Legislator Case Law & Legislation
644/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees, ruling the lower court erred in applying the Code of Lawyers regarding fee calculation and scope.

Case Number 644/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding lawyer fees in a bankruptcy proceeding. The appellant argued the lower court erred in applying specific articles of the Code of Lawyers and failed to address key factual assumptions. The court found the appeal vague, noting the lower court correctly applied the Code to calculate fees based on the main claim's value and rejected the argument that security measures required separate billing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100, 102, 116, and 176 of the Code of Lawyers; The Supreme Court holds that lawyer fees for security measures requests are calculated analogously to main claims based on the claim's value, and the lower court's refusal to apply specific fee reduction articles does not constitute a ground for cassation if the statutory framework is correctly interpreted.

Keywords

AI generated
Code of Lawyers bankruptcy proceedings lawyer fees calculation security measures request cassation appeal legal professional fees applicable law interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 100 of the Code of Lawyers
Article 102 of the Code of Lawyers
Article 116 of the Code of Lawyers
Article 176 of the Code of Lawyers

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 12/1997
Supreme Court 11/1996
Supreme Court 1647/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 644 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 644/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία …που εδρεύει στο ... τελούσας υπό εκκαθάριση, νόμιμα εκπροσωπουμένης από την εκκαθαρίστρια Β. Δ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Πέτρου Παπαχαραλάμπους και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία …, που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου των απαιτήσεων του Δικηγόρου Δημητρίου Κουτσούκη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 341/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5245/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/5/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9/5/2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα " θεωρούνται σι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ' ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί ( Ολ.ΑΠ 3/1997).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρόβαλλε με τις προτάσεις που κατέθεσε (αφού στη δευτεροβάθμια δίκη δικάσθηκε ερήμην) τον αυτοτελή ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι σι αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες του δικηγόρου Δημητρίου Κουτσούκη περιλαμβάνονται στο από 15/6/2006 ιδιωτικό εργολαβικό συμφωνητικό, οπότε η αμοιβή της αντίδικης προσδιορίζεται σε ποσοστό 20% επί του ποσού των 30.650,49 ευρώ που της επιδικάσθηκε με την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου .

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος καθόσον τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν " πράγμα " κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου αυτού, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζει το αίτημα της αγωγής ‚ενστάσεως ή αντενστάσεως αλλά (αποτελεί ) αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338‚ 339‚ 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν. Αναγκαία προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αυτού είναι όπως ο αναιρεσείων να έχει προσκομίσει και επικαλεσθεί στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του δεν λήφθηκαν υπόψη .

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείσυσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ'του Κ.ΠολΔ. αιτιάται το Εφετείο στο οποίο δικάσθηκε ερήμην ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του, α) την προσκομισθείσα στον πρώτο βαθμό από 10/-9/2007 επιστολή με την οποία η αναιρεσίβλητη ομολογεί ότι η αναιρεσείουσα της οφείλει το ποσό των 5.606,91 ευρώ ως εργολαβική αμοιβή επί του επιδικασθέντος από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ποσού των 30.650,45 ευρώ και β ) την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις ( στην προσθήκη και αντίκρουση ) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, περί του ότι ο Δ.

Κουτσούκης " συνήψε το αναφερόμενο παραπάνω συμφωνητικό εργολαβικής δίκης για να χειριστεί τα ζητήματα ελεύθερου ανταγωνισμού ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού και των Διοικητικών Δικαστηρίων", προς άμεση απόδειξη του ισχυρισμού της περί υπάρξεως εργολαβικής συμβάσεως η αποδοχή του οποίου θα οδηγούσε σε απόρριψη της αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα λόγω της ερημοδικίας της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν προσκόμισε και δεν επικαλέσθηκε αποδεικτικά μέσα. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας ) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ) (Ολ.ΑΠ 1/1999).Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες ( Ολ. ΑΠ 861/1984 ). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια‚ ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου , στους οποίους περιλαμβάνονται και σι ερμηνευτικοί , ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη., ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις είναι απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο,με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Με το από 15/6/2006 εργολαβικό συμφωνητικό η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανέθεσε στο δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Κουτσούκη τη διεκπεραίωση υποθέσεως αποζημιώσεώς της από τη ΝΕΣΤΛΕ ΑΕ, λόγω καταχρηστικής εκ μέρους της εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσης έναντι αμοιβής 20% επί του συνολικού εισπραχθησομένου ποσού, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που συμφωνήθηκαν σε αυτό.

