Supreme Court remands case to plenary for constitutional review of public sector hiring law validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible and remanded the case to its plenary session for constitutional review. The lower court had declared the employment contract void because the hiring regulation violated the Constitution's requirement for objective selection criteria in public sector appointments. The Court found the specific statutory provision cited by the lower court to be unconstitutional and therefore inapplicable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 103 § 7 and 103 § 8 of the Constitution; The Court must refer a case to its plenary session for constitutional review when a lower court declares a statutory provision inapplicable due to unconstitutionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 644 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 644/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...,, κατοίκου ..., Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τζήμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 488/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 27-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α'85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρ. 103 του Συντάγματος παράγραφος 7 σύμφωνα με την οποία η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει.
Επίσης, στο ίδιο άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, η οποία προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από τον νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρ. 103 του Συντ. επιβλήθηκαν στη νομοθετική αρχή και τη Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και κατοχυρώθηκαν συνταγματικά πλέον ο πυρήνας και η φιλοσοφία του Ν. 2190/1994, με το αρθρ. 21 του οποίου το πρώτον ο κοινός νομοθέτης είχε διατυπώσει ανάλογους περιορισμούς και αφενός μεν κατέστησε υποχρεωτική την είτε με διαγωνισμό είτε με διαδικασία επιλογής επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής πρόσληψη στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και αφετέρου εισήγαγε την απαγόρευση της μονιμοποίησης των έκτακτων υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα και κυρίως τη μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (καθώς και των απασχολουμένων με σύμβαση έργου) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, που ισχύουν από 18-4-2001, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επιδίωξε να αποτρέψει τη συνέχιση μιάς συνήθους πρακτικής που είχε διαμορφωθεί στο παρελθόν κατά την οποία αρχικώς προσλαμβανόταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου για την κάλυψη τοπικά πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρ. 103 § 2 του Συντ.
αλλά και της κοινής νομοθεσίας (αρθρ. 56 επ. του ΠΔ 410/1988)και στην συνέχεια διαπιστωνόταν ότι οι ανάγκες αυτές ήταν πάγιες και διαρκείς και για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών ψηφίζονταν διάφοροι νόμοι προς τακτοποίηση του κατά τα άνω προσλαμβανομένου προσωπικού είτε με τον διορισμό του σε οργανικές θέσεις μόνιμων υπαλλήλων είτε με την μετατροπή των συμβάσεων σε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.
Λόγω όμως του ότι κατά τον χρόνο αναθεώρησης του Συντάγματος ίσχυαν νομοθετικές ρυθμίσεις που είχαν ψηφισθεί και αφορούσαν την κατά τον προαναφερθέντα τρόπο τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, που υπηρετούσε με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση έργου και είχε υπαχθεί πριν από την ψήφιση των αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων στις νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις έχοντας την προστατευόμενη προσδοκία ότι οι σχετικές διαδικασίες θα ολοκληρωθούν χωρίς να διακοπούν ως προσκρούουσες στο αρθρ. 103 § 8 εδ.
γ' του Συντ., ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο αρθρ. 118 τη μεταβατική διάταξη της παρ. 7, σύμφωνα με την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται την παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών".
Τέτοια νομοθετική ρύθμιση κατά τη θέση σε ισχύ της παρ. 7 του άρθρ. 118 του Συντ. είναι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 17 του Ν. 2839/2000 "ρυθμίσεις θεμάτων του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και άλλες διατάξεις", η οποία στην παρ. 1 ορίζει ότι "Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε μέσα στο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.3.2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α α' και β' βαθμίδας στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000" :α) είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες , β) ...., γ) .... , δ).... , ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται".
Σύμφωνα με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου για την κατά την παρ. 1 κατάταξη απαιτείται, πλην άλλων, υποβολή αίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δηλαδή πριν από την ως άνω αναθεώρηση του Συντάγματος. Επομένως, η παραπάνω νομοθετική ρύθμιση, σύμφωνα με την συνταγματική πρόβλεψη, εξακολούθησε να ισχύει μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών, δηλαδή την ολοκλήρωση της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, όπως αυτές διαγράφονται στο άρθρο 17 του Ν. 2839/2000.
Μετά την έναρξη ισχύος από 18-4-2001 των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος που έχουν προαναφερθεί δημοσιεύθηκε ο Ν. 3051/2002 "συνταγματικώς κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στον δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις", ο οποίος στο άρθρ. 14 § 4 ορίζει ότι "η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρ. 17 § 5 περ.
