Legislator Case Law & Legislation
644/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that a later will revoked an earlier one without substantive legal error.

Case Number 644/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a succession dispute involving two conflicting wills. The appellant argued that the lower court distorted the content of the second will by ignoring specific clauses and improperly considered inadmissible evidence. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly applied the law to find the later will valid and that the appellant's arguments were based on false premises regarding the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(1)(19), 1763(1), 1764(1) of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal for direct violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly applied the rule that a later will revokes an earlier one, and that arguments claiming distortion of evidence content must be based on factual premises actually present in the lower court's decision.

Keywords

AI generated
succession law revocation of will direct violation of law distortion of evidence inadmissible appeal substantive law violation will contest

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure
Article 1763(1) of the Civil Code
Article 1764(1) of the Civil Code
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 861/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 644 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 644/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Χ1, δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 30-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3263/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2994/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6 Σεπτεμβρίου 2002 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης, ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 2994/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελλόμενης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και πλήρη χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 861/1984).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1763 περ. 1 του ΑΚ, "κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί με σχετική δήλωση σε μεταγενέστερη διαθήκη", κατά δε το άρθρο 1764 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί με το περιεχόμενό της την προηγούμενη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ' αυτή". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί από τον διαθέτη, είτε με ρητή δήλωση της βουλήσεώς του στη νέα διαθήκη περί μερικής ή ολικής ανακλήσεως αυτής, είτε σιωπηρώς, εάν το περιεχόμενο της νεότερης διαθήκης εναντιώνεται προς το περιεχόμενο της προγενέστερης, δηλαδή είναι ασυμβίβαστο προς το περιεχόμενο αυτής.

Στις περιπτώσεις αυτές, χωρίς ρητή ανακλητική δήλωση, σιωπηρά καταργείται το περιεχόμενο της προγενέστερης, κατά το μέρος που είναι ασυμβίβαστο στο περιεχόμενο της νεότερης. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ρητής ή σιωπηράς δηλώσεως βουλήσεως του διαθέτη για την ανάκληση προγενέστερης διαθήκης, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1800 παρ.2 του ΑΚ, κατά την οποία, "αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος", προκύπτει ότι είναι ισχυρή η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος και υπάρχει τέτοια αν συνάγεται από τη διαθήκη θέληση του διαθέτη, με την μνεία του δήλου, να εγκαταστήσει τον τιμώμενο κληρονόμο, δηλαδή άμεσο καθολικό του διάδοχο σε όλη την κληρονομία του ή σε ποσοστό της.

Εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων εκτός του ερμηνευόμενου κειμένου της διαθήκης.

Δεν υπάρχει όμως έδαφος για τέτοια αναζήτηση της βουλήσεως του διαθέτη με ερμηνεία, όταν το κείμενο της διαθήκης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι σαφές και πλήρες, αποδίδοντας πέρα από κάθε αμφιβολία αυτό που ο διαθέτης θέλησε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατ' ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα:

Μετά τον επισυμβάντα στις 19-6-1997 θάνατο της ... δημοσιεύθηκαν οι από ... και ... ιδιόγραφες διαθήκες και η με αριθμό ...δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυριδούλας Καραγιάννη. Το περιεχόμενο της πρώτης έχει κατά λέξη ως εξής: "Δήλωση. Η υπογεγραμμένη, ... Νομικού το γένος ..., κάτοικος ..., δηλώνω, ότι οφείλω στη Δικηγόρο Ανηψιά μου Χ1 κάτοικον ..., ποσοστό 10% σαν αμοιβή επί των πωλήσεων των ακινήτων που απέκτησα από την κληρονομία ποσοστού 12/144 από την πρώτη μου ξαδέλφη 'Ολγα χήρα ..., που απεβίωσε στης 25/12/1991, πλέον των κινητών πραγμάτων που βρέθηκαν στο σπίτι της στο ..., που μας αναλογούν.