Στη συνέχεια περί τα τέλη Ιανουαρίου 2007 η εναγομένη δια του διαχειριστή της Γ. Δ. ανέθεσε στον ίδιο ως άνω δικηγόρο να συντάξει και να καταθέσει αγωγή κατά της Επιτροπής Ανταγωνισμού, επειδή αυτή δεν επιλήφθηκε της από 7/6/2002 αρχικής καθώς και της από 28/6/2006 μεταγενέστερης συμπληρωματικής καταγγελίας στις οποίες προέβη για καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της ΝΕΣΤΛΕ ΑΕ.

Στα πλαίσια της νέας αυτής εντολής ο ως άνω δικηγόρος συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22/2/2007 και με αριθμό εκθ.κατ.6713/2420/2007 αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου, την οποία επέδωσε στην εναγομένη την 16/3/2007 Στη συνέχεια και πάλι κατόπιν εντολής του ως άνω διαχειριστή της εναγομένης ο δικηγόρος Δημήτριος Κουτσούκης κατέθεσε την από 22/2/2007 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (αίτηση προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεως ) κατά της Επιτροπής Ανταγωνισμού με αριθμό εκθ.κατ. 6729/2429/2007 ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου (Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών).

Στη συνέχεια ο δικηγόρος αυτός παρέστη στην ορισθείσα προς συζήτηση της αιτήσεως δικάσιμο της 22/3/2007 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 26/4/2007 και κατέθεσε το από 21/3/2007 υπόμνημά του με όλα τα σχετικά έγγραφα. Ακολούθως παραστάθηκε στη μετ' αναβολή συζήτησή της και κατέθεσε το από 25/4/2007 συμπληρωματικό υπόμνημα πριν τη συζήτηση και το από 22/4/2007 συμπληρωματικό υπόμνημα μετά τη συζήτηση αυτής.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 3486/2007 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, η οποία επιδίκασε προσωρινά στην ενάγουσα το ποσό των 30.650, 49 ευρώ. Εν τω μεταξύ ο ως άνω δικηγόρος μετά το πέρας των ως άνω υπηρεσιών του μετέτρεψε την ατομική του επιχείρηση σε εταιρεία με την επωνυμία "Κουτσούκης και Συνεργάτες, Δικηγορική Εταιρεία " (την ενάγουσα ) και με βάση την υπ' αριθμ,. 21 ρήτρα του από 5/6/2007 καταστατικού αυτής υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τις υποθέσεις του δικηγορικού γραφείου.

Όμως η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα και αρνείται να καταβάλει τη δικηγορική αμοιβή για τις ως άνω ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος Δημήτριος Κουτσούκης όσον αφορά την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων και τα ελάχιστα όρια αμοιβών αυτών, όπως αυτά προκύπτουν από τα άρθρα 100 παρ. 1, 107 παρ. 1 και 155 αυτού, η αμοιβή για τις ως άνω ενέργειες του δικηγόρου Δ.Κουτσούκη ανέρχεται στα παρακάτω ποσά α) σύνταξη και κατάθεση της από 22/2/2007 αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών 2% επί του αιτούμενου ποσού των 1.270.145,6 = 25.402 ευρώ, β) σύνταξη και κατάθεση της από 22/2/2007 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών 2% επί του αιτούμενου ποσού των 675.073 = 13.501,46 ευρώ και γ ) σύνταξη των ως άνω τριών υπομνημάτων και παράσταση κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων 1% επί του αιτούμενου ποσού των 675.073 = 6.750,73 ευρώ και συνολικά η αμοιβή ανέρχεται σε 25.402,91+13.501,46+6.750,73=45.655,10 ευρώ.

