Greek Supreme Court allows partial annulment of auction objection regarding mortgage priority registration after seizure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's decision to reject a bank's objection to an auction ranking table in its entirety. While the objection was invalid regarding a mortgage priority registered after the seizure, the court found the objection valid concerning the general ranking of unsecured claims. The appellate court erred by dismissing the entire objection based on lack of standing rather than applying the specific statutory rules on priority registration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 976, 979 para. 2, 997 no. 3 of the Code of Civil and Administrative Procedure; An objection to auction ranking is partially valid if it challenges the ranking of unsecured claims, but invalid if it relies on a mortgage priority registered after the seizure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 644 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεων πλειστηριασμού (979 παρ. 2 ΚΠολΔικ). Για το ορισμένο αυτής αρκεί και η αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καταταγέντος ή του προνομίου της, οπότε ο καθ΄ ού φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των γενεσιουργών της απαιτήσεως του περιστατικών ή του προνομίου της. Ακυρότητα εγγραφής ή μεταγραφής προσημειώσεως υποθήκης (μετά την κατάσχεση) έναντι όλων των νόμιμων αγγελθέντων δανειστών, ανεξαρτήτως χρόνου αναγγελίας 997 παρ. 3 ΚΠολΔικ. Μη νόμιμη η ανακοπή που επικαλείται τέτοιο προνόμιο. Κατά το μέρος όμως που περιέχει συνολική αμφισβήτηση απαίτησης καθ΄ ού είναι νόμιμη. Το Εφετείο αντιθέτως με το να απορρίψει στο σύνολό της την ανακοπή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης αναιρεσείουσας υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ. αναιρετική πλημμέλεια εσφαλμένως εφαρμόζοντας την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Αριθμός 644/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Σπύρο Ροΐδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Λ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουνίου 2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4012/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 48/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Μαΐου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το πρώτο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1007 παρ. 1 και 976 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι, στη δεύτερη τάξη των απαιτήσεων εκείνων, που έχουν ειδικά προνόμια στο ακίνητο που εκπληστηριάσθηκε, κατατάσσονται και οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση, με τη σειρά βέβαια της εγγραφής τους και τυχαία.
Για την κατάταξη στην τάξη αυτή κάποιας απαιτήσεως που αναγγέλθηκε είναι απαραίτητο όχι απλώς να υπάρχει γραμμένη προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο που εκπληστηριάσθηκε, αλλά η προσημείωση αυτή να εξασφαλίζει αυτή την ίδια την απαίτηση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης (ή προσημειώσεως υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ), που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη.
Η τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που είναι σύμφωνη με την όλη διάρθρωση και την ενότητα του συστήματος της αναγκαστικής εκτελέσεως, προσεπιβεβαιώνεται δε και από την αναδρομή στα πρακτικά της συντακτικής Επιτροπής του Σχεδ.
ΚΠολΔ (τόμος V III σελ. 38-39), ως "αναγγελθέντες δανειστές", έναντι των οποίων δεν αντιτάσσεται η, μετά την εγγραφή της κατασχέσεως στο οικείο βιβλίο, μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης, θεωρούνται όλοι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 972 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου μετέχουν στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως και της κατατάξεως, όχι δε μόνον εκείνοι που συμπτωματικά είχαν αναγγελθεί σε χρόνο προγενέστερο της μεταγραφής ή της εγγραφής της υποθήκης ή της προσημειώσεως (Ολ.
ΑΠ 6/1998). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216§1, 585, 933 και 979§2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι οι λόγοι του διαπλαστικού χαρακτήρα ένδικου βοηθήματος της ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής, με σκοπό εκβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατατάξεως αυτού, μπορούν να αφορούν:
α) είτε την ύπαρξη της απαιτήσεως του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, οπότε, αν αυτή δεν έχει καταταγεί καθόλου ή έχει καταταγεί ως μη προνομιακή στον πίνακα κατατάξεως, ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή (και) το προνόμιο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου και να παρέχεται στον καθ'ου η δυνατότητα να αμυνθεί, β) είτε σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της κατατάξεως της απαιτήσεως άλλου δανειστή, γ) είτε και σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθού που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, οπότε αρκεί η άρνηση αυτή και μόνον για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής.
Στην τελευταία περίπτωση ο καθ'ού η ανακοπή φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των γενεσιουργών της απαιτήσεώς του γεγονότων, καθώς και εκείνων που προσδίδουν σε αυτή προνομιακό χαρακτήρα, γιατί διαφορετικά, εάν δηλαδή ο καθ'ού η ανακοπή, που επέχει θέση ενάγοντος, δεν επικαλεσθεί κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τρόπο σαφή και ορισμένο αυτά τα γεγονότα ή δεν τα αποδείξει, γίνεται δεκτή η ανακοπή.
Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 28/1998). Το έννομο δε συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δικ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνεπώς η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 και όχι του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος ανακύπτει, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για το υποβαλλόμενο αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 8-6-2006 ανακοπής της αναιρεσείουσας, που συντελείται επιτρεπτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι εκτίθενται σε αυτή τα ακόλουθα: Με την 1218/30-1-2006 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Δ.
Κ., εκπλειστηριάσθηκε κατά τις 15-3-2006 ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Αικ. Πολιτάκη-Παπαδημητρίου, ένα ακίνητο του Ν. Γ., με επίσπευση του καθ'ού, και στον συνταχθέντα, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος που επιτεύχθηκε (ποσού 115.000 ευρώ), 19.033/30-5-2006 πίνακα κατάταξης της εν λόγω συμβολαιογράφου, ο καθ'ού εσφαλμένως κατετάγη προνομιακώς για ποσό 50.000 ευρώ, ως υπόλοιπο οφειλής του καθ'ού η εκτέλεση προς αυτόν από σύμβαση δανείου, για την εξασφάλιση της οποίας (οφειλής) είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης, χωρίς όμως να αναφέρονται στην ίδια απαίτηση τα παραστατικά αναγγελίας της (που αφορούσαν αξίωση από διαταγή πληρωμής με βάση συναλλαγματική), ενώ η ανακόπτουσα με την από 28-3-2006 αναγγελία της είχε αναγγελθεί στον πλειστηριασμό για δυο απαιτήσεις της κατά του καθ'ου η εκτέλεση ποσών 176.927 και 102.566 ευρώ από ισάριθμες συμβάσεις στεγαστικού δανείου και αλληλόχρεου λογαριασμού (που έκλεισε) αντιστοίχως, από τις οποίες η πρώτη απαίτηση ήταν ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης που είχε εγγραφεί στις 16-3-2006, αμφισβητώντας γενικώς την κατάταξη και το προνόμιο του καθ'ού.
Γι' αυτό ζητείται να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης και να καταταγεί στη θέση του καθ'ού η ανακόπτουσα. Με το ως άνω - σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου - περιεχόμενο η ανακοπή, κατά το μέρος μεν που προβάλλεται προνόμιο κατατάξεως της αναιρεσείουσας στον προσβαλλόμενο πίνακα, λόγω εμπράγματης ασφάλειας της πρώτης από τις απαιτήσεις της, είναι μη νόμιμη, καθ' όσον η επικαλούμενη προσημείωση υποθήκης φέρεται ότι έχει εγγραφεί για την εξασφάλιση της πρώτης από τις απαιτήσεις της μετά την κατάσχεση, (στις 16-3-2006), αλλά και μία ημέρα μετά τον πλειστηριασμό και συνεπώς δεν ήταν επιτρεπτό, κατά το άρθρο 997 αρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.
να αντιταχθεί ένα τέτοιο προνόμιο έναντι των δανειστών που αναγγέλθηκαν στον πλειστηριασμό, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος. Κατά το μέρος όμως που στην ανακοπή περιλαμβάνεται και αίτημα κατατάξεως αναγγελθεισών μη προνομιούχων απαιτήσεων της αναιρεσείουσας (και της προβαλλόμενης ως προνομιούχου σε περίπτωση μη αναγνωρίσεως προνομίου), συνδυαζόμενο με την αμφισβήτηση από αυτή της προνομιακής κατάταξης του καθ'ού, ήταν αυτή (η ανακοπή) ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη, στις διατάξεις των άρθρων 972 και 979 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Από την τελευταία αυτή διάταξη θεμελιώνεται ουσιαστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, που ανήγγειλε τις απαιτήσεις της στον πλειστηριασμό, να ανακόψει τον συνταγέντα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα κατάταξης με μοναδικό λόγο την απλή αμφισβήτηση ή άρνηση της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου ή του προνομίου της, οπότε, αν ο τελευταίος δεν θα ανταποκρινόταν στο βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των αμφισβητούμενων περιστατικών της απαίτησής του (του προνομίου της στη συγκεκριμένη περίπτωση) θα έπρεπε η εν λόγω απαίτηση και οι (αποδεικνυόμενες) απαιτήσεις, για τις οποίες αναγγέλθηκε η αναιρεσείουσα, να καταταγούν (ως ανέγγυοι) συμμέτρως.
Επομένως το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη και κατά το τελευταίο αυτό μέρος της την ανακοπή, κρίνοντας ότι δεν περιείχε τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της ανεξαρτήτως των λόγων της και ενώ δέχθηκε ότι κατά τρόπο ορισμένο η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε την προνομιακή κατάταξη του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
και ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.).
Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 48/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