Αθήναι 25/9/1994, .... Το περιεχόμενο της δεύτερης έχει κατά λέξη ως εξής: "Η διαθήκη μου. Σήμερα 3 Ιουλίου 1995, στο σπίτι μου ..., έχοντας πλήρη συνείδηση των πράξεων μου αποφάσισα να αφήσω στην ανηψιά μου Χ1, Δικηγόρο, κόρη του πρώτου μου εξαδέλφου, ..., τον ποσοστόν συνιδιοκτησίας μου 12/144, από κληρονομιάς '..., ένα αγρό συνολικής επιφανείας 2.500 τ.μ., στην περιοχή ..., που συνορεύει με επαρχιακή οδό, ιδιωτική οδό, ιδιοκτησία ...και ...

και τον απέναντι αγρό εκτάσεως 1609,63 τ.μ., στον ... που συνορεύει με ιδιοκτησία ..., ιδιωτικό οικόπεδο και επαρχιακό δρόμο. Επειδή η ανηψιά μου έχει συμπαρασταθεί και με έχει βοηθήσει στην ζωήν μου με όλη μου την καρδία. Η διαθέτης .... Το περιεχόμενο της δημόσιας διαθήκης, ήτοι της τρίτης διαθήκης, έχει κατά το κρίσιμο σημείο ως εξής: "Ονομάζω και εγκαθιστώ μοναδική κληρονόμο μου την ...

θυγατέρα ... και ..., σύζυγο ..., κάτοικο ..., στην οποία θα περιέλθει όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία μου που θα ευρεθεί κατά τον χρόνο του θανάτου μου". Μετά από αίτηση της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας Χ1 χορηγήθηκε σ' αυτήν το 984/1998 κληρονομητήριο, η ίδια δε υπέβαλε δήλωση φόρου κληρονομίας και κατέβαλε τον προσδιορισθέντα φόρο.

Αργότερα όμως το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο Δημόσιο ανακάλεσε την σχετική πράξη επιβολής φόρου κληρονομίας, ισχυριζόμενο ότι αυτό είναι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ..., αφού με την τελευταία διαθήκη καταργήθηκε κάθε προηγούμενη εγκατάσταση της ενάγουσας, οι δε κατά νόμο προηγούμενοι τούτου κληρονόμοι αποποιήθηκαν την οικεία κληρονομία.

Από το περιεχόμενο των παραπάνω διαθηκών προκύπτουν τα εξής: Η πρώτη, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι έγινε animus testandi, δεν περιέχει εγκατάσταση στην κληρονομία της διαθέτιδος, αλλά μοναδικό περιεχόμενο έχει την αναγνώριση χρέους της διαθέτιδος προς την εφεσίβλητη. Με την δεύτερη (και ουσιαστικά πρώτη) διαθήκη η κληρονομουμένη κατέλειπε στην ενάγουσα δήλα πράγματα, ήτοι δύο ακίνητα.

Θα ήταν θέμα ερμηνείας της διαθήκης αυτής αν η εγκατάσταση αυτή είναι εγκατάσταση κληρονόμου ή κληροδόχου. Με την τρίτη διαθήκη η κληρονομούμενη εγκατέστησε ρητά μοναδικό κληρονόμο της την..., σύζυγο ..., στην οποία κατέλιπε ρητά όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της που θα βρεθεί κατά το χρόνο του θανάτου της.

