Legislator Case Law & Legislation
644/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding failure to consider evidence and invalid contracts in property dispute.

Case Number 644/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court failed to consider specific evidence and relied on invalid contracts, but the court found the lower court had properly evaluated all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the lower court's reasoning was sufficient and the evidence was legally admissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(a) and (c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's failure to consider specific evidence is not a ground for cassation if the lower court has duly examined and weighed all submitted documents in its decision.

Keywords

AI generated
cassation appeal failure to consider evidence invalid contracts property dispute appellate review legal admissibility cassation grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items g and h of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 item c of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 item a of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 644 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 644/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. χήρας Π. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε, 2)Κ. Κ. του Π., 3)Δ. Κ. του Π., και 4) Μ. συζ. Ν. Κ., το γένος Π. Κ., κατοίκων ... Η 1η δεν παραστάθηκε διότι, όπως προκύπτει από τις από 21/10/2014 προτάσεις, απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς. Η 2η παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κυριάκο Παραβάντη και Θεόδωρο Σπαγαδώρο και οι 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους. Tων αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζ. Ε. Φ., το γένος Α. Α., 2) Δ. συζ. Π. Β., το γένος Α. Α., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 1-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15601/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 2188/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-11-2012 αίτησή τους και τους από 21-9-2014 πρόσθετους λόγους επ’ αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9-12-2014 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνέπεια της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή ότι είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και 7α διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγονται για συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσειόντων η από 13/11/2002 αίτηση και οι από 21/9/2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής για αναίρεση της 2188/1992 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που ασκήθηκαν από τους Λ.

χήρα Π. Κ., Κ. Κ., Δ. Κ. και Μ. Κ., η πρώτη των οποίων (Λ. Κ.) απεβίωσε στην 1/10/2005 (μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης) και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, οι οποίοι και συνεχίζουν τη δίκη, αφενός ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, καθολικοί διάδοχοι της πρώτης και αφετέρου ατομικά για τους εαυτούς τους.

Η συζήτηση της υπόθεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 17/12/2014, κατά την οποία αυτή αναβλήθηκε από το πινάκιο (λόγω της αποχής των δικηγόρων) για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1/4/2015). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι Σ.

Φ. και Δ. Β.. Ωστόσο, όπως, προκύπτει από τις ...Γ’ 29.9.2014, ...Γ/14.10.2014, ...Γ/27.1.2015, ...Γ/29.9.2014, ...Γ/15.10.2014 και ...27.1.2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Τ. που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες ακριβή αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης με τις αντίστοιχες πράξεις ορισμού δικασίμου και κλήσεις για συζήτηση της υπόθεσης στην αρχική δικάσιμο, καθώς και της βεβαίωσης αναβολής της συζήτησης της επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους.

Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των τελευταίων, αφού συνεκδικασθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984, 994, 1113 και 1884 Α.Κ. συνάγεται ότι ο κοινωνός (εξ αδιαιρέτου συγκύριος), αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών (εξ αδιαιρέτου συγκυρίων) και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους κοινωνούς (εξ αδιαιρέτου συγκυρίους) ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικά στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, ως κύριος, και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτή η προθεσμία της εν λόγω αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής (βλ.

σχ. Α.Π. 117/2000, Α.Π.32/2000, Α.11. 1833/1999). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος "..." Νομού Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 2535/1953 (ΦΕΚ Α/225 της 27-8-1953), παραχωρήθηκε στον Δ.

Α., παππού των εφεσίβλητων και πατέρα της πρώτης και παππού των λοιπών εκκαλούντων, αντίστοιχα, επαγγελματικός κλήρος, αποτελούμενος από α) το επίδικο ακίνητο, ήτοι αγρό, εμβαδού 2.355 τ.μ., Α’ κατηγορίας, με αριθμό κληροτεμαχίου ..., που βρίσκεται στην επικοισθείσα περιοχή του αγροκτήματος ... και συνορεύει Βόρεια με το ...

