Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of vague claim regarding municipal land ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Naupaktos's appeal against the Patras Court of Appeal's decision rejecting a claim of shared ownership over a land strip. The Municipality argued the lower court erred in dismissing their vague claim that the land became public property under Article 28 of Law 1337/1983. The court ruled that the lower court correctly rejected the claim as indefinite because it failed to specify how the land acquired public status, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1033 A.C.; Art. 559 para. 1 no. 19 C.P.C.; Art. 28 Law 1337/1983: An appeal based on the rejection of an indefinite claim is inadmissible if the lower court properly identified the lack of factual basis, as the claim must specify the legal mechanism for acquiring public status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 644 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 644/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ναυπάκτου, που εδρεύει στην Ναύπακτο Αιτωλοακαρνανίας, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρακουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. θυγ. Σ. Σ., συζ. Κ. Π. και 2. Κ. Π., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τάκη Ανδρονόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 329/2001 του Εφετείου Πατρών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1534/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 598/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2005 αίτησή του και με τους από 12-10-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 8-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Προϋποθέτει δε ο λόγος αυτός αναίρεσης την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νομίμου, αορίστου ή απαραδέκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.Α.Π. 3/1997).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από/την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες Μ. συζ. Κ. Π., το γένος Σ. Σ. και Κ. Π. είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρίαν ενός ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται στη θέση "Μεγαλομάτα" ή "Φρούριο" ή "Τζαμί" της πόλεως της Ναυπάκτου εντός του Ο.Τ. 104, όπως αυτό περιγράφεται στα παρακάτω αναφερόμενα συμβόλαια, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα.
Συγκεκριμένα: Α) Στην πρώτη των εναγόντων η μεταβίβαση έγινε με τα ..., ... και .../1985 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Νικολάου Παπαναστασοπούλου λόγω γονικής παροχής με το πρώτο και αιτία πωλήσεως με τα υπόλοιπα. Στα συμβόλαια αναφέρεται, ότι μεταβιβάζονται τα αναγραφόμενα σε αυτά ποσοστά ενός οικοπέδου που ευρίσκεται στην προαναφερθείσα θέση "Μεγαλομάτα" της πόλεως της Ναυπάκτου συνολικής επιφανείας 654,44 τ.μ.
και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Μ., βόρεια με ιδιοκτησία Β. Κ. και νότια με υπάρχοντα δημοτικό δρόμο πλάτους έξι μέτρων όπως εμφαίνεται στο σχετικό από μηνός Ιανουαρίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου μηχανικού Ν. Μ.. Με το .../1986 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου έγινε μερική διόρθωση των παραπάνω συμβολαίων ως προς την οριοθέτηση του οικοπέδου και διευκρινίσθηκε ότι το ορθόν είναι ότι αυτό συνορεύει ανατολικά (και όχι νότια) με υπάρχοντα δημοτικό δρόμο, δυτικά (και όχι βόρεια) με ιδιοκτησία Β.
Κ. βόρεια (και όχι ανατολικά) με ιδιοκτησία Γ. Κ. και νότια (και όχι δυτικά) με ιδιοκτησία Μ. Μ., και Β). Στον δεύτερο των εναγόντων η μεταβίβαση έγινε με τα .../1985 και .../1986 συμβόλαια του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου αιτία πωλήσεως. Στο πρώτο των συμβολαίων αυτών το οικόπεδο περιγράφεται κατ' έκταση και όρια όπως στα προαναφερθέντα ..., ...
και ... συμβόλαια (δηλαδή λανθασμένα ως προς την οριοθέτησή του), ενώ στο δεύτερο ο προσανατολισμός του ακινήτου γίνεται όπως και στο προαναφερθέν .../1986 συμβόλαιο (δηλαδή κατά τον ορθό τρόπο), αμφότερα δε αναφέρονται στο ήδη μνημονευθέν τοπογραφικό διάγραμμα του Ν. Μ.. Στη συνέχεια όμως οι συμβληθέντες στα παραπάνω συμβόλαια διαπίστωσαν ότι η περιγραφή του ακινήτου ήταν λανθασμένη τόσο ως προς το εμβαδόν όσο και ως προς τα όρια και προέβησαν σε διορθωτικές συμπληρωματικές συμβολαιογραφικές πράξεις που απέδιδαν την πραγματική κατάσταση του ακινήτου.
Ειδικότερα, όπως εμφαίνεται στο από Φεβρουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ. Κ., στο οποίο αναφέρονται τα παρακάτω συμβόλαια, το οικόπεδο των εναγόντων ανατολικά συνορεύει επί τεθλασμένης πλευράς με ιδιοκτησία Χ. Κ. και όχι με δημοτικό δρόμο και το συνολικό εμβαδόν ανέρχεται σε 935 τ.μ.
Έτσι, με τα ... και .../1995 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Ζαγκλή, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν οι μεταβιβάσεις εξ αδιαιρέτου που είχαν γίνει προς την πρώτη των εναγόντων με τα ως άνω ..., ... και .../1985 συμβόλαια, ώστε να συμπεριληφθεί ολόκληρο το οικόπεδο με τη σωστή οριοθέτησή του και με τα ...
και .../1995 συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν οι μεταβιβάσεις εξ αδιαιρέτου που είχαν γίνει προς τον δεύτερο των εναγόντων με τα ως άνω .../1985 και .../1986 συμβόλαια, ώστε να συμπεριληφθεί ολόκληρο το οικόπεδο με τη σωστή οριοθέτησή του. Επομένως, με τις μεταβιβάσεις που έχουν προεκτεθεί αναλυτικά παραπάνω οι ενάγοντες έγιναν κατά παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσαντες από αληθείς κυρίους, συγκύριοι εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 935 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα της Μ.