Όσον αφορά το αναφερόμενο ως άνω από 15 /6/ 2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του δικηγόρου Δημητρίου Κουτσούκη και της πρώτης εναγομένης εταιρείας, η τελευταία με την από 12/9/2007 εξώδικη δήλωσή της προς την ενάγουσα ανακάλεσε την εντολή που είχε παράσχει στο δικηγόρο αυτόν και δήλωσε ότι " συμφωνούμε για το ποσοστό της αμοιβής σας ως συντάκτη της αγωγής και μέρους των υπομνημάτων που Θα ανέρχεται σε 2% επί του τελικώς εισπραχθέντος καθαρού ποσού , αυτό όμως περιλαμβάνει τη συνολική αμοιβή για τη σύνταξη όλων των σχετικών εγγράφων , ως είθισται.

Αυτή η αμοιβή θα σας καταβληθεί όταν εισπραχθεί το σχετικό ποσό ". Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου , που είχε δεχθεί ότι η αμοιβή της αναιρεσίβλητης ανέρχεται στο ποσό των 6.130,999 ευρώ, δέχθηκε κατ'ουσίαν την αγωγή για το ποσό των 45.655,10 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις, αν και συνοπτικές αιτιολογίες, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα των εντολών που δόθηκαν από την αναιρεσείουσα προς τον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης δικηγόρο Δημήτριο Κουτσούκη, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του Κώδικα Περί Δικηγόρων που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα σαφείς και πλήρεις είναι σι αιτιολογίες για την κατάρτιση τόσο της αρχικής συμφωνίας των διαδίκων, όσο και για τις εν συνεχεία συμφωνίες για τη διεκπεραίωση των εις αυτές υποθέσεων καθώς και την ανάκληση της αρχικής εντολής (από 15/6/2006) στις οποίες στηρίζεται η αγωγική αξίωση για αμοιβή υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον Κώδικα Περί Δικηγόρων και όχι στο 20% του επιδικασθησομένου ποσού, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί.

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολ.Δ. που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, α ) στερείται παντελώς αιτιολογίας γιατί δεν αναφέρει ότι αυτή έδωσε εντολή στον Δημήτριο Κουτσούκη για διεκδίκηση από την Επιτροπή Ανταγωνισμού των συγκεκριμένων χρηματικών ποσών (1.270, 145,6 ευρώ και 675.073 ευρώ), ούτε ότι τα συγκεκριμένα ποσά αντιπροσωπεύουν την αξία του αντικειμένου της αγωγής και της αιτήσεως και β) περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες με τις παραδοχές ότι υφίσταται αξίωση της αντιδίκου της κατά τον Κώδικα Περί Δικηγόρων, κατόπιν αυτοτελούς εντολής για εκτέλεση των ανωτέρω δικαστικών ενεργειών και με την επίκληση του από 15/6/-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού ,σαν να απορρέει από αυτό η αξίωση του αντιδίκου.