αγροτεμάχιο, νότια με σιδηροδρομική γραμμή, δυτικά με τα υπ’ αριθμ. ... και ... αγροτεμάχια και ανατολικά με τα υπ’ αριθμ. ... και ... αγροτεμάχια και β) τον, υπ’ αριθμ. κληροτεμαχίου ..., αγρό, Β’ κατηγορίας, εμβαδού 1.600 τ.μ. που βρίσκεται στην ίδια περιοχή, ακολούθως δε εκδόθηκε υπέρ του κληρούχου αυτού ο υπ’ αριθμ. ...1963 τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) του Διοικητή της ΑΤΕ, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ο εν λόγω κληρούχος, που όσο ζούσε είχε στη νομή του τα πιο πάνω ακίνητα, πέθανε στις 13-6-1968 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα δύο τέκνα του, ήτοι το γιό του Α. Α., πατέρα και δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων και την πρώτη των εκκαλούντων θυγατέρα του Λ. συζ. Π. Κ., κατά ποσοστό 1/2 από τον καθένα. 0 εξ αυτών A. Α., αφού αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του με την υπ’ αριθμ. ...18-11-1976 δήλωση του ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Πέτρου Τρύπη, που μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι έγινε εξ αδιαιρέτου συγκύριος των παραπάνω κληρονομιαίων ακινήτων κατά το ανήκον σ’ αυτόν κληρονομικό μερίδιο (1/2), άσκησε κατά της συγκληρονόμου αδελφής του (πρώτης των εκκαλούντων) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 4-2-1977 αγωγή διανομής των κοινών τούτων ακινήτων.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής διανομής η τότε εναγομένη και τώρα πρώτη εκκαλούσα πρόβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα στο ήδη επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, επικαλούμενη ότι το έτος 1939 ο κληρούχος πατέρας της τής παραχώρησε, με άτυπη διανομή, το ακίνητο τούτο και ότι έκτοτε το νεμόταν αυτή με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας το και μετατρέποντας αυτό σε οπωρώνα.

Επί της αγωγής διανομής εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμ. 2428/1977 προδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί αποκλειστικής ιδίας αυτής κυριότητας και εν συνεχεία η υπ’ αριθμ. 2868/1979 οριστική απόφαση του ίδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή διανομής και διατάχθηκε η πώληση των παραπάνω δύο κοινών ακινήτων (κληροτεμαχίων) με πλειστηριασμό.

Η εκκαλούσα (τότε εναγομένη) άσκησε κατά της τελευταίας απόφασης έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 120/1982 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από την ως άνω 2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρέει, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη δικαιώματος συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου των διαδίκων της επί της αγωγής διανομής δίκης, το οποίο ισχύει υπέρ των εφεσίβλητων ειδικών διαδόχων του ενάγοντος στη δίκη διανομής Α.

Α. και κατά της πρώτης των εκκαλούντων, εναγομένης στην ίδια δίκη διανομής. Εξάλλου από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι μετά τον κατά το έτος 1968 θάνατο του αρχικού κληρούχου, καθένα από τα δύο τέκνα του είχε στην κατοχή του από ένα εκ των δύο κληρονομιαίων κληροτεμαχίων. Συγκεκριμένα η μεν πρώτη εκκαλούσα κατείχε το επίδικο, υπ’ αριθμ. ..., κληροτεμάχιο εμβαδού 2355 τ.μ., το οποίο καλλιεργούσε με κηπευτικά είδη και παράλληλα συνέλλεγε τους καρπούς των οπωροφόρων δέντρων που είχε φυτέψει εντός αυτού ο πατέρας της, ο δε αδελφός της και δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων Α.

