Employment termination dismissed as abusive; case remanded for further examination of good faith and economic justification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the lower court's decision regarding the employer's termination of the employee, finding the appeal admissible. The employer argued the dismissal was due to economic necessity and selective workload distribution, while the employee claimed the action was motivated by personal animosity and revenge. The court ruled that the employer failed to provide sufficient evidence regarding the financial impact of hiring replacements and the selective application of workload measures, indicating the termination exceeded the bounds of good faith and social purpose.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: An employer's termination of an indefinite-term contract is a unilateral right but must be exercised within the limits of good faith, social purpose, and economic justification; failure to prove these limits renders the termination void as abusive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 643 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 643/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Γ., κατοίκου … που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Καρακίτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας "Π. Π. Β." Β. Κ.-Β. Ά. Ο.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μπιζάνι Ιωαννίνων και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρίου Σδούκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 194/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 56/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ 2 του ΑΚ. 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Στην περίπτωση δε αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται όπως και πριν τις υπηρεσίες του μισθωτού και, αν καταστεί υπερήμερος περί την αποδοχή τους, οφείλει να καταβάλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 επ και 656 ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 315/2014). Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης, νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους- που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1123/2013, ΑΠ 573/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι προσελήφθη από την ατομική επιχείρηση "Π. Β.", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η εναγόμενη, ήδη αναιρεσίβλητη Ομόρρυθμη Εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 31-7-1995 με την ειδικότητα που αναφέρει στην αγωγή, προσέφερε δε τις ως άνω υπηρεσίες τους μέχρι την 22-3-2013 οπότε η εγαγομένη-αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την ανωτέρω εργασιακή σύμβαση.
Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε εκ λόγων εκδικήσεως εκ μέρους της εναγομένης αναιρεσίβλητης συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής σ' αυτήν συμπεριφοράς της ενάγουσας εργαζομένης αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα λόγω της άρνησης αυτής στην επιβολή μονομερώς και καταχρηστικώς εκ μέρους της συστήματος εκ περιτροπής εργασίας γι' αυτήν κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής της συμβάσεως και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 14.291, 12 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως απερρίφθη η ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Συγκεκριμένα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Ότι την ατομική επιχείρηση του Π. Β. διαδέχθηκε η εναγομένη εταιρία στις 27-6-2006 από την ίδρυσή της, ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της.
Για τις ανάγκες λειτουργίας του μουσείου ο Π. Β.ς στις 31-7-1995 προσέλαβε την ενάγουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως εκδότρια εισιτηρίων, οι αποδοχές της οποίας τον Αύγουστο 2012 είχαν διαμορφωθεί σε 932,61 € (μεικτά). Ότι τα έτη 2009 - 2010 η οικονομική πορεία της εναγομένης ήταν ανθηρή και αυξανόμενη, ειδικότερα το έτος 2009 παρουσίαζε περίπου έσοδα 754.000 € (πωλήσεις εμπορευμάτων, εισιτήρια), δαπάνες 318.000 € (μισθοδοσία, κόστος πωληθέντων ειδών, απόσβεση παγίων στοιχείων, έξοδα λειτουργίας) και κέρδη προ φορολόγησης 436.000 € περίπου και το έτος 2010 έσοδα 702.000 € δαπάνες 489.000 και κέρδη προ φορολόγησης 213.000 €.
Ότι, από το έτος 2011 η οικονομική κατάσταση της εναγομένης μεταβλήθηκε αισθητά επί τα χείρω και παρουσίασε έσοδα 472.000 €, δαπάνες 338.000 € και κέρδη προ φορολόγησης 134.000 €, το δε επόμενο έτος 2012 μέχρι τον Αύγουστο τα έσοδα μειώθηκαν σε 230.000 €, οι δαπάνες ανήλθαν σε 178.000 € και τα κέρδη προ φορολόγησης σε 52.000 € περίπου.
