εφ’ ης έχει προαύλιον εμβαδού μέτρων τετραγωνικών είκοσι (20)". Παρά το γεγονός ότι το ακίνητο της ενάγουσας περιβάλλεται από όλες τις πλευρές του από δημοτικές οδούς, από τις οποίες νοτίως, του ακινήτου της ενάγουσας έχει πλάτος μόλις 1 μέτρου περίπου (ρύμη, κατά την τοπική διάλεκτο), λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους του ως άνω ακινήτου της ενάγουσας που είναι επικλινές προς το νότο, η μοναδική είσοδος της οικίας της, μέρος της οποίας ο δικαιοπάροχος της (από της περιελεύσεώς της σ’ αυτόν από το 1922 λόγω άτυπης πωλήσεως εκ μέρους της Μ.
Ψ.) και η οικογένεια του το χρησιμοποιούσαν επί πολλά έτη ως κατάστημα γενικού εμπορίου, ευρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του ακινήτου της. Το επίδικο, εκτάσεως 41,75 τ.μ. (βλ. από Μάρτιος 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ. μηχανικού Β. Δ. συνταχθέν όπως σ’ αυτό βεβαιώνεται, ύστερα από υπόδειξη της ενάγουσας ως προς τα όρια του), ευρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του ως άνω ακινήτου της ενάγουσας και σχηματίζει γάμα (Γ) μ’ αυτό ως συνέχεια του προαυλίου και της νοτίως της οικίας της στενής οδού (ρύμης).
Τούτο (επίδικο) σύμφωνα με όλα τα σχεδιαγράμματα που συνετάγησαν κατ’ εντολή και για λογαριασμό της ενάγουσας και δη το από 24-6-1987 του πολ. μηχανικού Α. Α. συνορεύει ανατολικά με οδό, δυτικά με τοίχο - οικίας Π. (παππού του εναγομένου), βόρεια με την ως άνω "ρύμη", πέραν της οποίας η ιδιοκτησία της ενάγουσας, και νότια με δημοτική οδό.
Για την ευκολότερη πρόσβαση στην οικία αυτή, μέρος της οποίας εχρησιμοποιείτο, όπως προαναφέρθηκε, ως κατάστημα, του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και των μελών της οικογένειας του αλλά και των πελατών του καταστήματος από τον νότια αυτού (επιδίκου) δημοτικό δρόμο, ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας, χρησιμοποιώντας το μπροστά ( και νότια της οικίας) τμήμα της "ρύμης" ως πλατύσκαλο (συνέχεια του προαυλίου της οικίας), κατασκεύασε πέτρινη σκάλα αποτελούμενη από δύο σκαλιά στην αρχή, στην συνέχεια μικρό πλατύσκαλο και μετά (πηγαίνοντας πάντα προς το νότο) άλλα 4 -5 σκαλιά.
Η σκάλα αυτή ακουμπούσε στον τοίχο της προς δυσμάς οικίας Π. και έφθανε μέχρι το μέσον περίπου του επιδίκου τμήματος, το οποίο οδηγούσε τελικά στον νοτίως αυτού δημοτικό δρόμο. (Β) Το επίδικο, όμως, δεν περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο της ενάγουσας, όπως αποδεικνύεται κυρίως από την σύγκριση των στοιχείων που η ίδια η ενάγουσα προσκομίζει και τους ισχυρισμούς της.
Ειδικότερα (1) Στην αγωγή της η ενάγουσα αναφέρει ότι το μεταβιβασθέν σ’ αυτήν ακίνητο της με το .../1970 συμβόλαιο έχει συνολική έκταση 234,42 τ.μ., ενώ στον ίδιο τον τίτλο της αναφέρεται ότι έχει εμβαδό 80 τ.μ., από το οποίο το προαύλιο της ( το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της είναι το επίδικο ) καταλαμβάνει 20 τ.μ. ( 2 ) Στο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το μεταβιβασθέν συνορεύει νοτίως επί πλευράς 10 μ., επί της οποίας έχει προαύλιο 20 τ.μ., με οικία Π..
Η οικία, όμως, Π. και το δυτικά αυτής (και σε ευθεία γραμμή ) κείμενο επίδικο βρίσκετε νοτίως της στενής οδού (ρύμης), η οποία (πλάτους 1 μ. περίπου) διέρχεται μπροστά από το ακίνητο της ενάγουσας και νότια αυτού, το επίδικο δηλ. κείται νοτίως, άρα και εκτός, του μεταβιβασθέντος. Ούτε, βέβαια, μπορεί να υποστηριχθεί ότι με την ένδειξη "νοτίως με οδόν και πέραν με οικίαν Π." νοείται η νοτίως του ακινήτου Π.