Α. κατείχε και εκμεταλλευόταν το υπ’ αριθμ. ... κληροτεμάχιο, εμβαδού 1600 τ.μ. Καθένας από τους κληρονόμους τούτους το κοινό ακίνητο που είχε στην κατοχή του το νεμόταν και το κατείχε για δικό του λογαριασμό και για λογαριασμό του άλλου κληρονόμου. Οι εν λόγω συγκληρονόμοι και εξ αδιαιρέτου συγκύριοι των κληροτεμαχίων αυτών μετά την έκδοση στη δίκη διανομής της προαναφερόμενης 120/1982 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν προέβησαν στην πώληση με πλειστηριασμό των κληροτεμαχίων, όπως είχε διατάξει η 2868/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά συνέχισαν να κατέχουν αυτά ξεχωριστά, όπως και προηγουμένως, δηλαδή η μεν πρώτη εκκαλούσα το επίδικο ακίνητο, ο δε δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων το υπ’ αριθμ. ...

κληροτεμάχιο. Καθένας από αυτούς νεμόταν το ακίνητο που είχε στην κατοχή του για δικό του λογαριασμό και για λογαριασμό του άλλου εξ αδιαιρέτου συγκυρίου, το έτος 1987 ο A. Α., με το ...12-1-1987 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νίκου Δημοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στις εφεσίβλητες θυγατέρες του, λόγω σύστασης γονικής παροχής, κατ’ ισομοιρία και αδιαιρέτως, το ανήκον σ’ αυτόν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των ανωτέρω δύο κληροτεμαχίων και έτσι αυτές έγιναν συγκύριες του επιδίκου ακινήτου, η καθεμιά κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου.

Εν συνεχεία με το από 22-9-1988 (ΦΕΚ 126, τ.Δ/1989) Π.Δ/γμα "Έγκριση Πολεοδομικής μελέτης των Κοινοτήτων ... και Άνω ...", την υπ’ αριθμ. ΔΠ/ΤΤΑ/60945/8-7-1991 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία κυρώθηκε διορθωμένη η υπ’ αριθμ. 4 πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, και με την υπ’ αριθμ.

ΔΠ/ΠΕ/18890/ 1487/1995 απόφαση του ίδιου Νομάρχη, με την οποία τροποποιήθηκε η 4/9 της υπ’ αριθμ. 4 πράξης εφαρμογής, το επίδικο κληροτεμάχιο εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ... Θεσσαλονίκης και έλαβε αριθμό … του οικοδ. τετραγώνου Γ..., με έκταση οικοπέδου 1638,64 τ.μ. Μετά την ένταξη αυτή οι εκκαλούντες με την υπ’ αριθμ. ...4-12-1997 δήλωση τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Σταυρούλας Αναστασοπούλου-Καζά, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομιά του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Π.

Κ., που είχε πεθάνει χωρίς διαθήκη στις 30-12-1975, δήλωσαν ότι ο κληρονομούμενος απέκτησε το επίδικο κληροτεμάχιο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού το είχε στη νομή και κατοχή του από εικοσαετίας και πλέον μέχρι του θανάτου του και ειδικότερα από το έτος 1939 που του το είχε παραχωρήσει ατύπως ο αρχικός κληρούχος πεθερός του Δ.

Α.. Η δήλωση, όμως, αυτή, με την οποία οι εκκαλούντες αμφισβήτησαν το δικαίωμα συγκυριότητας των εφεσίβλητων και του δικαιοπαρόχου τους Α. Α., παρότι τούτο είχε αναγνωρισθεί τελεσιδίκως με τις προαναφερόμενες 2668/1979 και 120/1982 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλούντων Δ. Κ., αλλ’ ούτε και από άλλο αποδεικτικό μέσο, αποδεικνύεται ότι ο αρχικός κληρούχος Δ. Α. είχε παραχωρήσει ατύπως κατά το έτος 1939 το επίδικο στο σύζυγο της κόρης του Π. Κ., τον οποίο κληρονόμησαν οι εκκαλούντες, ότι ο τελευταίος είχε τούτο στη νομή του από το 1939 μέχρι το έτος 1975 που πέθανε και ότι έκτοτε οι εκκαλούντες κληρονόμοι του το νέμονταν από κοινού με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής τους (8-2-1999).