Άλλες υποχρεώσεις προς τρίτους η εναγομένη δεν είχε, όπως ισχυρίζεται, δηλαδή χρέη στο Δημόσιο, ασφαλιστικούς οργανισμούς, προμηθευτές, διότι στην περίπτωση αυτή θα περιλαμβάνονταν στα ανωτέρω οικονομικά μεγέθη (δαπάνες) ότι η φθίνουσα αυτή οικονομική πορεία της εναγόμενης οφείλεται στην οικονομική κρίση και στην επιβολή αυστηρών μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής, με αποτέλεσμα να μειωθούν δραστικά οι αποδοχές και η αγοραστική δύναμη του μέσου Έλληνα πολίτη καθώς και η καταναλωτική κίνηση.
Τα μέλη της εναγομένης, για να αποτρέψουν προφανώς οικονομική κατάρρευση της τελευταίας, στις 23-8-2012 κάλεσαν αρχικά προφορικά τους εργαζόμενους στο μουσείο σε διαβούλευση σχετικά με το ζήτημα της εκ περιτροπής απασχόλησης. Οι εργαζόμενοι δεν συμφώνησαν στο μέτρο αυτό και στις 31-8-2012 η εναγομένη ανάρτησε στο χώρο εργασίας ανακοίνωση - πρόσκληση, δυνάμει της οποίας καλούσε τους εργαζόμενους για τις 5-9-2012 σε νέα διαβούλευση σχετικά με το μέτρο επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας ........
Ότι στις 5-9-2012 προσήλθαν προς διαβούλευση όλοι οι εργαζόμενοι της εναγομένης και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της τελευταίας, οι οποίοι τους πρότειναν την εκ περιτροπής απασχόληση τεσσάρων εργαζομένων δύο ημερών την εβδομάδα, μεταξύ των οποίων ήταν και η ενάγουσα, και μιας ημέρας για δύο εργαζόμενους, με πλήρες ωράριο απασχόλησης και αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους, συγχρόνως δε τους παρέδωσαν οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας των ετών 2009 - 2011 μέχρι και τον Αύγουστο 2012 (αποτελέσματα χρήσεων, μισθοδοσίας, προϋπολογισμών, τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας στην τράπεζα ALPHA BANK με υπόλοιπο λογαριασμού τέλος Αυγούστου 2012 ποσό 31.386 € με σημείωση ότι στο ταμείο της εταιρίας υπάρχουν 10.890 €).
Ότι οι εργαζόμενοι αντέδρασαν στο μέτρο αυτό, αμφισβήτησαν τα οικονομικά στοιχεία της εναγομένης, δεδομένου ότι σ' αυτά περιελαμβάνετο και η φορολογία των μελών της, που δεν επιβαρύνει την εταιρία, και ζήτησαν επί πλέον οικονομικά στοιχεία, τα οποία η εναγομένη δεν τους χορήγησε, επί πλέον δε πρότειναν στην τελευταία, για να αποφύγουν την εκ περιτροπής εργασία, μείωση των αποδοχών τους.
Λόγω της διαφωνίας μεταξύ των εργαζομένων και της εναγομένης, η τελευταία στις 5-9-2012 έλαβε απόφαση να εφαρμόσει μονομερώς το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας λόγω των οικονομικών προβλημάτων που η ίδια και οι εκπρόσωποί τους παρουσιάζουν για να αποτραπεί η απόλυση των εργαζομένων και να καταστεί δυνατή η επιβίωσή της και συντάχθηκε πρακτικό της διαβούλευσης.
Ότι την απόφαση αυτή η εναγομένη κοινοποίησε στις 7-9-2012 στην Επιθεώρηση Εργασίας Ιωαννίνων και στις 10-9-2012 στους εργαζόμενους, με έναρξη εφαρμογής του μέτρου από τις 10-9-2012 και λήξης στις 31-12-2012, σύμφωνα δε με την απόφαση αυτή τρεις εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, θα απασχολούνται 2 ημέρες την εβδομάδα και άλλοι δύο 1 ημέρα, με πλήρες ωράριο, και κάλεσε τους εργαζόμενους να προσέλθουν στην εργασία τους με τους νέους όρους, αντίθετα δεν επέβαλε το μέτρο αυτό σε άλλους 2 εργαζόμενους τους οποίους εξακολούθησε να απασχολεί πλήρως.
