Legislator Case Law & Legislation
643/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment on unpaid leave allowance calculation favoring employees.

Case Number 643/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Piraeus Court of Appeal's judgment regarding unpaid leave allowances. The lower court correctly applied general labor law provisions over the company's internal regulations to calculate the benefit based on the most favorable rate for employees. Consequently, the court found the appeal's arguments regarding procedural and substantive errors to be unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 KPolD; Art. 242 para. 2 KPolD; Art. 35 of the Company's Regulations; General Labor Law: When calculating employee leave allowances, general labor law provisions prevail over internal regulations if they offer a more favorable rate to the employee, and courts must apply the most favorable statutory interpretation.

Keywords

AI generated
leave allowance calculation labor law supremacy employee benefit rate internal regulation invalidity favorable interpretation appeal dismissal procedural default

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 242 para. 2 KPolD
Art. 143 para. 1 KPolD
Art. 35 of the Company's Regulations
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
76Γ'/24-11-2017
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...76Γ'/24-11-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ν.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 643 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 643 /2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "....Α.Ε.", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στον .... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Λαγούρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 355/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 360/2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...76Γ'/24-11-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ν. Ν., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 6-2-2018 καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6-2-2018, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-9-2018), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την παραστάσα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Ε.

Λ. , ως αντίκλητο αυτών (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παρ.2 ν.4335/2015).Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων, σαν να ήταν παρόντες, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την προκείμενη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτούς. (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ. α', γ' και δ', 568 παρ.4, 576 παρ.2).

2. Κατά το άρθρο πρώτο παρ.1 του ν. 2688/1999, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" και με το διακριτικό τίτλο "...

ΑΕ", η οποία είναι ανώνυμη εταιρία κοινής ωφέλειας, με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από το νόμο αυτό και τον κ.ν. 2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 καθώς και του α.ν. 1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν.

Περαιτέρω, από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπόμενη ήδη από τη διάταξη του άρθρου 680 παρ.3 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007).

Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά τη συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά τη συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς τη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ.1 του ν. 1876/1990).

Κατά τη συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει τη σχέση νόμου και ΣΣΕ), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (ΑΚ 2).

Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για τη συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς τους κανονισμούς εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με τη διαδικασία του ν.δ. 3789/1957, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου κανονισμών εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία του ν.δ. 3789/1957.

Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των κανονισμών εργασίας, εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντιστοίχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (ΟλΑΠ 5/2011).

3. Περαιτέρω, σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα άδειας των εργαζομένων γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζομένους, ρυθμιστικό καθεστώς του θεσμού των αδειών αποτελεί ο α.ν. 539/1945. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 και 2 αυτού, κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσης, ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του, ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση αποδοχές, για δε τους αμειβόμενους κατ' αποκοπή ή με άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, οι αποδοχές άδειας εξευρίσκονται με τον πολλαπλασιασμό του μέσου όρου των ημερησίων αποδοχών του διαστήματος από τη λήξη της άδειας του προηγουμένου έτους μέχρι την έναρξη της νέας άδειας, επί τον αριθμό των εργασίμων ημερών που περιλαμβάνονται στην άδειά τους.

Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ). Οι ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945 διασφαλίζουν υπέρ των εργαζομένων τις ελάχιστες εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές και, λόγω του έντονα προστατευτικού χαρακτήρα, τον οποίο έχουν και του στενού δεσμού αυτών με την ικανοποίηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο.

Κατά συνέπεια, απόκλιση από τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή διατάξεων άλλων πηγών, που είναι ευμενέστερες για τον εργαζόμενο, κατ' επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών δικαίου διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας.