Όπως προαναφέρθηκε από τις 13-6-1968 που πέθανε ο αρχικός κληρούχος και μέχρι τις 4-12-1997 που οι εκκαλούντες προέβησαν στην παραπάνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς (...1997) το επίδικο κληροτεμάχιο κατείχε μόνη της η πρώτη εκκαλούσα Λ. Κ…, αφενός για δικό της λογαριασμό και αφετέρου για λογαριασμό του συγκυρίου αδελφού της και δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων Α.

Α.. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κρίνει ότι ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων είχε δικαίωμα συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, το οποίο άλλωστε αναγνωρίσθηκε τελεσιδίκως έναντι της πρώτης των εκκαλούντων, με την υπ’ αριθμ. 2868/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και επομένως οι εφεσίβλητες απέκτησαν με το υπ’ αριθμ. ...1987 συμβόλαιο γονικής παροχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, τη συγκυριότητα του επιδίκου κατά το ιδανικό τούτο μερίδιο (2/4) και η καθεμιά κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και β) ότι οι εκκαλούντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά τα ανήκοντα στις εφεσίβλητες ποσοστά συγκυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, αφού 1) η πρώτη εκκαλούσα για μεν το χρονικό διάστημα από το έτος 1975 μέχρι το έτος 1982 δεσμεύεται από το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την 2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο αποκλείει την προβολή από αυτήν του ισχυρισμού περί αποκτήσεως αποκλειστικής κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, για δε το από του έτους 1982 μέχρι την έγερση της αγωγής χρονικό διάστημα δεν είχε αποκτήσει τη νομή του επιδίκου ακινήτου κατά το ιδανικό μερίδιο του συγκυρίου αδελφού της και εν συνεχεία των εφεσίβλητων διαδόχων, του αφού ουδέποτε μέχρι το έτος 1997 κατέστησε σ’ αυτούς γνωστό ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών χρησικτησία και 2) Οι λοιποί εκκαλούντες, (τέκνα της πρώτης), δεν αποδείχθηκε ότι είχαν το επίδικο στη διανοία κυρίου νομή τους κατά το επικαλούμενο δια της αγωγής χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 1975 μέχρι την έγερση της αγωγής τους (8-2-1999).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε την αγωγή των εφεσίβλητων και απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή των εκκαλούντων, κρίνοντας ότι οι εφεσίβλητες έγιναν συγκύριες του επιδίκου ακινήτου, η καθεμιά κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, με τον επικαλούμενο δια της αγωγής τους παράγωγο τρόπο (16907/1987 συμβόλαιο σύστασης γονικής παροχής), ότι ο προβαλλόμενος από την πρώτη εκκαλούσα ισχυρισμός περί αποκτήσεως ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την 2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ότι η επικαλούμενη από τους λοιπούς εκκαλούντες, για τη θεμελίωση της αγωγής τους, έκτακτη χρησικτησία που άρχισε το έτος 1975, διακόπηκε με την έγερση από δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων της προαναφερομένης από 4-2-1977 αγωγής διανομής, μετά δε το έτος 1982 που αυτή επανήρχισε δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος για την έκτακτη χρησικτησία χρόνος των είκοσι ετών.

Η αιτιολογία αυτή της εκκαλουμένης κατά το μέρος που αφορά τις εφεσίβλητες και την πρώτη εκκαλούσα είναι ορθή, ενώ κατά το μέρος που αφορά τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των εκκαλούντων είναι εσφαλμένη, διότι, όπως προειπώθηκε, οι εν λόγω εκκαλούντες ουδέποτε από το έτος 1975 και μέχρι την άσκηση της αγωγής τους (8-2-1999) είχαν το επίδικο ακίνητο στη διάνοια κυρίου νομή τους και έτσι δεν τίθεται ζήτημα διακοπής της χρησικτησίας τους, αφού τούτο το καλλιεργούσε κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα μόνο η πρώτη εκκαλούσα μητέρα τους, η οποία το νεμόταν και το κατείχε αφενός για τον εαυτό της και αφετέρου για λογαριασμό του συγκυρίου αδελφού της Α.