είναι αβάσιμες, καθόσον οι ελλείψεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται με σαφήνεια. Επίσης με τις παραδοχές ότι έγινε ανάκληση της αρχικής εντολής (από 15/6/2006 ) και ότι σε μεταγενέστερο χρόνο η αναιρεσείουσα έδωσε εντολή για τη διεκπεραίωση συγκεκριμένων υποθέσεών της στο δικηγόρο Δημήτριο Κουτσούκη, για την οποία δικαιούται αμοιβή σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων‚ διαλαμβάνονται αιτιολογίες σαφείς και όχι αντιφατικές ως προς το ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης απορρέει όχι από το ως άνω συμφωνητικό (από 15/6/2006) αλλά από τον Κώδικα περί Δικηγόρων.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1,577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι όταν η αγωγή Κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 590 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν η έννοια που αποδίδει σ αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά σι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικό της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως διότι η τύχη της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι α) δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ καθόσον με τις έγγραφες προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρότεινε την αοριστία της αγωγής επισημαίνοντας την αντιφατικότητά της και συγκεκριμένα η αντίδικος αφενός δεν επικαλείται αυτοτελή εντολή για την εκτέλεση των ενδίκων ενεργειών‚ αφετέρου δε αναφέρει ότι είχε συναφθεί μεταξύ τους το από 15/6/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβικής αμοιβής και ότι αυτή της κατέστησε σαφές ότι οι εν λόγω ενέργειες δεν εντάσσονται στη συμφωνία εργολαβικής αμοιβής χωρίς να διευκρινίζει η αναιρεσίβλητη τι τελικώς ισχυρίζεται αν δηλαδή εντάσσονται ή όχι οι ενέργειές της στο ιδιωτικό συμφωνητικό, β) δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις το αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενο από το δικαστήριο άρθρο 102 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, κατά το οποίο εάν το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξογκωμένο τούτο δε μπορούσε να γίνει αντιληπτό από το δικηγόρο το ελάχιστο όριο αμοιβής κανονίζεται με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή εάν ο δικηγόρος εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, εκτός εάν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε προς έγγραφη εντολή του εντολέα του και γ) εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων διότι επιδίκασε δικηγορική αμοιβή τόσον‚ με βάση το αίτημα αυτής, όσο και για την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων‚ με βάση το αίτημα αυτής, παρά το γεγονός ότι το αιτούμενο με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περιλαμβάνεται στο αιτούμενο με την αγωγή.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος γιατί δεν διαλαμβάνονται καθόλου οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου‚ δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του. Επιπλέον α ) εφόσον δεν εκτίθεται το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ως προς τα κύρια σημεία της, δεν μπορεί να διακριβωθεί αν αυτή πάσχει ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

και όχι από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., β) ο ισχυρισμός ότι το αίτημα της αγωγής είναι εξογκωμένο (άρθρο 102 του Κώδικα Περί Δικηγόρων) αποτελεί ένσταση του εναγομένου για καταβολή της δικηγορικής αμοιβής, η οποία προτείνεται και αποδεικνύεται από αυτόν (εναγόμενο) και δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής ( ΑΠ 1647/2007) και γ) ο Κώδικας περί Δικηγόρων δεν περιέχει ειδικές διατάξεις για την αμοιβή συντάξεως αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα για την προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεως‚ εκτός της περιπτώσεως των ασφαλιστικών μέτρων νομής (άρθρο 116 του Κώδικα Περί Δικηγόρων) και συνεπώς για τη σχετική δικηγορική αμοιβή εφαρμόζεται το άρθρο 176 του Κώδικα περί Δικηγόρων που ορίζει ότι, "Δι' εργασίας ή πράξεις ή απασχολήσεις του Δικηγόρου‚ δικαστικάς ή εξωδίκους (οι λέξεις "ή εξωδίκως " διαγράφηκαν με το άρθρο 8 παρ.13 του Ν.3919/2011‚ ΦΕΚ Α' 32/2/3/2011, το οποίο άρχισε ισχύει από 3/7/2011) περί της αμοιβής των οποίων δεν προνοούσιν ειδικώς τα προηγούμενα άρθρα, η αμοιβή αυτού κανονίζεται κατ' ανάλογον εφαρμογήν των διατάξεων του Κώδικος", σε συνδυασμό με το άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα που ορίζει ότι, " το ελάχιστον όριο της αμοιβής δια την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ", βάσει δε των παραπάνω διατάξεων του Κώδικα Περί Δικηγόρων νομίμως ζητείται δικηγορική αμοιβή για τη σύνταξη αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9/5/2012 αίτηση για αναίρεση της 5245/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει, σε χίλια οκτακόσια (1 800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