Εξάλλου, ο νομοθέτης, με πρόθεση να ενισχυθεί ο σκοπός της αναψυχής του εργαζομένου, που επιδιώκεται με το θεσμό της άδειας, θέσπισε με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, ένα πρόσθετο ποσό, το "επίδομα άδειας", το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών άδειας, με τον περιορισμό ότι αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15θημέρου για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με ποσοστά ή κατ' άλλον τρόπο, και καταβάλλεται μαζί με τις αποδοχές άδειας.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτές των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955, με αριθμό 95/1949, Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" και των άρθρων 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 του ν. 435/1976, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και 3 της 19040/1981 υπουργικής απόφασης "χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", συνάγεται ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις "τακτικές αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα άδειας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Δεν αποτελούν, όμως, βάση υπολογισμού αποδοχές που οφείλονται σε έκτακτες διακυμάνσεις του χρόνου εργασίας (έκτακτες υπερωρίες, έκτακτη απασχόληση), αφού αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τακτικές. Αν οι εν λόγω τακτικές εργοδοτικές παροχές δεν είναι σταθερές κατά ποσό, αλλά διαφέρουν από μήνα σε μήνα, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του προηγουμένου χρονικού διαστήματος, το οποίο μεσολάβησε από τη λήξη της προηγούμενης άδειας μέχρι την έναρξη της νέας άδειας.

Περαιτέρω, με την 45058/7/1971 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 579/22-7-1971), εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος .... (με τον προσαρτημένο σε αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε τόνους ή m3), με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού προσωπικού (μόνιμου και έκτακτου), που συνδέεται με τον ... (και ήδη την αναιρεσείουσα ...

ΑΕ) πάντοτε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 1 και 10), καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος .... (άρθρο 1 παρ. 1). Ο κανονισμός αυτός, που καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, με την προαναφερθείσα έννοια.

Με τον εν λόγω κανονισμό ορίζονται ειδικότερα, σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας του ως άνω προσωπικού, σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτών (ενώ το εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου των διαφόρων κατηγοριών φορτοεκφορτωτικών εργασιών ορίζεται με τις οικείες ΣΣΕ), τα ακόλουθα: 1) Σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ.1β', οι αποδοχές άδειας του εργατικού προσωπικού ισούνται προς το γινόμενο των ημερών άδειας, που δικαιούται κάθε μισθωτός, επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχόλησής του, όπως δε διευκρινίζεται με την παρ.1 εδ.

δ' του ίδιου άρθρου, ως "βασικό ημερομίσθιο" για τον υπολογισμό των αποδοχών άδειας των μονίμων εργατών λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο πριν από τη χορήγηση της άδειας τρίμηνο και προκειμένου για εργάτες που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων, το βασικό ημερομίσθιο που καθορίζεται για την απασχόληση αυτή.

Κατά τις παρ.3 και 4 του ίδιου άρθρου του κανονισμού, με τις αποδοχές της κανονικής άδειας του εργατικού προσωπικού καταβάλλεται και το ιδιαίτερο επίδομα άδειας, ειδικά δε για τους εργάτες που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος άλλοτε μεν με ημερομίσθιο άλλοτε δε επί αποδόσει και εφόσον δεν καθίσταται δυνατή η εξεύρεση του μέσου όρου ημερομισθίου χωριστά για καθένα εξ αυτών, οι καταβαλλόμενες σε αυτούς αποδοχές άδειας προσαυξάνονται κατά ποσοστό 20% (το οποίο ακολούθως αυξήθηκε σε 25%).

Ως "επικρατέστερη απασχόληση" νοείται, κατά την ως άνω διάταξη της παρ.1 εδ. δ' του άρθρου 35, η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλαδή εκείνη η οποία είχε συνολικά τη μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από τη λήψη της άδειας τρίμηνο.

Βάση, επομένως, υπολογισμού των αποδοχών άδειας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική αμοιβή που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω απόδοσης (για τους εργαζομένους "επί αποδόσει") ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολουμένους στις γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτό αποδοχές άδειας προσαυξάνονται για όλους τους εργάτες κατά ποσοστό ήδη 25%. 2) Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κλπ) εργατών του ..., το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος άδειας, ορίζεται ειδικά στο άρθρο 23 παρ.1 του κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο εκάστοτε με τις οικείες ΕΣΣΕ) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχόλησής τους, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 12 παρ.1 του κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το άρθρο 23 παρ.1), είναι δε αυτές:

α) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων δημητριακών, γαιανθράκων κλπ, β) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις των λοιπών εν γένει εμπορευμάτων επί πλοίων γενικά και επί παντός είδους πλωτών ναυπηγημάτων και γ) η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες (μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση.