Α. και εν συνεχεία από το έτος 1937 για λογαριασμό των εφεσίβλητων διαδόχων του".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε δικαίωμα συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό !4 εξ αδιαιρέτου, το οποίο είχε αναγνωρισθεί και τελεσιδίκως έναντι της πρώτης αναιρεσείουσας Λ. Κ… με την 2868/79 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ότι, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, δυνάμει του ...

συμβολαίου γονικής παροχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ αντίθετα οι αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού (επιδίκου) με έκτακτη χρησικτησία, και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των τελευταίων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση, και είχε κάνει δεκτή ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη την 44424/16.12.1999 αγωγή κατά το αίτημα της για αναγνώριση της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, ενώ είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την συνεκδικασθείσα 4828/8.2.1999 αναγνωριστική αγωγή αποκλειστικής κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της, διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, στο επίδικο ακίνητο και της μη απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας των αναιρεσειόντων σε αυτό.

Επομένως, ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις για ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με:

α) τη γνωστοποίηση στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1977 της βούλησης του συζύγου της πρώτης αναιρεσείουσας Π. Κ. να νέμεται και να κατέχει με διάνοια κυρίου το πιο πάνω ακίνητο, ως προικώο, από το έτος 1939 αποκλειστικά για τους αναιρεσείοντες, από δε το έτος 1975 οι τελευταίοι, ως κληρονόμοι του Π.

Κ., αποκλειστικά για λογαριασμό τους, β) την παραίτηση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Α. Α., κατά την άνοιξη του έτους 1982, από το δεδικασμένο της 2868/79 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και γ) την έλλειψη διαμαρτυρίας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων για την ασκούμενη από τους αναιρεσείοντες νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου κατά το διάστημα των ετών 1977-1999, καθώς και την μη αμφισβήτηση (εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων) του δημιουργηθέντος από την 51/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) προσωρινού δεδικασμένου υπέρ των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι πιο πάνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Για την ύπαρξη εθίμου που αναγνωρίζεται ως κανόνας δικαίου κατά το άρθρο 1 του ΑΚ και η παραβίαση του ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.1β’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης απαιτούνται, ως στοιχεία δημιουργίας του, μακρά και ομοιόμορφη άσκηση, καθώς και κοινή συνείδηση είτε των πολιτών ολόκληρου του κράτους είτε τμήματος αυτού είτε εκείνων των προσώπων που ανήκουν σε μία τάξη ή επάγγελμα, για την αναγκαιότητα του εφαρμοζόμενου ως κανόνα δικαίου (ΑΠ 1045/2008 ΕλλΔνη 51.1657).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1β’ ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν δέχθηκε την ύπαρξη του τότε ισχύοντος στην ελληνική επικράτεια εθίμου της άτυπης σύστασης προίκας υπέρ του συζύγου της θυγατέρας από τον πατέρα της, ενόψει τέλεσης του γάμου της με βάση το οποίο παραχωρήθηκε άτυπα η αποκλειστική νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου από τον πατέρα της πρώτης αναιρεσείουσας στο σύζυγο της Π.

Κ., κατά το έτος 1939, έκτοτε δε ο τελευταίος το κατέλαβε και το νεμόταν ως αποκλειστικός κύριος, μέχρι το θάνατο του το έτος 1975, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός διότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ασκηθείσας από 12/3/2001 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας σε βάρος τους πρωτόδικης απόφασης δεν προβλήθηκε, με λόγο έφεσης, η ύπαρξη του πιο πάνω εθίμου (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και αφετέρου διότι, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας-πραγματικών γεγονότων.

Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης (ΑΠ 481/2004).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αχθεί με αγωγή προς δικαστική διάγνωση μια έννομη σχέση, από την τελεσιδικία της επ’ αυτής απόφασης παράγεται δεδικασμένο και για κάθε ζήτημα που εξετάσθηκε παρεμπιπτόντως και αναγκαίως κρίθηκε για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, εφόσον το (πρωτοβάθμιο) δικαστήριο είχε υλική αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς, αν αυτή εισαγόταν ενώπιον του ως κύριο ζήτημα (Ολ ΑΠ 10/2002).

Από το σκοπό δε της καθ’ ύλην αναρμοδιότητας και τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ.2 και 47 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το προδικαστικό ζήτημα καλύπτεται από το δεδικασμένο ακόμη και όταν υπάγεται στην καθ’ ύλην (συνηθισμένη ή εξαιρετική) αρμοδιότητα ιεραρχικά κατώτερου δικαστηρίου. Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη προϋποθέτει ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς.

Έτσι, στη δίκη περί δικαστικής διανομής ακινήτου αποτελεί προδικαστικό ζήτημα η συγκυριότητα των διαδίκων επ’ αυτού, η δε απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που δέχεται τη σχετική αγωγή από την τελεσιδικία της παράγει δεδικασμένο ως προς τη συγκυριότητα και τα ιδανικά μερίδια όλων των κοινωνών, οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να τα αμφισβητήσουν σε μεταγενέστερη δίκη όπου άγεται προς κρίση αναγνωριστική αγωγή κυριότητας μεταξύ των ίδιων διαδίκων ή των (καθολικών ή ειδικών) διαδόχων τους για το ίδιο ακίνητο, καθόσον η αγωγή αυτή προσκρούει στην αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου που απορρέει από την απόφαση που διέταξε τη διανομή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το δικαίωμα συγκυριότητας των διαδίκων στο επίδικο ακίνητο, που απορρέει από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Α.

Α. (αδελφού της) επί της αγωγής διανομής που άσκησε ο τελευταίος κατ’ αυτής, ο οποίος μάλιστα ρητά και κατηγορηματικά παραιτήθηκε κατά το έτος 1982 από το πιο πάνω δεδικασμένο. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο δικών, δεδομένου ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είχε την ιδιότητα της εναγομένης (ατομικά) στη δίκη περί διανομής, ενώ στην παρούσα δίκη περί αναγνώρισης δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο συμμετέχει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στην καταληφθείσα ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος συζύγου της Π.

Κ., στην οποία (περιουσία) περιλαμβάνεται και το πιο πάνω ακίνητο, μετά την άτυπη παράδοση της νομής και κατοχής του οποίου από τον πατέρα της στο σύζυγο της Π. Κ., λόγω προίκας, κατά το έτος 1939, το νεμόταν και το κατείχε η ίδια, συνεχώς, στο όνομα του συζύγου της μέχρι το θάνατο του το έτος 1975 και, έκτοτε, κατά το αναλογούν κληρονομικό της μερίδιο μαζί με τους λοιπούς αναιρεσείοντες (τέκνα της) μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής της κατά των αναιρεσιβλήτων το έτος 1999.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι ο πατέρας της πρώτης αναιρεσείουσας είχε παραχωρήσει ατύπως το επίδικο ακίνητο, κατά το έτος 1939, στο σύζυγο της Π. Κ., που κληρονομήθηκε από τους αναιρεσείοντες, ούτε ότι ο τελευταίος το είχε στη νομή του κατά το διάστημα των ετών 1939-1975 και ότι οι πιο πάνω κληρονόμοι του το νέμονταν από κοινού με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1999, αλλά ότι το πιο πάνω ακίνητο το κατείχε μόνη της η πρώτη αναιρεσείουσα, από το έτος 1968 μέχρι το έτος 1997, αφενός για δικό της λογαριασμό και αφετέρου για λογαριασμό του συγκυρίου αδελφού της (δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων).