Οι εργαζόμενοι, που ετίθεντο σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, θεώρησαν το μέτρο αυτό ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, διαμαρτυρήθηκαν στην εναγόμενη και εγγράφως ότι τούτο είναι παράνομο και καταχρηστικό, δήλωσαν δε ότι θα εξακολουθήσουν να προσφέρουν την εργασία τους και σε περίπτωση που αυτή δεν τις αποδεχθεί θα περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας και οφείλει να τους καταβάλει πλήρεις αποδοχές.
Οι εργαζόμενοι, προκειμένου να μη θιγούν τα εργασιακά τους δικαιώματα και να μη θεωρηθεί ότι αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους, συμμορφώθηκαν με την απόφαση της εναγομένης και προσήλθαν στην εργασία τους σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα απασχόλησής τους. Ακολούθως κινήθηκαν δικαστικώς εναντίον της εναγομένης προς προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων τους, η οποία δυνάμει της υπ' αρ. 4/2013 αποφάσεως του Μον/λούς Πρωτ/κείου Ιωαννίνων (ασφαλιστικά μέτρα) υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους όπως και πριν από την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί αγωγής που είχαν ασκήσει σε βάρος της, η οποία εκδόθηκε στις 15-6-2015.
Ότι, μετά τη λήξη του μέτρου της παροχής εκ περιτροπής εργασίας, οι εργαζόμενοι αυτοί παρείχαν τις υπηρεσίες τους και ελάμβαναν τις νόμιμες αποδοχές τους όπως και πριν την επιβολή του μέτρου αυτού. Ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης το πρώτο τρίμηνο του έτους 2013 χειροτέρευσε σε τέτοιο βαθμό, που απειλείτο η βιωσιμότητα αυτής, ειδικότερα δε από τις οικονομικές καταστάσεις προκύπτει ότι τα κέρδη της προ φορολόγησης ανήλθαν κάτω των 3.000 € (δηλ. 1.000 € ανά μήνα) και το έτος έκλεισε με συνολικό κέρδος προ φορολόγησης 34.000 € περίπου, ήτοι η οικονομική χρήση επέφερε κέρδη προ φορολόγησης στην εναγομένη περίπου 1.800 € μηνιαίως.
Τότε οι δύο εταίροι για να διασώσουν την επιχείρησή τους, αφού οι εργαζόμενοι αρνήθηκαν την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας τους και κοινοποίησαν στην εναγομένη την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων που την υποχρέωνε να τους απασχολεί με τους ίδιους όρους όπως και πριν την επιβολή του εν λόγω μέτρου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί τακτικής αγωγής που είχαν ασκήσει σε βάρος της (η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 15-6-2015), απεφάσισαν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων αυτών με προθεσμία, της δε ενάγουσας χωρίς προθεσμία.
Έτσι η εναγομένη, μεταξύ άλλων εργαζομένων, στις 22-3-2013 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το νόμιμο ποσό αποζημίωσης. Ακολούθως η εναγομένη στη θέση των απολυομένων εργαζομένων, να καλύψει τα κενά, προσέλαβε άλλους εργαζόμενους με μειωμένες αποδοχές.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας, αναγόμενη στο διευθυντικό δικαίωμα της εναγόμενης εργοδότριας, ήταν η κατάλληλη λύση νια τη διάσωση της επιχείρησής της, αφού το εναλλακτικό μέτρο προς αποφυγή αυτής εκ περιτροπής εργασίας αρνήθηκαν οι εργαζόμενοι.
Είναι αληθές ότι, μετά την κινητοποίηση των εργαζομένων για να ανατρέψουν με δικαστική απόφαση το βλαπτικό σε βάρος των συμφερόντων τους μονομερώς από την εναγομένη ληφθέν μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας, οι σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών και των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης έγιναν ψυχρές και κλονίστηκαν.