Στις κατηγορίες αυτές απασχόλησης, ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο, ως είδος απασχόλησης η "επί αποδόσει", αφού αυτή κατά το άρθρο 20 του κανονισμού, που έχει ακριβώς τον τίτλο "τρόπος διεξαγωγής της εργασίας", προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως κατηγορία (διάκριση) απασχόλησης.

Η αμοιβή για την "επί αποδόσει" εργασία έχει προβλεφθεί (άρθρο 27) και καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχόλησης του άρθρου 12 παρ.1 επιπρόσθετα του βασικού ημερομισθίου του άρθρου 23 παρ.1. Εξάλλου, με το άρθρο 26 του εν λόγω κανονισμού προβλέπονται οι καθοριζόμενες σε αυτό έκτακτες αμοιβές για την "επί ημερομισθίω" εργασία, ενώ με τα άρθρα 28 και 29 αυτού προβλέπονται οι καθοριζόμενες εκεί πρόσθετες και έκτακτες αμοιβές για την "επί αποδόσει" εργασία.

Τέλος, κατά το άρθρο 30 παρ.1 του ίδιου κανονισμού, το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο", που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος, λόγω έλλειψης εργασίας, είναι ίσο προς αυτό που καταβάλλεται στους μονίμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές εργασίες του άρθρου 23 παρ.1 εδ.

γ', μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών συνθηκών και γάμου, δεν αποτελεί, δηλαδή, το "ασφαλιστικό" ημερομίσθιο το κατώτερο ημερομίσθιο, αλλά αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις κομιστικές εργασίες, ενώ κατά το άρθρο 31 παρ.1, σε περιπτώσεις ματαίωσης προγραμματισμένης εργασίας, καταβάλλεται το βασικό ημερομίσθιο.

Με τα άρθρα τέταρτο παρ. 3 και πέμπτο εδ. τελευταίο του ν. 2688/1999, ο ως άνω κανονισμός εργασίας διατηρήθηκε, καταρχάς, σε ισχύ και μετά τη μετατροπή του ... σε ανώνυμη εταιρία, ενώ με την 5115.01/02/2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 390/26-2-2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε ο καταρτισθείς, στο πλαίσιο και κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων τέταρτου, δωδέκατου και δέκατου τρίτου του ως άνω ν. 2688/1999, Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ...

ΑΕ (που άρχισε να ισχύει 10 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ, κατά το άρθρο 83 αυτού) για τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σε αυτήν. Σύμφωνα με αυτόν, το προσωπικό της αναιρεσείουσας (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες (άρθρο 5 παρ.1α, 2, 4α), δικαιούται ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος άδειας, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται, δηλαδή, παραπομπή στον α.ν. 539/1945), σε συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, τις ειδικότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην εταιρία (αναιρεσείουσα) και τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού (άρθρο 55 παρ.1, ΟλΑΠ 5/2011).

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).

5.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα και την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενα, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 22-5-2007 αγωγή τους, εξέθεσαν ότι απασχολούνται ως λιμενεργάτες, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", η οποία μέχρι την 2-5-1999 αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." και έκτοτε μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, υποκατασταθείσα σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του .... Ότι οι όροι εργασίας, οι αμοιβές, οι συνθήκες και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών τους ρυθμίζονται από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος .... (από την 1-3-2004 ισχύει ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ...

ΑΕ) και οι ειδικότεροι όροι εργασίας τους ρυθμίζονται με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΕΣΣΕ), υπογραφομένων μεταξύ των εκπροσώπων της εναγομένης και της Ένωσης Μονίμων και Δοκίμων Λιμενεργατών .... Ότι, ως λιμενεργάτες, εκτελούν στο λιμάνι του .... κάθε λιμενεργατική δραστηριότητα, που σχετίζεται με τη φορτοεκφόρτωση και διακίνηση φορτίων, η κύρια δε απασχόλησή τους είναι στις γερανογέφυρες κατά ποσοστό 75-80%.Ότι ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 539/1945, όπως ισχύει, και του ν. 4504/1966, οι αποδοχές και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές του μισθωτού, δηλαδή με το ημερομίσθιο και κάθε άλλη παροχή που καταβάλλεται τακτικά και σταθερά από τον εργοδότη, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας του.