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με το δεδικασμένο, είναι διαφορετικά από εκείνα που στηρίζουν τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, κατά παράβαση του άρθρου 331 ΚΠολΔ, την ύπαρξη δεδικασμένου από την 2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς το προδικαστικό ζήτημα της ύπαρξης δικαιώματος συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο στην προηγηθείσα δίκη περί νομής μεταξύ της Λ.

Κ. (αρχικώς εναγομένης-μητέρας των αναιρεσειόντων, οι οποίοι τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μετά το θάνατο της την 1/10/2005) και του αδελφού της Α. Α. (αρχικώς ενάγοντα, πατέρα και δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων), που αποκλείει τη δυνατότητα προβολής ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής τους κυριότητας στο πιο πάνω ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία στην μεταγενέστερη δίκη επί των ένδικων αναγνωριστικών αγωγών κυριότητας , μολονότι το Εφετείο δεν βεβαιώνει στην απόφαση του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) που έκρινε για το εν λόγω προδικαστικό ζήτημα στη δίκη περί διανομής είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα να αποφανθεί περί τούτου.

Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού δεν πλήττει επιτυχώς την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ότι οι εκκαλούντες δεν απέκτησαν την αποκλειστική κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα άτυπη παραχώρηση του πιο πάνω ακινήτου κατά το έτος 1939, από τον αρχικό κληρούχο Δ.

Α. προς το σύζυγο της κόρης του Λ. (πρώτης εκκαλούσας) Π. Κ. ούτε ότι ο τελευταίος άσκησε έκτοτε και μέχρι το θάνατο του το έτος 1975 πράξεις νομής επ’ αυτού με διάνοια κυρίου ούτε, ότι στη συνέχεια άσκησαν τέτοιες πράξεις οι εκκαλούντες από κοινού, ως κληρονόμοι του Π. Κ., το διάστημα των ετών 1975-1999, αλλά ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του αρχικού κληρούχου το έτος 1968 και μέχρι το 1997 (που οι εκκαλούντες προέβησαν στη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Π.

Κ.) κατείχε το επίδικο μόνη της η πρώτη εκκαλούσα, αφενός για δικό της λογαριασμό και αφετέρου για λογαριασμό του συγκυρίου αδελφού της (δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων) Α. Α.. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο ίδιος πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το παρεμπίπτον ζήτημα της συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων Α.

Α. και της αδελφής του Λ. Κ. (πρώτης εκκαλούσας) στο επίδικο ακίνητο, το οποίο (ζήτημα) κρίθηκε στη δίκη περί διανομής με την 2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού προηγουμένως ερεύνησε και την ύπαρξη καθ’ ύλην αρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την εκδίκαση του προαναφερθέντος ζητήματος, εάν αυτό εισαγόταν αυτοτελώς ενώπιον του ως κύριο ζήτημα, έστω και αν δεν έγινε ειδική μνεία περί τούτου στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι, με βάση την αναφερόμενη στην από 4/2/1977 αγωγή διανομής αξία του ενός από τα δύο επίκοινα ακινήτου (επίδικου), η οποία ανερχόταν στο ποσό των 55000 δρχ, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανελέγκτως αποφάνθηκε για το παρεμπίπτον ζήτημα της συγκυριότητας των τότε διαδίκων επ’ αυτού, ακόμη και στην περίπτωση που η εκδίκαση του υπαγόταν (λόγω ποσού) στην καθ ‘ ύλην αρμοδιότητα ιεραρχικώς κατώτερου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 62/1990,ΑΠ 798/2010).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά, αναφορικά με την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες προς απόκρουση της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας των αναιρεσιβλήτων: "Οι εκκαλούντες πρόβαλαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησής του ενδίκου δικαιώματος των εφεσίβλητων, επικαλούμενοι ότι οι εφεσίβλητοι άρχισαν να προβάλλουν δικαιώματα στο επίδικο μετά την ένταξη του στο ρυμοτομικό σχέδιο ... και την αύξηση της αξίας του, ότι και το ακίνητο που κατέχουν οι ίδιοι (εφεσίβλητοι) πρόκειται να ενταχθεί σύντομα στο σχέδιο του ίδιου οικισμού και θα αποκτήσει ίση αξία και ότι ο δικαιοπάροχος τους και πατέρας τους είχε δηλώσει προ ετών ότι δεν επιθυμεί τον πλειστηριασμό του επιδίκου ακινήτου, που είχε διαταχθεί με την 2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Τα περιστατικά αυτά, και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν καθιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εφεσίβλητων να ζητήσουν την αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητάς τους, καταχρηστική".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρόβαλαν παραδεκτά οι αναιρεσείοντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε το σχετικό τέταρτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού με τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα, αναφορικά με το δικαίωμα συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπαρόχου τους στο επίδικο ακίνητο. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του ύστερα από την εκτίμηση των αναφερόμενων σε αυτή αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, ανώμοτη εξέταση διαδίκων, ένορκη βεβαίωση και έγγραφα). Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 11 περ.γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002).

