Legislator Case Law & Legislation
643/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company's refusal to cover damages caused by driver without license.

Case Number 643/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the insurance company's claim. The court found that the lower court incorrectly applied insurance policy terms excluding coverage for drivers without a valid license. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591 et seq. and 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure; The court must apply insurance policy exclusions regarding drivers without a valid license, and a lower court's refusal to do so constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
Insurance Policy Exclusion Driver Without License Appeal Against Dismissal Remand to First Instance Code of Civil Procedure Insurance Coverage Invalid License

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 et seq. and 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure
Article 13 para. 2 lit. a of Law 2696/1999 as amended by Law 3542/2007
Article 559 para. 1 lit. a of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 643 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 643/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γλυφό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Δ. και 2) Μ. Μ. του Κ., συζ. Ι. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παπασωτηρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2013 αγωγή της Ι. Θ. του Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας και συνεκδικάστηκε με την από 13-10-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 136/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 8.11.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/….2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 136/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 591 επ. 614 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), κατά των Ι. Μ. και Μ. Μ., έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 136/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 16.4.2013 με αρ.

κατ. …/2013 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, στρεφόμενη κατά των αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας, η ενάγουσα Ι. Θ., (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) εξέθετε ότι, κατά τον εκεί αναφερόμενο χρόνο και τόπο, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ι. Μ., που οδηγούσε, χωρίς την προβλεπομένη για την οδήγηση του μηχανήματος αυτού άδεια οδηγήσεως, την υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας …….. θεριζοαλωνιστική μηχανή, που ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Μ. Μ. και η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ ΕΘΝΙΚΗ", συγκρούστηκε, με το με αρ. κυκλ. …..ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, που οδηγούσε η ιδία, με συνεπιβαίνουσα την ηλικίας 17 ετών θυγατέρα της Χ.

Δ., με αποτέλεσμα να προκληθούν υλικές ζημιές και στα δύο οχήματα, να υποστεί αυτή (ενάγουσα) σωματικές βλάβες και να τραυματισθεί θανάσιμα η επιβαίνουσα σε αυτό θυγατέρα της. Ζήτησε δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να της επιδικαστούν ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία που υπέστη, καθώς ως ειδική αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, τα εκεί αναφερόμενα ποσά.

Η αναιρεσείουσα άσκησε ακολούθως, ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, κατά των αναιρεσιβλήτων την από 13.10.2013 και με αριθμ. καταθ. …../2013 (παρεμπίπτουσα) αγωγή της, με αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, να της καταβάλουν κάθε ποσό, που θα υποχρεούτο να καταβάλει στην ενάγουσα της κυρίας αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, με την υπ' αριθμ. …/2017 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές αυτές και έκρινε ως συνυπαιτίους τις επίδικης σύγκρουσης τους δύο εμπλακέντες οδηγούς, δέχθηκε εν μέρει την κυρία αγωγή της Ι. Θ. και απέρριψε την κατά των αναιρεσιβλήτων παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22.10.2018 (αρ. κατ. …./2018) έφεση (κατά το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων) και οι αναιρεσίβλητοι την από 4.3.2019 έφεση, επί των οποίων το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, συνεκδικάζοντας αυτές, εξέδωσε την πληττόμενη υπ' αριθμ. 136/2020 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της κυρίως ενάγουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, διακράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την κυρία αγωγή της Ι.

Θ., και αναγνώρισε την εις ολόκληρον υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν σε αυτήν τα εκεί αναφερόμενα ποσά για τις άνω αιτίες.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, και 6 παρ. 5 του Π.Δ. 333/1977 (ΦΕΚ Α, 16.4.1977): "Οι χειριζόμενοι αυτοκίνητα γεωργικά μηχανήματα (ελκυστήρας, μηχανάς θεραλωνιστικάς, συλλεκτικός αραβοσίτου, .... , ως και εν στάσει λειτουργούσας γεωργικά μηχανάς, δέον να είναι κάτοχοι των εις τα άρθρα 2 και 3 του παρόντος προβλεπομένων πτυχίων και αδειών" (άρθρο 1 εδ. 1). "Τα πτυχία χειριστών γεωργικών μηχανημάτων διακρίνονται εις τας κάτωθι κατηγορίας:

α) "Πτυχίον βοηθού μηχανοδηγού γεωργικών μηχανημάτων των ειδικοτήτων: αα)... ββ) Μηχανοδηγού θεριζοαλωνιστικής, γγ)..", "Πτυχίον βοηθού μηχανοδηγού γεωργικών μηχανημάτων των ειδικοτήτων: αα)... ββ) Βοηθού Μηχανοδηγού Θεραλωνιστικής.... (άρθρο 2 παρ. 1). "Οι κάτοχοι πτυχίου βοηθού μηχανοδηγού δύναται να χειρίζωνται τα μηχανήματα της ειδικότητάς των, μόνον παρουσία του υπευθύνου για το συγκρότημα πτυχιούχου μηχανοδηγού.

Εις περίπτωσιν ελλείψεως πτυχιούχων μηχανοδηγών τοπικώς, δύναται ο Υπουργός Γεωργίας τη εισηγήσει του οικείου Νομάρχου, να επιτρέψη την λειτουργίαν του συγκροτήματος της ευθύνη βοηθού μηχανοδηγού δια συγκεκριμένη εκάστοτε περίοδον συγκομιδής" (άρθρο 6 παρ. 5). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 του Ν. 2696/1997: "1.Δεν επιτρέπεται σε κανένα να οδηγεί αγροτικό μηχάνημα ή μηχάνημα έργων, εάν δεν έχει την κατά νόμο άδεια οδήγησης. ...... 2.

Τα της έκδοσης και ισχύος αδειών οδηγήσεως αγροτικών μηχανημάτων ή μηχανημάτων έργων ρυθμίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Γεωργίας ή Ανάπτυξης κατά περίπτωση και του Υπουργού Μεταφορών. 3. Αυτός που οδηγεί αγροτικό μηχάνημα ή μηχάνημα έργων χωρίς να έχει την κατά περίπτωση άδεια ικανότητας οδηγού ή όταν αυτή έχει ανακληθεί ή αφαιρεθεί, τιμωρείται με φυλάκιση ενός μέχρι τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 200€".

Από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ συνάγεται ότι το αγροτικό μηχάνημα, αποτελεί διαφορετική από το αυτοκίνητο (με την έννοια που προαναφέρθηκε) κατηγορία οχήματος, και ότι για την οδήγησή του απαιτείται η έκδοση ιδιαίτερης άδειας ικανότητας κατά το άρθρο 97 του ΚΟΚ, η οποία δεν αναπληρώνεται ούτε καλύπτεται από την άδεια οδήγησης άλλου οχήματος (ΑΠ 1774/2008).

Έτι περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. γ` του ν. 3557/ 2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14. 5.2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (Φ.Ε.Κ. 795, τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β` στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει ότι: "1.

Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από τον νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β)..., γ)..... Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαιρέσεως από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 6β` παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος).

Από το συσχετισμό μεταξύ τους των τριών περιπτώσεων εξαιρέσεως σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋποθέσεως για τη συγκρότηση των λόγων εξαιρέσεως, μόνο στις περιπτώσεις β` και γ`, όχι όμως και στην περίπτωση α`, δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδηγήσεως για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

Ειδικότερα, από τη γραμματική διατύπωση των τριών περιπτώσεων εξαιρέσεως συνάγεται ότι στην α` περίπτωση, όπως εν προκειμένω δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αφού πρόκειται τυπικά για περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η ανάγκη συνδρομής της αιτιώδους συνάφειας ερευνάται μόνο στις δύο άλλες περιπτώσεις.

Η διατύπωση αυτή στο νόμο, δηλαδή η μη αναφορά, σε αντίθεση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις, της συνδέσεως της αιτιώδους συνάφειας της ελλείψεως άδειας οδηγήσεως με την πρόκληση του ατυχήματος, αποτελεί συνειδητή ρύθμιση του νομοθέτη, διαφοροποιημένη σε σχέση με τις δύο άλλες περιπτώσεις, και δεν πρόκειται για απλή παράλειψή του.