Με βάση τα ανωτέρω, παραθέτοντας αριθμητικά τις καταβληθείσες στον καθένα μηνιαίες αποδοχές, κατά τα αναφερόμενα επιμέρους χρονικά διαστήματα, διαιρούν αυτές (άθροισμα αποδοχών προηγουμένου τριμήνου) δια του αντιστοιχούντος σε μήνες αριθμού που προκύπτει από τις ημέρες απασχόλησης του μισθωτού κατά το τελευταίο τρίμηνο (ο οποίος είναι 3 ή δεκαδικός μικρότερος του 3) και το προκύπτον πηλίκο δια του αριθμού 25 και εξευρίσκουν έτσι το μέσο όρο ημερησίων αποδοχών του τελευταίου τριμήνου, καθόσον δε αφορά το επίδομα άδειας του τελευταίου δωδεκαμήνου, διαιρούν αυτές (άθροισμα αποδοχών δωδεκαμήνου) δια του αντιστοιχούντος σε μήνες αριθμού που προκύπτει από τις ημέρες απασχόλησης του μισθωτού κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο και το προκύπτον πηλίκο δια του αριθμού 25 και εξευρίσκουν έτσι το μέσο όρο ημερησίων αποδοχών του τελευταίου δωδεκαμήνου.

Με βάση δε το πηλίκο αυτό, πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμό των ημερών άδειας μετ' αποδοχών που δικαιούται καθένας των εναγόντων κατά τις οικείες ΕΣΣΕ για την εύρεση των αποδοχών άδειας και επί 13 ημερών για την εύρεση του επιδόματος άδειας και μετά από αφαίρεση των ποσών που έλαβαν για τις αιτίες αυτές, ζήτησαν την επιδίκαση διαφορών αποδοχών άδειας καθώς και επιδόματος άδειας του χρονικού διαστήματος από 2001 έως και 2005,(του τελευταίου κατ' επίκληση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας α.ν.539/1945 και ν.4504/1966) ανερχομένων στα συνολικά ποσά των 28.976,53 ευρώ και 38.716,15 ευρώ, αντίστοιχα για καθένα, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 355/2008 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσία αβάσιμη.Στη συνέχεια, επί ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης των εναγομένων, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την 360/2016 απόφαση του δέχθηκε αυτή ( έφεση), εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και το μεν κεφάλαιο καταβολής διαφορών αποδοχών αδείας απέρριψε ως μη νόμιμο λόγω του ότι οι ενάγοντες κατά τον προσδιορισμό του εν λόγω κονδυλίου ζήτησαν την επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του άρθρου 3 του α.ν. 539/1945 και της διάταξης του άρθρου 35 του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος ...., το δε δεύτερο κονδύλιο των διαφορών του επιδόματος αδείας του χρονικού διαστήματος 2001-2005 έκρινε νόμιμο και εν μέρει βάσιμο κατ' ουσία.

6. Κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του κεφαλαίου αυτού, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα : Ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το πρώην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ήδη από 2-5-1999 ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο ... ΑΕ την 2-2-1985 ο πρώτος και την 14-6-1977 ο δεύτερος, με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν με την ειδικότητα του λιμενεργάτη.

Ότι με βάση τις συμβάσεις αυτές πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη ,ο δεύτερος από αυτούς μέχρι τη συνταξιοδότησή του την 1.1.2005.Ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας των ανωτέρω εργαζομένων, όπως επίσης και οι συνθήκες αλλά και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτώσεων καθορίζονταν πριν αλλά και μετά την μετατροπή του ...