πράγματι κειμένη ευρύτερα δημοτική οδός, στην οποία καταλήγει ως δίοδος το επίδικο, αφού τότε θα έπρεπε να αναγράφεται "νοτίως με οικίαν Π. και πέραν αυτής με οδόν" και όχι αντίστροφα. Άλλωστε, εάν το επίδικο, το οποίο κατά τα προαναφερθέντα σχηματίζει Γ με την ιδιοκτησία της ενάγουσας και της νοτίως αυτής ιδιοκτησίας Π., περιλαμβανόταν στον τίτλο της, αναγκαίως ως δυτικό όριο της ιδιοκτησίας της θα έπρεπε ν’ αναφέρεται η ιδιοκτησία Π., αφού τούτο (επίδικο) εφάπτεται σ’ αυτήν προς το σημείο τούτο.
Περαιτέρω, εάν το επίδικο αποτελούσε τμήμα του μεταβιβασθέντος στην ενάγουσα ακινήτου, με το νοτιοανατολικό άκρο του οποίου σχηματίζει Γ, το συνολικό μήκος του ανατολικού ορίου του ακινήτου της ενάγουσας έπρεπε να είναι 19,05 μ., δηλ. 9,9 μ. το μήκος του ανατολικού ορίου του αναμφισβητήτως μεταβιβασθέντος σ’ αυτήν, όπως εικονίζεται στα σχεδιαγράμματα που είναι συνημμένα σε άλλα δικόγραφα της, πλέον 9,05 μ.
το μήκος του ανατολικού ορίου του επιδίκου. Σ αυτά, όμως, το μήκος του συνολικού ορίου του ακινήτου της ανέρχεται σε 9,9 μ. και το επίδικο απεικονίζεται σαφώς εκτός των ορίων της ιδιοκτησίας της (3) Ειδικότερα ως προς το ιδιαίτερα κρίσιμο αυτό σημείο η ενάγουσα αναφερομένη συγκεκριμένα στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Α.
Α., συνταχθέν κατ’ εντολή της, στο οποίο της ιδιοκτησίας της ισχυρίζεται ότι από "ατυχία" αυτό συνετάγη ανακριβώς, διότι ήταν πρόχειρο σκαρίφημα για την ανάγκη αποτυπώσεως των οικοδομικών εργασιών προς έκδοση της ...1984 οικοδομικής αδείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το σχεδιάγραμμα αυτό συνετάγη την 24-6-1987, δηλ.
μετά την έκδοση της αδείας στην οποία αφορούσε και της οποίας αναγκαίος έπρεπε να προηγηθεί, ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται ούτε από τον συντάξαντα πολ. μηχανικό, ο οποίος στην .../1996 ένορκη βεβαίωση του αναφέρει μεν ότι λόγω του σκοπού της συντάξεως του σχεδιαγράμματος "δεν ενδιέφεραν απόλυτα τα ακριβή όρια και δεν αποτυπώθηκε η υπόλοιπη έκταση της ιδιοκτησίας" της ενάγουσας, αποφεύγει όμως να καθορίσει τα ακριβή όρια και την, μη περιληφθείσα σ’ αυτόν και τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, υπόλοιπη έκταση της ιδιοκτησίας της.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχθέν ότι η ενάγουσα απέκτησε παραγώγως με το ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο την κυριότητα του επιδίκου, αναγκαίως δε, ύστερα από την ρητή άρνηση του εναγομένου, ότι ο δικαιοπάροχος της είχε καταστεί κύριος αυτού (ως συμπεριλαμβανομένου στην υπόλοιπη ιδιοκτησία της) με έκτακτη χρησικτησία έσφαλε.
Ως προς την επικαλούμενη) τακτική χρησικτησία δεν υφίσταται, όπως προαναφέρθηκε απαιτούμενος κατ αρθ. 1041 ΑΚ νόμιμος τίτλος (ούτε, βέβαια, νομιζόμενος άρθρο 1043), αφού το επίδικο δεν περιλαμβάνεται, όπως αποδείχθηκε, στο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο (2) Πέραν τούτου και κυρίως ως προς την άλλη επικουρική βάση της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αποδεικνύεται μεν και είναι αναμφισβήτητο ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας ( και η πολυμελής οικογένεια του ) χρησιμοποιούσε ήδη προ του Β’ Παγκ.