Αντίθετα, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη όλα τα κατ’ είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ιδίως δε από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη λήψη υπόψη όλων ή συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων.

Περαιτέρω, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης της λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει (άρθρο 559 αρ. 11 περ.α’ ΚΠολΔ) πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο: α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και γ) ο λόγος για τον οποίο αυτό ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο, καθώς και ότι το σχετικό απαράδεκτο είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ’ ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες για την απόδειξη των ισχυρισμών τους: α) ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων παραιτήθηκε από το απορρέον υπέρ αυτού δεδικασμένο της 120/1982 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και β) ότι αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου ήταν ο σύζυγος της πρώτης αναιρεσείουσας και πατέρας των λοιπών αναιρεσειόντων Π.

Κ.. Ειδικότερα, δεν λήφθηκαν υπόψη: 1) η από 15/11/2001 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, 2) η κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, που περιέχεται στα με αριθμό 51/1999 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, 3) τα πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου του Δήμου ..., 4) τα δημόσια έγγραφα της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, από τα οποία προκύπτει η οίκοθεν εγγραφή του επίδικου ακινήτου, κατ’ ιδιοκτησία, στο όνομα του Π.

Κ. από τις αρμόδιες υπηρεσίες της πρώην Κοινότητας ... και ήδη δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου .... Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και, συγκεκριμένα, από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, την ειδική αναφορά στην ...15.11.2001 ένορκη βεβαίωση, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα, καθώς και την ένορκη βεβαίωση.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς το σκέλος της μη λήψης υπόψη των υπ’ αριθ. 3 και 4 αποδεικτικών μέσων, αναφορικά με τον υπό στοιχείο β’ ισχυρισμό των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, ως προς το σκέλος της μη λήψης υπόψη των υπ’ αριθ. 1 και 2 αποδεικτικών μέσων, αναφορικά με τον υπό στοιχείο α’ ισχυρισμό των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό μη νόμιμο, ενόψει του ότι δεν προβλέπεται δικαίωμα παραίτησης του διαδίκου από το δεδικασμένο απόφασης, πριν ή μετά την έκδοση της.

Περαιτέρω, ο ίδιος (τέταρτος), κατά το τρίτο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο, κατ’ εκτίμηση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.α’ ΚΠολΔ, ότι έλαβε ανεπιτρέπτως υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους συμβόλαια αποδοχής κληρονομιάς και γονικής παροχής του δικαιοπαρόχου τους, τα οποία ήταν "νομικώς άκυρα και ανύπαρκτα" είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο για ποιο λόγο τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ήταν άκυρα και ανύπαρκτα, ποιος ήταν ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου αυτά λήφθηκαν υπόψη και αν οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας το σχετικό με τη λήψη υπόψη αυτών απαράδεκτο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13/11/2002 αίτηση και τους από 21/9/2014 πρόσθετους λόγους των Λ. Κ. κλπ. για αναίρεση της 2188/2002 απόφασης Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