Η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη, η θεωρία και η πάγια νομολογία (ΑΠ 628/2019, ΑΠ 474/2017, ΑΠ 352/2017, ΑΠ 324/2016, ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006) θεωρούσαν, μέχρι την κατάργηση της παραπάνω υπουργικής αποφάσεως, και τους λόγους αυτούς απαλλαγής ή εξαιρέσεως (που αποτελούσαν συμβατικές εξαιρέσεις της καλύψεως του ασφαλισμένου), ως καλυμμένα ασφαλιστικά (συμβατικά) βάρη, δηλαδή, η απαλλαγή του ασφαλιστή, στην επίμαχη περίπτωση, δεν επερχόταν μόλις διαπιστωνόταν η έλλειψη άδειας οδηγήσεως στο πρόσωπο του οδηγού, που είχε εμπλακεί στο ατύχημα, αλλά τούτο επερχόταν, εφόσον συνέτρεχε υπαιτιότητα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδηγήσεως, και του ατυχήματος, πλην, όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης είναι δεσμευμένος (νομοθετικά) να ακολουθήσει οπωσδήποτε την παραδοχή αυτή.

Αντίθετα, έχει την ευχέρεια να αποκλίνει, εφόσον, βέβαια, εκφράζεται σαφώς, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση του εδαφίου α` της παραγράφου 1 του άρθρου 6β` του π.δ. 237/1986, στην οποία, σε αντίθεση με τις άλλες δύο ρυθμιζόμενες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών, δεν θέτει ως προϋπόθεση του λόγου απαλλαγής ή εξαιρέσεως του ασφαλιστή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πιο πάνω παραβάσεως και του ατυχήματος, χωρίς, περαιτέρω, να είναι υποχρεωμένος, όταν προβλέπει λόγους εξαιρέσεως για τη ρύθμιση κάποιου θέματος, να θέτει είτε μόνο λόγους εξαιρέσεως, είτε μόνο καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, αλλά έχει τη δυνατότητα να κάνει συνδυασμό μεταξύ τους.

Συνεπώς, με βάση την προπαρατιθέμενη ρύθμιση του νόμου, ο ισχυρισμός του οδηγού που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδηγήσεως, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της άδειας αυτής και του ατυχήματος, δεν έχει νομική επιρροή (ΑΠ 1170/2023, ΑΠ 628/2019, Α.Π. 450/2018, ΑΠ 474/2017, ΑΠ 71/2017, ΑΠ 324/ 2016).

Τα προαναφερόμενα έχουν νομική αξία στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου στη δίκη αναγωγής του πρώτου κατά του δεύτερου, κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να εναγάγει τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 του π.δ. 237/1986 πρόσωπα και να ζητήσει απ` αυτά ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει σε εκείνον, που ζημιώθηκε από το τροχαίο ατύχημα (ΑΠ 474/2017).

Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, τα προαναφερόμενα έχουν νομική αξία και στις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή, δηλαδή, όταν ο ασφαλισμένος ενάγει τον ασφαλιστή, επικαλούμενος την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεις καλύψεως της ζημίας του από προαιρετικούς κινδύνους (μικτή ασφάλιση κ.λπ.) (ΑΠ 379/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της (ΑΠ 1170/2023, ΑΠ 71/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 821/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την πληττόμενη υπ' αριθμ. 138/2020 απόφαση, δέχτηκε σε σχέση με το ενδιαφέρον ζήτημα τα ακόλουθα: "...... Αποδείχθηκε περαιτέρω προέκυψε ότι το αγροτικό μηχάνημα, κυριότητας της δεύτερης εφεσίβλητης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης)... ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εκκαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει της με αριθμό …….

σύμβασης ασφάλισης. Στην εν λόγω σύμβαση περιλήφθηκε και όρος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται από οδηγό που στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί ή της ειδικής άδειας χειριστή μηχανήματος ή μηχανήματος έργου, γεγονός που αποτυπώθηκε στο ένθετο του κειμένου της οικείας ασφαλιστικής σύμβασης με τον τίτλο "Όροι Ασφαλιστήριου Συμβολαίου Αυτοκινήτου", που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής.