σε ΑΕ από τον υπάρχοντα Κανονισμό εργασίας Εργατών Λιμένος .... ( που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου) καθώς και από τις ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονταν μεταξύ της εναγομένης εργοδότριας και του σωματείου των εργαζομένων της με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΜΟΝΙΜΩΝ ΚΑΙ ΔΟΚΙΜΩΝ ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΩΝ ...", την κατ' έτος Ε.Γ.ΣΕΕ που χορηγούσε αυξήσεις και τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης με τις οποίες αναπροσαρμοζόταν το βασικό ημερομίσθιο και τα επ' αυτού υπολογιζόμενα επιδόματα.

Ότι αντικείμενο της εργασίας τους ήταν η εκτέλεση κάθε λιμενεργατικής εργασίας η οποία σχετίζεται με την φορτοεκφόρτωση διαφόρων εμπορευμάτων εντός του χώρου του λιμένος ..... Ότι ανάλογα με τις παρουσιαζόμενες ανάγκες οι εργαζόμενοι -λιμενεργάτες κατανέμονταν από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης σε διάφορες βάρδιες και απασχολούνταν με όλα τα είδη των λιμενεργατικών εργασιών, είτε αυτές αμείβονταν με βάση την απόδοση τους είτε με σταθερό ημερομίσθιο και ανάλογα με την εργασία που παρείχαν καταβάλλονταν σ' αυτούς το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του Κανονισμού και τις οικείες ΣΣΕ σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, που αναλογεί στις ποσότητες που φορτοεκφορτώνονται επί πλέον του ελάχιστου ορίου φορτοεκφόρτωσης, με βάση δε το ημερομίσθιο αυτό διαμορφώνονταν και καταβάλλονταν κατά την ένδικη χρονική περίοδο (1-1-2001 έως 31-12-2005 για τον πρώτο και έως 1.1.2005 για το δεύτερο) όλα τα προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές, εκτός από τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας.

Ότι οι ενάγοντες κατά την ίδια ως άνω χρονική περίοδο απασχολήθηκαν κύρια στις γερανογέφυρες και δη κατ' έτος σε ποσοστό 75% έως 80%της συνολικής τους απασχόλησης. Ότι η κυμαινόμενη και ανώτερη αμοιβή απόδοσης προβλέπονταν και καταβάλλονταν στους εργαζόμενους λιμενεργάτες της εναγομένης τακτικά και σταθερά ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας και η αμοιβή αυτή έχει την έννοια των τακτικών αποδοχών με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ΑΝ539/1945,Ν 4504/1966) ανεξάρτητα της ημέρας που παρέχονταν αυτή(αφού οι τελευταίες ως ευνοϊκότερες υπερισχύουν οποιασδήποτε αντίθετης του Κανονισμού)δηλαδή καθημερινή ,αργία ,Σάββατο.

Ότι η εναγομένη προκειμένου να καταβάλει στους εργαζόμενους- λιμενεργάτες, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες τις αποδοχές και το επίδομα αδείας εφάρμοσε, κατά την ένδικη περίοδο τον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό εργασίας. Ότι κατ' αυτόν (Κανονισμό) βάση υπολογισμού των εν λόγω αποδοχών και επιδόματος αποτελούσε το βασικό ημερομίσθιο του άρθρου 23 παρ. 1β δηλαδή αυτό, που λάμβαναν αυτοί (μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες λιμενεργάτες) που η απασχόληση τους κατά το τελευταίο πριν από τη χορήγηση του τρίμηνο είχε μεγαλύτερη διάρκεια στις φορτοεκφορτώσεις με γερανογέφυρες.