Πολέμου το επίδικο, επί του οποίου κατασκεύασε, όπως προαναφέρθηκε, λόγω του επικλινούς του εδάφους σκαλοπάτια, ως πρόσβαση από την οικία του προς την νοτίως του επιδίκου δημοτική οδό και αντιστρόφως, μετά δε την μεταβίβαση της βορείως του επιδίκου οικίας (με το οικόπεδο της) στην ενάγουσα με το ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο το 1970 μέχρι της καταλήψεως του το 1993 από τον εναγόμενο (ο οποίος το αγόρασε με το .../1983 συμβόλαιο της συμβ/φου Ρόδου Μ.
Γ. Π. από την Φ. Α., στην οποία το είχε δωρίσει ατύπως την 23-6-1946 ο αδερφός της, η ενάγουσα ασκούσε στο επίδικο τις ίδιες διακατοχικές πράξεις κατά την διάρκεια των κατ’ έτος θερινών διακοπών της στην …, πλην όμως οι πράξεις αυτές της ενάγουσας και του δικαιοπαρόχου της δεν εγίνοντο με διάνοια κυρίων αλλά με διάνοια δικαιούχων δουλείας διόδου.
Συγκεκριμένα: Σε σειρά δικογράφων της στρεφομένων κατά του εναγομένου και αφορώντων των επιδίκων το επίδικο η ενάγουσα ρητώς αναφέρει ότι επ’ αυτού ο δικαιοπάροχος της και αυτή είχαν οιονεί νομή δουλείας διαβάσεως, χρησιμοποιώντας το για την προσπέλασή τους προς την κύρια είσοδό τους στην οικία τους από τον νοτίως του επιδίκου δημοτικό δρόμο και ότι ο εναγόμενος καταλαβών αυτό σκόπευε να της απαγορεύσει την χρήση και την διέλευση της δι’ αυτού, ειδικότερα δε τούτο αναφέρει (α) στην με αριθ.
εκθ, ...1993 αίτηση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία του δικαιώματος αυτού, απορριφθείσα με την 24/1994 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου (β) στην ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά της ως άνω αποφάσεως από το δικόγραφο της οποίας, όμως, σημειωτέον παραιτήθηκε (με αριθ. 45/1994 πρακτικά συνεδριάσεως) (γ) στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και με αριθ.
εκθ. κατ. ...1994 αγωγή της "περί ομολογήσεως δουλείας", όπως χαρακτηριστικώς την ονομάζει παραιτηθείσα στην συνέχεια και απ’ αυτήν και (δ) στην συναπτόμενη προς την ως άνω αγωγή με αριθ. εκθ. κατ. 108/1994 αίτηση προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως. Και ναι μεν με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της η ενάγουσα ανεκάλεσε τις ρητές και σαφείς αυτές εξώδικες ομολογίες της περί ελλείψεως κυριότητας της στο επίδικο δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα (αρ. 354 Κ.Πολ.Δ.), όπως ανακριβώς ισχυρίσθηκε αυτή και εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και οφείλονταν σε λανθασμένους χειρισμούς του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου της, αφού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δυσχερώς δύναται να νοηθεί επανειλημμένη διάπραξη του αυτού λάθους σε βασικά σημεία της υποθέσεως, από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε αντίθετα ότι αυτές ήσαν σύμφωνες με την πραγματικότητα.
Ειδικότερα, στα σχεδιαγράμματα που συνοδεύουν τα ως άνω δικόγραφα κυρίως όμως στο από 24-6-1987 του Α. Α. το επίδικο απεικονίζεται σαφώς εντός των ορίων του ακινήτου της ενάγουσας, πράγμα που θα ήταν ανεξήγητο, εάν η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοι της νέμονταν με διάνοια κυρίων το επίδικο έχοντας έτσι αποκτήσει την επ’ αυτού κυριότητα, με έκτακτη χρησικτησία.
Πέραν όμως και ανεξάρτητα απ’ αυτό, ο ίδιος ο σύζυγος της ενάγουσας καταθέτοντας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου κατά την συζήτηση της ως άνω αιτήσεως της περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία της (εσφαλμένως, κατά την ενάγουσα, χαρακτηρισθείσας) οιονεί νομής δουλείας όχι μόνον δεν υποστήριξε ότι το επίδικο ανήκει στην ενάγουσα (και τότε αιτούσα) σύζυγο του αλλά παραδέχθηκε ως ιδιοκτήτης αυτού τον εναγόμενο ειπών χαρακτηριστικά "εμείς την ιδιοκτησία του Κ. (εναγομένου) την χρησιμοποιούσαμε σαν προσπέλαση για να μπαίνουμε στο σπίτι μας, τουλάχιστον τον χώρο που είναι τα σκαλιά".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί ως κατ’ ουσία βάσιμη την ένδικη, διεκδικητική της κυριότητας, αγωγή, ως προς την κυρία βάση αυτής, που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα της κυριότητας του επιδίκου, εξαφάνισε την απόφαση και δικάζοντας τις επικουρικές αγωγικές βάσεις, από την τακτική και έκτακτη χρησικτησία, απέρριψε και αυτές κατ’ ουσία.