Τον ως άνω όρο αποδέχτηκε η ιδιοκτήτρια του ως άνω αγροτικού μηχανήματος, η οποία δεν υπέγραφε μεν αυτοπροσώπως το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, πλην όμως παρέλαβε το ασφαλιστήριο και το ειδικό σήμα, κατέβαλε το συμφωνηθέν ασφάλιστρο και επικαλέστηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μετά το προπεριγραφέν τροχαίο ατύχημα.

Η ανωτέρω παραχώρησε την οδήγηση του αγροτικού μηχανήματος στο σύζυγό της - πρώτο εφεσίβλητο - πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο, που διέθετε ήδη την …. άδεια βοηθού οδηγού- χειριστή θεριζοαλωνιστικής μηχανής και όχι οδηγού- χειριστή θεριζοαλωνιστικής μηχανής, την οποία τελικά απέκτησε στις 24-7-2012, δηλαδή 13 ημέρες μετά το ένδικο ατύχημα.

Σημειωτέον ότι η λήψη της άδειας οδήγησης θεριζοαλωνιστικής μηχανής αποκτάται α) με την κατοχή της άδειας βοηθού θεριζοαλωνιστικής μηχανής επί διετία, προϋπόθεση που υφίστατο εν προκειμένω, δοθέντος ότι ο πρώτος εκκαλών της Β' έφεσης κατείχε αυτήν από 3.11.2009, β) την υποβολή σχετικής αίτησης, γ) την καταβολή του αντίστοιχου παράβολου, καθώς και δ) με την υποβολή του υποψηφίου σε έγγραφη θεωρητική εξέταση.

Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι στο έντυπο της εν λόγων αδείας, που χορηγείται από το Υπουργείο Αγροτικής ανάπτυξης και Τροφίμων, υπάρχει τμήμα, που τιτλοφορείται "ΟΔΗΓΙΕΣ" και στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι η άδεια βοηθού θεριζοαλωνιστικής μηχανής, παρέχει τη δυνατότητα στον κάτοχό της να οδηγεί και να χειρίζεται θεριζοαλωνιστικές μηχανές, χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε διάκριση.

Επομένως, στην κρινομένη περίπτωση, ο οδηγός του αγροτικού μηχανήματος είχε, σύμφωνα με την ως άνω άδεια, το δικαίωμα να οδηγεί τη θεριζοαλωνιστική μηχανή, με συνέπεια να καλύπτονται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκλήθηκαν από αυτήν ..". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας με διαφορετική αιτιολογία την οποία αντικατέστησε.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας ακολούθως της από 22.10.2018 έφεση της αναιρεσείουσας, με την οποία διατύπωνε αιτιάσεις για την απόρριψη πρωτόδικα της παρεμπίπτουσας αγωγής της, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις πιο πάνω διατάξεις [καθώς και την ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 εδ.

α' του Ν. 2696/1999), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του Ν.3542/2007 (Κ.Ο.Κ.), που προβλέπει ότι ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια οδήγησης], αφού δέχθηκε λιγότερα από όσα στοιχεία αυτή αξιώνει. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός, κατέχοντας άδεια βοηθού οδηγού - χειριστή θεριζοαλωνιστικής μηχανής και όχι οδηγού - χειριστή θεριζοαλωνιστικής μηχανής, η οποία δεν αναπληρώνεται ούτε καλύπτεται από την ως άνω άδεια οδήγησης, παράλληλα δέχθηκε ότι αυτός είχε εκπληρώσει το αντίστοιχο ασφαλιστικό βάρος, παρά το ότι στην σύμβαση ασφαλίσεως, περιλήφθηκε και όρος, (άρθρο 10 των Γενικών Όρων αυτής), σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται από οδηγό, που στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί ή της ειδικής άδειας χειριστή μηχανήματος ή μηχανήματος έργου, και ο οποίος αποτυπώθηκε στο ένθετο του κειμένου της οικείας ασφαλιστικής σύμβασης με τον τίτλο "Όροι Ασφαλιστήριου Συμβολαίου Αυτοκινήτου", που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής.

Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί ως προς τους αναιρεσίβλητους η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αναφερόμενο στην παρεμπίπτουσα αγωγή κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω έρευνα στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος εκ μέρους της παραβόλου, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ

την υπ' αριθμ. 136/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα. Και, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