Ότι το ημερομίσθιο αυτό αποτελεί και ασφαλιστικό ημερομίσθιο δηλαδή ημερομίσθιο που καταβάλλεται σε εκείνους που κατά τις εργάσιμες ημέρες δεν διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίας λόγω μη υπάρξεως αντικειμένου εργασίας (άρθρο 30 Κανονισμού). Ότι σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την ένδικη περίοδο Ε.ΣΣΕ, τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε και αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης το κατ' εφαρμογή του Κανονισμού λαμβανόμενο ημερομίσθιο για την καταβολή των αποδοχών και επιδόματος αδείας των ως άνω εργαζομένων εναγόντων λιμενεργατών που ήταν έγγαμοι και είχαν συμπληρώσει 12 χρόνια ο πρώτος κατά τα δύο πρώτα έτη και 15 για τα υπόλοιπα τρία έτη και 24 χρόνια ο δεύτερος κατά τα τρία πρώτα έτη και 27 κατά τα υπόλοιπα έτη υπηρεσίας στην εναγομένη ανερχόταν 1) για τον πρώτο ενάγοντα α)για το έτος 2001 σε 44,08 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο 16,625 ευρώ +30% επίδομα ειδικών συνθηκών +20% οικογενειακό επίδομα +25% προσαύξηση= 44,08) ευρώ β) για τα έτη 2002,2003,2004 και 2005 με βασικό ημερομίσθιο 17,487,,18,552,19,294,20,113 αντιστοίχως με βάση τα ίδια ανωτέρω υπό 1α επιδόματα και προσαυξήσεις ανέρχονταν σε 46,37 ,51,37,53,42 και 55,69 ευρώ (άρθρο 35 παρ.2,3,4,5 Κανονισμού 2) για τον δεύτερο ενάγοντα με βάση το βασικό ημερομίσθιο και τον ίδιο τρόπο υπολογισμού ανέρχονταν για το έτος 2001 σε 51,87 ευρώ,για το 2002 σε 54,55 ευρώ,για το 2003 σε 57,88 ευρώ,για το 2004 σε 62,42 ευρώ και για το 2005 σε 65,10 ευρώ.Ότι το πραγματικό ημερομίσθιο για κάθε ενάγοντα ,υπολογιζόμενο με βάση τις τακτικές αποδοχές κατά τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας κατά το τελευταίο πριν τη χορήγηση του επιδόματος αδείας δωδεκάμηνο ανέρχονταν 1) για τον πρώτο ενάγοντα Σ.

Κ. α)κατά το έτος 2001 σε 90,16 ευρώ(ήτοι σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο του 2000 έως και Ιούνιο του 2001 27.050,35 ευρώ: 12=2.254,19 ευρώ μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών:25 ημέρες =90,16 ευρώ) β)κατά το έτος 2002 σε 103,46 ευρώ (ήτοι σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο 2001 έως Ιούνιο 2002 31.038,3 ευρώ 12 =2556,52 ευρώ μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών δια 25 ημέρες=103,46 ευρώ γ)κατά το έτος 2003 σε152,48 ευρώ (σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο 2002 έως Ιούνιο 2003 45.744,20 ευρώ δια 12=3.812,01 μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών δια 25 ημέρες=152,48 ευρώ) δ) κατά το έτος 2004 σε 178,02 ( σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο 2003 έως και Ιούνιο 2004 ποσό 53.408,17 : 12= 4450,68 μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών :25=178,02 και ε) κατά το έτος 2005 σε 151,22 ευρώ ( σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο 2004 έως και Ιούνιο 2005 ποσό 42.368,21 : 12 μήνες= 3.780,68 μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών :25 ημέρες=151,22) 2) για το δεύτερο ενάγοντα Α.

Σ. α) κατά το έτος 2001 σε 98,40 ευρώ ( σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο 2000 έως και Ιούνιο 2001 ποσό 29.522,52 : 12 μήνες= 2.460,21 μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών :25 ημέρες=98,40), β)κατά το έτος 2002 σε 146,68 ευρώ ( σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο 2001 έως και Ιούνιο 2002 47.640 ευρώ : 12 μήνες= 3.667,03 ευρώ μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών :25 ημέρες =146,68) γ)κατά το έτος 2003 σε 204,19 ευρώ ( σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο 2002 έως και Ιούνιο 2003 ποσό 61.257 : 12 μήνες= 5.104,93 ευρώ μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών :25 ημέρες = 204,19 δ)κατά το έτος 2004 σε 251,06 ευρώ ( σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο 2003 έως και Ιούνιο 2004 ποσό 75.318,58 : 12 μήνες= 6.276,54 μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών :25 ημέρες =251,06) και ε) κατά το έτος 2005 σε 165,62 ευρώ ( σύνολο μηνιαίων αποδοχών από Ιούλιο 2004 έως Απρίλιο 2005 ποσό 49.688,17 : 12 μήνες= 4.140,68 μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών :25 ημέρες).Ότι στις ως άνω μηνιαίες τακτικές αποδοχές των ως άνω εργαζομένων λιμενεργατών που αφορούν το αντάλλαγμα της παρεχόμενης επί αποδώσει εργασίας τους και που προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες καταστάσεις και δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη δεν περιλαμβάνονται καταβολές που αντιστοιχούν σε παράνομες υπερωρίες, έξοδα κίνησης αποζημίωσης για εκτός έδρας εργασία και επιδόματα εορτών.

