Supreme Court allows appeal against labor contract dismissal, ruling fixed-term contracts for permanent needs are void.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's dismissal of a labor dispute involving OTE and an employee. The employee argued that successive fixed-term contracts violated mandatory termination laws because they covered permanent operational needs. The court held that while fixed-term contracts are valid, they become void if their duration is set intentionally to circumvent termination protections, and the lower court erred in applying this rule.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 672 of the Civil Code and Article 1 of Law 2112/1920; Fixed-term employment contracts are void if their duration is determined intentionally to circumvent mandatory termination provisions for indefinite contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 644 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 644/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ) που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ....κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δελφάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2004 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 81/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 30.9.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου στο άρθρο 8 παρ. 1 εδάφ.
β' του Ν 2112/1920 ορίζεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διαρκείας αυτής δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Η τελευταία αυτή διάταξη δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά εκ του νόμου ως ορισμένης διάρκειας, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας, ούτε μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου η σύμβαση του υποχρεωτικά κατά νόμο προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 2, περί πρόσληψης εκτάκτου προσωπικού, του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ, ο οποίος θεσπίσθηκε με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990) και ισχύει από 10-6-1999, ορίζεται ότι "ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.
Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό". Περαιτέρω, το άρθρο 8 παράγραφος 1 εδ. β' του του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του ν. 547/1037 ορίζει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Η διάταξη όμως αυτή δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως ορίζεται παραπάνω στον έχοντα ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως προεκτέθηκε, Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΟΤΕ, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής) , η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιές συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5) .
Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας αυτής, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004) .
Σύμφωνα λοιπόν με όσα προαναφέρθηκαν, η παραπάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στην ελληνική έννομη τάξη μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής (10-7-2001) και μέχρι τις 2-4-2003 και 19-7-2004, που άρχισε η ισχύς των ΠΔ 81/2003, και 164/2004, καθώς και την 23-8-2004 που άρχισε η ισχύς του ΠΔ 180/2004 (ΟΛ. ΑΠ 20/2007) . Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη, την 2-5-2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως έκτακτο προσωπικό, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια, μέχρι την 31-12-2001, με ημερήσια απασχόληση, διαρκείας 3,30 ωρών.
Η σύμβαση αυτή, με το ίδιο περιεχόμενο ανανεώθηκε, για ορισμένο χρόνο επίσης, την 4-7-2002, έληξε δε την 28-2-2003, οπότε και παρατάθηκε μέχρι την 26-9-2003 και ακολούθως έλαβε χώρα και νέα παράταση, η οποία έληξε την 3-5-2004, οπότε την επομένη (4-5-2004) , χρονικό σημείο κατά το οποίο η αναιρεσίβλητη έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανωτέρω σύναψη των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, για την υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ενόψει του ότι αυτή (αναιρεσείουσα) κατά την απασχόληση της στην αναιρεσίβλητη, στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, λόγω της φύσης της παρεχομένης απ' αυτήν εργασίας και ακολούθως αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα συνδέονταν με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η καταγγελία της ως άνω σύμβασης εργασίας, εκ μέρους της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) , την 5-4-2004, ήταν άκυρη.
Ετσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, 2 παρ. 2 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου, με βάση το άρθρο 7 παρ. 1του ν. 1876/1990, του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ, 5 παρ. 1 αριθμ. 4, καθώς και αυτές των παρ. 2, 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε η 1999/70/ΕΚ Οδηγία, ως μη έχουσα, κατά τα προεκτεθέντα, άμεση ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη, το ΠΔ 81/2003 του οποίου η ισχύς άρχισε από 3-4-2003, χρονικό σημείο κατά το οποίο ούτε η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων της αναιρεσίβλητης υπερέβαινε συνολικά τα δύο έτη, αλλ' ούτε είχαν χωρήσει τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, το ΠΔ 164/2004, γιατί η ισχύς του άρχισε από 19-7-2004, αλλά και γιατί αφορά τους εργαζομένους στο Δημόσιο Τομέα, στον οποίο δεν υπάγεται ο ΟΤΕ από το έτος 1991, οπότε και εξήλθε απ' αυτόν με το ΠΔ 361/1991, καθώς και το ΠΔ 180/2004, λόγω του ότι η ισχύς του άρχισε την 23-8-2004, δηλαδή σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν ήσαν ενεργές οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να θεωρείται ότι παρατάθηκε η σύμβαση της αναιρεσίβλητης μέχρι 19-7-2004, ώστε να λογίζεται ότι ήταν ενεργής το τελευταίο τρίμηνο πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω ΠΔ (23-8-2004) , ούτε ότι μετέβαλε το χαρακτήρα της, ως σύμβασης ορισμένου χρόνου, από το γεγονός ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα μέχρι το ως άνω χρονικό σημείο, σε εκτέλεση προσωρινής διαταγής της Προέδρου Πρωτοδικών Τρίπολης..
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., και ακολούθως να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε αυτή (προσβαλλομένη) , που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές απ' αυτούς που την εξέδωσαν, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 81/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