Η διαθήκη αυτή είναι σαφής και πλήρης τόσο ως προς το πρόσωπο του τιμώμενου κληρονόμου, όσο και ως προς την περιουσία που καταλείπεται σ' αυτόν, αποδίδοντας αναμφίβολα τη θέληση της κληρονομουμένης να εγκαταστήσει μοναδικό κληρονόμο της την ..., σύζυγο ... σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της που θα βρεθεί κατά το χρόνο του θανάτου της, επομένως και στα δήλα πράγματα, τα οποία είχε προηγουμένως αφήσει στην εφεσίβλητη.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι, αφού δεν διαπιστώνεται ασάφεια ή κενό της διαθήκης αυτής, δεν τίθεται θέμα ερμηνείας της και ότι το περιεχόμενό της είναι εντελώς ασυμβίβαστο με το περιεχόμενο της προηγούμενης από 3-7-95 ιδιόγραφης διαθήκης, αλλά και της από 25-9-94 "δήλωσης", στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι πρόκειται περί διαθήκης με περιεχόμενο μάλιστα και την κατάλειψη αντικειμένων της κληρονομίας στην εφεσίβλητη. 'Ετσι η τελευταία (δημόσια) διαθήκη με το ασυμβίβαστο καθόλα περιεχόμενό της προς τις προηγούμενες κατήργησε εκείνες και επομένως την επί των δήλων και επιδίκων αντικειμένων εγκατάσταση της ενάγουσας, είτε αυτή θεωρηθεί εγκατάσταση κληρονόμου, είτε εγκατάσταση κληροδόχου, και επομένως δεν είναι αυτή κληρονόμος εκ διαθήκης της ....

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένδικης αγωγής περί κλήρου της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, με το να μην την εφαρμόσει, αφού έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ότι η νεότερη διαθήκη δεν έχει κενά ή αμφίβολα σημεία, ούτε και τις λοιπές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τους 1ο,2ο,4ο και 5ο λόγους της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 & 1 του ΚΠολΔ.

προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό και, αποκλειστικά ή κυρίως εξ αιτίας τούτου, καταλήγει σε εσφαλμένο αποδεικτικό συμπέρασμα από εκείνο που το έγγραφο πράγματι αναδίδει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.

Εν προκειμένω με τον 3ο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεχόμενο "ότι η τελευταία συνταγείσα των ως άνω διαθηκών εναντιώθηκε στο περιεχόμενο των αμέσως προαναφερθεισών και συνακόλουθα ότι υπήρξε ανάκληση του περιεχομένου αυτών", παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δευτέρας των ιδιογράφων διαθηκών, μη λαβόν υπόψη το ουσιώδες τμήμα του περιεχομένου της, συνιστάμενο στη φράση "επειδή η ανηψιά μου έχει συμπαρασταθεί και με έχει βοηθήσει στη ζωή μου με όλη μου την καρδιά.

Η διαθέτης .... Ενόψει δε του ότι, όπως προκύπτει από το σχετικό σημείο της αναιρεσιβαλλόμενης, που προεκτέθηκε, το Εφετείο κατά την απόδοση του περιεχομένου της δεύτερης διαθήκης δεν παρέλειψε το τμήμα αυτό, όπως σε εκείνη είχε, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο 6ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον μη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό " ότι η κληρονομουμένη ουδεμίαν επιθυμίαν είχε να εγκαταστήσει την εφεσίβλητη κληρονόμο σε δήλα πράγματα, ότι ουδεμίαν οικονομική υποχρέωση είχε απέναντί της, καθ' όσον δεν παρέσχε σ' αυτήν ουδεμίαν υπηρεσίαν", καθώς και η αιτίαση από τον αριθμό 11 περ.

β'του ίδιου άρθρου, ήτοι ότι έλαβε υπόψη τα μη νομίμως προσκομισθέντα έγραφα με αριθ. πρωτ. 4255/10-4-2002 της Δ.Ο.Υ. Αργυρουπόλεως και 1001250/1442/Α 0011/2002 του Υπουργείου Οικονομικών, ήτοι συνολικά εξήντα οκτώ (68), διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την εκτίμηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ούτε τον ισχυρισμό αυτό έλαβε υπόψη του το Εφετείο, ούτε τα έγγραφα αυτά, τα οποία και δεν μνημονεύονται ειδικώς σ' αυτήν.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 2994/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