Κ., ευρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Ναυπάκτου στο Ο.Τ. 104 και συνορεύει βόρεια -βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Α. Κ. και εν μέρει με δημοτικό δρόμο, νότια με ιδιοκτησία Μ. Μ. (πρώην Κ.), δυτικά με ιδιοκτησία Β. Κ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Κ.. Η επίδικη εδαφική λωρίδα ευρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του ακινήτου αυτού, έχει σύμφωνα με την αγωγή μήκος 34 μ.
περίπου και πλάτος 4,00 μ. και εμφανίζεται εντός διακεκομμένων γραμμών στο μόλις προαναφερθέν σχεδιάγραμμα της Μ. Κ.". Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και απορρίψαν την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ως κοινόχρηστης οδού, δέχθηκε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κρίνοντας, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι αυτής με παράγωγο τρόπο.
Με την εκτεθείσα κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της διάταξης αυτής. Επομένως, οι περί του αντίθετου, τρίτος λόγος αναίρεσης και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αυτής, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο ως άνω πρόσθετος (τρίτος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από την ίδια ως άνω διάταξη (559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε ως αόριστη την προαναφερθείσα ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την επίμαχη ένσταση ως αόριστη, χωρίς, δηλαδή, να εισέλθει στην ουσία της.
Για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο να μην έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη "πράγματα", που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, από την ως άνω διάταξη, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε αυτό υπόψη τον ισχυρισμό του εναγομένου -αναιρεσείοντος, ότι "Η επίδικη εδαφική λωρίδα (δρόμος), τμήμα του κατά τα σύμφωνα με το ιστορικό της παρούσας δημιουργηθέντος και υφισταμένου από το έτος 1975 κοινοχρήστου δημοτικού δρόμου, όπως απεδείχθη από το προσκομισθέν, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου Πατρών αποδεικτικού υλικού, δεν μεταβιβάσθηκε ποτέ στους αντιδίκους του, ούτε παραδόθηκε σε αυτούς, ουδέποτε, δε, άσκησαν αυτοί οποιαδήποτε πράξη νομής επ' αυτής και συνεπώς δεν έγιναν ποτέ κύριοι του επιδίκου.
Αντιθέτως, από το έτος 1975 και συνεχώς μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται και θεωρείται απ' όλους, από οποιανδήποτε και από τους ίδιους τους αντιδίκους του, σαν κοινόχρηστος δημοτικός δρόμος". Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι της επίδικης εδαφικής λωρίδας με παράγωγο τρόπο (συμβόλαια γονικής παροχής και πωλητήρια αντίστοιχα) και περαιτέρω με το να δεχθεί ότι η ένσταση του αναιρεσείοντα Δήμου περί κοινοχρησίας της εν λόγω λωρίδας είναι απορριπτέα για τους στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητά διαλαμβανόμενους λόγους, έλαβε υπόψη τον επίμαχο ισχυρισμό του τελευταίου και τον απέρριψε εκ του πράγματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που, με επίκληση, προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και το δεύτερο πρόσθετο λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση του περί της παραδοχής της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη του το με αριθ. .../1977 προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Ναυπάκτου I.
Παπαγεωργακόπουλου - Ιντζέ, μετά του προσαρτημένου σ' αυτό από Αυγούστου 1997 τοπογραφικού διαγράμματος του Μηχανικού Χ. Κ., το οποίο είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί αυτός (αναιρεσείων) ενώπιόν του, και ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και το ανωτέρω έγγραφο.
Κατά το άρθρο 28 του Ν. 1337/1983, ιδιωτικοί δρόμοι πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και ευρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, εφόσον προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και η κοινοχρησία τους είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη, ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειές του ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο με την ανοχή του ιδιοκτήτη.
Εφόσον συντρέχουν, σωρευτικά, οι προϋποθέσεις αυτές, η κυριότητα του ακινήτου μετατίθεται υπέρ του οικείου Δήμου ή της Κοινότητας χωρίς μεταγραφή, ανεξαρτήτως εάν το ακίνητο τέθηκε σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου.
Εν προκειμένω, τον ισχυρισμό που προέβαλε ο εναγόμενος Δήμος, ότι δηλαδή η επίδικη εδαφική λωρίδα κατέστη κοινόχρηστη, το Εφετείο τον απέρριψε με την εξής αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου είναι πρωτίστως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν επικαλείται νόμιμο τρόπο με τον οποίο η επίδικη έκταση απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου.
Συγκεκριμένα, δεν ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται ως κοινόχρηστος χώρος στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως της Ναυπάκτου κι έτσι κατ' αρχήν δεν μπορεί να υπαχθεί στη διάταξη του άρθρ. 28 του Ν. 1337/1983". Στην κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς κατέληξε, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου Δήμου, ο ισχυρισμός ήταν όντως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στη προσβαλλομένη απόφαση.
Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος, μέρος δεύτερο, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο μέμφεται η προσβαλλομένη απόφαση, για εσφαλμένη απόρριψη του πιο πάνω κρίσιμου ισχυρισμού, ως αορίστου, υπαγόμενος, κατ' ορθή εκτίμησή του, στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως προς την αιτίαση, ότι εσφαλμένως το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία, απέρριψε τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό, ως αβάσιμο, είναι αλυσιτελής, διότι η απόρριψη του περί κοινοχρησίας της επίδικης έκτασης ισχυρισμού, ως αορίστου, αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε περαιτέρω, κατ' ουσίαν, απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού δεν ήταν αναγκαία, αλλά διατυπώθηκε ως εκ περισσού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2005 αίτηση του Δήμου Ναυπάκτου για αναίρεση της 598/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 10-10-2011 πρόσθετους λόγους της.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