Έτσι που έκρινε, σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής, που στήριζε την κτήση της κυριότητας της αναιρεσείουσας στην έκτακτη χρησικτησία, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, αφού, υπό τα προαναφερόμενα και γενόμενα δεκτά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δεχόμενο, ειδικότερα, ως προς την αγωγική αυτή αξίωση ότι η αναιρεσείουσα και ο δικαιοπάροχος της ασκούσαν διακατοχικές πράξεις στο επίδικο όχι όμως με διάνοια κυρίου, αλλά δικαιούχου δουλείας διέλευσης και επομένως δεν κατέστησαν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία.
Ακόμη δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της που αναπτύσσεται παραπάνω, διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία από την αναιρεσείουσα.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και ο συναφής πρόσθετος λόγος κατά το οικείο μέρος του, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αξιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς στήριξη των απόψεών της ότι νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο ο δικαιοπάροχος της και η ίδια.
Επειδή από το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι είναι απαράδεκτοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττονται κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης, που είναι διάφορα και δε συνέχονται αναγκαίως με κανένα από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια. Επομένως, εφ’ όσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν προσβλήθηκε με την αναίρεση το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ’ ουσία η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, που στήριζε την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσείουσα με τακτική χρησικτησία, αλλά προσβλήθηκε μόνο η δεύτερη επικουρική βάση αυτής, που στήριζε την κτήση της κυριότητας από την ίδια με έκτακτη χρησικτησία, ο πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά τα πρώτο μέρος αυτού, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά το παραπάνω κεφάλαιό της (πρώτη επικουρική βάση της αγωγής), το οποίο όμως δεν ταυτίζεται ούτε συνέχεται αναγκαίως με την δεύτερη επικουρική βάση είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 354 ΚΠολΔικ, όποιος ομολόγησε, μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει, ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η δικαστική και η εξώδικη ομολογία μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, μη υποκειμένη σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, ούτε από την ως άνω διάταξη του άρθρου 354, αλλά ούτε και εκ των διατάξεων των άρθρων 269, 527 του ΚΠολΔ, διότι η ανάκληση της ομολογίας δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού με την έννοια των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔικ, ώστε να υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς των άρθρων αυτών.
Μετά την ανάκληση της ομολογίας, δηλαδή την απόδειξη ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σ` αυτή και, κατ` ακολουθία, να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχόμενης ανατροπής των δικονομικών συνεπειών της. Εξάλλου, η ανάκληση της δικαστικής ομολογίας επιφέρει την αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού ο ανακαλέσας είναι πλέον υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 354 ΚΠολΔικ, να αποδείξει ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Η απόδειξη αυτή γίνεται με βάση μόνο τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ενόψει της υποχρέωσης του ανακαλούντος προς προαπόδειξη. Περαιτέρω η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου, μεταξύ των οποίων και η εξώδικη ομολογία που ανακλήθηκε, ως μη ανταποκρινόμενη προς την αλήθεια (ΚΠολΔικ 354), ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, όπως σε προηγούμενη σκέψη αναφέρεται, σε σχέση με την εξώδικη ομολογία της αναιρεσείουσας, που περιεχόταν στα προαναφερόμενα δικόγραφα άλλης συναφούς δίκης αυτής και του αναιρεσιβλήτου, αφορούσε δε στην χρήση του επίδικου ακινήτου με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου και την ανάκληση αυτής, που έγινε με τις έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τις προτάσεις της στο Εφετείο, ότι αποδείχθηκε ότι αυτή ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Τούτο, γιατί αποδεικνυόταν από τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, και κυρίως από τα αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρα-συζύγου της αναιρεσείουσας , ότι πράγματι το επίδικο το χρησιμοποιούσε η τελευταία και ο δικαιοπάροχός της με σκοπό την πρόσβαση στην οικία της.
Περιεχόμενο δε της εξώδικης ομολογίας δεν αποτέλεσαν έννομες σχέσεις και δη αυτές της κυριότητας ή της δουλείας διόδου, παρά μόνον τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούσαν το ιστορικό αυτών των αγωγών και αναφέρονται στην επικοινωνία της οικίας τους με τη δημοτική οδό. Επομένως δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ο πρόσθετος λόγος, κατά το τρίτο μέρος, με τον οποίο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-1-2001 αίτηση και το από 10-12-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 231/1998 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