Όμως η κατάσταση αυτή δεν αναιρεί τον αντικειμενικό και ουσιαστικό λόγο της καταγγελίας, η οποία δεν έγινε προσχηματικά, αλλά οφείλεται στην πραγματική οικονομική κρίση που έπληξε την εναγομένη και απειλούσε τη βιωσιμότητά της, έλαβε δε χώρα προς μείωση του κόστους απασχόλησης, αφού απέτυχε το μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας, και όχι από λόγους έχθρας ή εκδίκησης των εργαζομένων, επειδή διεκδίκησαν νόμιμα τα εργασιακά δικαιώματά τους.
Ότι, υπό τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, η εναγομένη ενήργησε νόμιμα μέσα στα όρια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και η ενέργειά της να προβεί στην καταγγελία, μεταξύ των άλλων εργαζομένων, της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, δεν υπερβαίνει τα όρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι δεν είναι καταχρηστική.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να μη καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής ή μη καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας - αναιρεσείουσας.
Συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ότι η ενάγουσα - αναιρεσείουσα κατά την διαβούλευση που έλαβε χώρα στις 5-9-2012 πρότεινε, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι, στην εναγομένη - αναιρεσίβλητη μείωση των αποδοχών της, προκειμένου να αποφύγει την εφαρμογή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας, δεν παραθέτει τους λόγους για τους οποίους η εναγομένη - αναιρεσίβλητη δεν δέχθηκε την πρόταση αυτή της ενάγουσας, εν όψει του ότι, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη, η εναγομένη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.
Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη στα πλαίσια επιβολής μονομερώς του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας καθόρισε ότι τρείς εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα-αναιρεσείουσα, θα απασχολούντο, επί, δύο ημέρες την εβδομάδα και άλλοι δύο επί μία ημέρα την εβδομάδα με πλήρες ωράριο και ότι η εναγομένη "αντίθετα δεν επέβαλε το μέτρο αυτό σε άλλους δύο εργαζομένους, τους οποίους εξακολούθησε να απασχολεί πλήρως", δίχως όμως να αιτιολογεί γιατί εφαρμόσθηκε το ως άνω μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας επιλεκτικά μόνον στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα και τους προαναφερθέντες συναδέλφους της και γιατί εξαιρέθηκαν οι ανωτέρω δύο μισθωτοί, οι οποίοι εξακολουθούσαν να εργάζονται με πλήρεις ωράριο.
Και τούτο ενόψει του ότι το ως άνω γεγονός συνδυαζόμενο με την άρνηση της ενάγουσας να δεχθεί την επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, οδήγησε, κατά τους ισχυρισμούς αυτής (ενάγουσας-αναιρεσείουσας) στην καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως, ο τρόπος όμως άσκησης του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους της εργοδότριας - αναιρεσίβλητης υπόκειται σε έλεγχο εάν είναι σύμφωνος με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Τέλος, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται "Ακολούθως η εναγόμενη στη θέση των απολυομένων εναγόντων, για να καλύψει τα κενά, προσέλαβε άλλους εργαζόμενους με μειωμένες αποδοχές", ουδόλως αναφέρει πόσους νέους υπαλλήλους προσέλαβε μετά την απόλυση των άνω μισθωτών, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και ποιό ήταν το νέο μισθολογικό κόστος.
Τούτο δε διότι αν το συνολικό μισθολογικό κόστος των νεοπροσληφθέντων ήταν υψηλότερο αυτού των απολυθέντων τότε, αφ' ενός μεν τίθεται εν αμφιβόλω οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί οικονομικών δυσχερειών αυτής, αφ' ετέρου δε εμφανίζεται ως καταφανώς γενόμενη εκ λόγων εκδικήσεως η απόλυση των ως άνω μισθωτών, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας - αναιρεσείουσας η δε άσκηση εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης του ως άνω δικαιώματός της υπερέβαινε τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της εξετάσεως του τρίτου λόγου αναίρεσης πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013 και άρθρο 1 αρθ. τρίτο του Ν. 4335/2015) καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (αρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 56/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