α' του Ν. 2839/2000, παρατείνεται από τότε που έληξε και λήγει δύο (2) μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος". Η διάταξη αυτή όμως, με την οποία παρατείνεται η προθεσμία υποβολής αιτήσεων για την κατάταξη σε οργανική θέση των συμβασιούχων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρ. 17 του Ν. 28/39/2000 και η οποία (προθεσμία) είχε λήξει πριν από την έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος (18-4-2001) και δη της διατάξεως του άρθρ. 103 § 8, είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα και κυρίως προς την παρ. 7 του άρθρ. 118, η οποία δεν παρέχει την ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να επέμβει εκ νέου για τη θέσπιση κανόνων τακτοποίησης της υπηρεσιακής κατάστασης του περί ου ο λόγος προσωπικού στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μη εφαρμοστέου ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου είτε προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα :
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι αρχιτέκτονας μηχανικός, μέλος του ΤΕΕ-Τμήμα Ανατολικής Μακεδονίας, έχοντας δε τις νόμιμες προϋποθέσεις ζήτησε με αίτησή του από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και κατετάγη σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 17 του Ν. 2839/2000 σε προσωρινή οργανική θέση του αναιρεσιβλήτου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (σχετική η Γ/21//13/2001 απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του ΤΕΕ, η οποία εγκρίθηκε από τον αρμόδιο Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ, ΦΕΚ 155/12-7-2000, τεύχος ΝΠΔΔ).
Ο αναιρεσείων αρνήθηκε την κατάταξή του, αφού δεν εμφανίσθηκε εντός του νομικού διαστήματος να αναλάβει υπηρεσία στη θέση που κατετάγη. Μετά παρέλευση τεσσάρων (4) και πλέον μηνών ο αναιρεσείων υπέβαλε την από 21-11-2002 αίτηση, με την οποία ζήτησε πάλι να καταταγεί σε προσωρινή οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή όμως της διατάξεως του αρθρ. 14 § 4 του Ν. 3051/2002.
Η αίτηση του έγινε δεκτή και κατετάγη σε προσωρινή οργανική θέση κλάδου ΠΕ Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Τμήματος Ανατολικής Μακεδονίας του αναιρεσιβλήτου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (σχετική η από 2/12/2003 απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του ΤΕΕ, η οποία εγκρίθηκε με τη Δ17γ/593/7/24/Γ/21-1-2004 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ, ΦΕΚ 30/30-1-2004, Τεύχος ΝΠΔΔ).
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατάταξης ο αναιρεσείων προσήλθε και ανέλαβε εργασία την 26-2-2004, έκτοτε δε προσφέρει ανελλιπώς τις υπηρεσίες του στη θέση και με την ειδικότητα που κατετάγη κι επομένως, το αναιρεσίβλητο υποχρεούται στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του. Το τελευταίο όμως αρνήθηκε τελικά να καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 26-2-2004 έως 31-12-2005, διότι το χρηματικό ένταλμα μισθοδοσίας για τον μήνα Φεβρουάριο του 2004 ο αρμόδιος για τον δημοσιονομικό έλεγχο της νομιμότητας της σχετικής δαπάνης Επιτροπής του Ελεγκτικού Συνεδρίου Νομού Καβάλας επιφυλάχθηκε να θεωρήσει και παρέπεμψε την ανακύψασα αμφιβολία στο Τμήμα Ι του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Αυτό δε απέστειλε την υπόθεση στην ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο με την 1/2005 απόφασή του απεφάνθη ότι η κατάταξη δεν ήταν νόμιμη, διότι η διάταξη του αρθρ. 14 § 4 του Ν. 3051/2002, που αναβιώνει το άρθρ. 17 του Ν. 2839/2000 με παράταση της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων για κατάταξη σε οργανική θέση όσων συμβασιούχων συγκεντρώνουν τα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό προσόντα και η οποία (προθεσμία) είχε λήξει πριν από την έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρ. 103 § 8 του Συντ. , αντιβαίνει στο Σύνταγμα και κυρίως στην παρ. 7 του αρθρ. 118 και για τον λόγο αυτό είναι ανίσχυρη.
Επακολούθησε η 8/5-4-2005 απόφαση του Τμήματος Ι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία αυτό ήρε την ανακύψασα αμφιβολία αποφαινόμενο ότι η εντελλόμενη με το οικείο χρηματικό ένταλμα δαπάνη, καθώς και η κατάταξη του αναιρεσείοντος, δεν ήταν νόμιμη. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία το Εφετείο έκρινε ότι η κατάταξη του αναιρεσείοντος στην προαναφερθείσα προσωρινή οργανική θέση του αναιρεσιβλήτου δεν είναι νόμιμη, διότι η διάταξη του άρθρ. 14 § 4 του Ν. 3051/2002 για τους προαναφερθέντες λόγους αντιβαίνει στο Σύνταγμα και κυρίως στην παρ. 7 του άρθρ. 118 και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη.
Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος με το αναιρεσίβλητο είναι άκυρη, διότι καταρτίσθηκε κατ' εφαρμογή ανίσχυρης διάταξης νόμου και οι διάδικοι συνδέονται με απλή σχέση εργασίας, η οποία παρέχει στον εργαζόμενο το δικαίωμα αν αξιώσει τις δεδουλευμένες αποδοχές του με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 14 § 4 του Ν. 3051/2002 και ο μοναδικός περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος. Εφόσον όμως κρίνεται ως μη εφαρμοστέα, ως αντισυνταγματική, η τελευταία αυτή διάταξη, το Δικαστήριο αυτό είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υποθέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρ. 563 παρ. 2 εδ.
β' του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την εκδίκαση της από 12-11-2007 αιτήσεως του .... για αναίρεση της 488/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 1010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