Ότι από τη σύγκριση των ως άνω ημερομισθίων που προκύπτουν, αναφορικά με τον υπολογισμό του επιδόματος αδείας των εν λόγω λιμενεργατών, από την εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού και των προαναφερθεισών αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας ευνοϊκότερο ως προς αυτούς είναι το προβλεπόμενο από τις τελευταίες διατάξεις.

Ότι σύμφωνα με την ισχύουσα αρχή της εύνοιας για την καταβολή του επιδόματος αδείας των εναγόντων τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της γενικής εργατικής νομοθεσίας καθόσον αυτές υπερισχύουν λόγω της ευνοϊκότερης ρύθμισης από τον Κανονισμό του εν λόγω θέματος. Ότι αυτοί δικαιούνται επίδομα αδείας υπολογιζόμενο με βάση το ημερομίσθιο που προκύπτει από τις σημειούμενες ανά μήνα,κατά μέσο όρο, ως άνω αποδοχές τους .

Ότι με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο αφού προσδιόρισε τα αξιούμενα ποσά για επίδομα αδείας με βάση τα ημερομίσθια που εξήγαγε με τις κατά μέσο όρο μηνιαίες τακτικές αποδοχές του τελευταίου δωδεκαμήνου επί τον αριθμό 13 ημερών, κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ,στη συνέχεια από τα προκύψαντα κατά τους ανωτέρω υπολογισμούς ποσά αφαίρεσε εκείνα που η εναγομένη είχε καταβάλει για την ίδια αιτία με βάση τις διατάξεις του κανονισμού και κατέληξε τέλος ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει τις προκύπτουσες διαφορές για οφειλόμενα επιδόματα αδείας του επιδίκου χρονικού διαστήματος συνολικού ποσού για τον πρώτο 4.508,30 ευρώ και για τον δεύτερο 5.899,84 ευρώ.

7.Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα και με τις διατάξεις που προαναφέρονται (αρ.2.3.4) για τον υπολογισμό του επιδόματος αδείας των αναιρεσιβλήτων ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού της αναιρεσείουσας που δεν ήταν εφαρμοστέες.

Τούτο καθόσον , ακολουθώντας την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών για τον υπολογισμό του επιδόματος αδείας των αναιρεσιβλήτων, προσδιόρισε τις σχετικές αξιώσεις 1) κατά τις επιταγές του άρθρου 35 του Κανονισμού με βάση το "βασικό ημερομίσθιο" της επικρατέστερης απασχόλησης αυτών κατά τα οριζόμενα από τον Κανονισμό και τις ισχύουσες ΕΣΣΕ, προσαυξημένο κατά 25%...

και πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 13 ημερών και 2)κατά τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο που προέκυπτε από το μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών του τελευταίου δωδεκάμηνου(από τη λήξη της άδειας του προηγούμενου έτους μέχρι την έναρξη της νέας άδειας) οι οποίες ως μια ενότητα ενέπιπταν στο σύνολό τους στην έννοια των συνήθων (τακτικών )αποδοχών .Στη συνέχεια, μετά τη σύγκριση των ρυθμιζόμενων από τις ανωτέρω δύο πηγές αποδοχές κατέληξε στην ευνοϊκότερη ρύθμιση για τους αναιρεσίβλητους δηλαδή αυτή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας με βάση τις οποίες επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους τις προκύπτουσες -οφειλόμενες διαφορές για επίδομα αδείας.Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως πρώτος,δεύτερος και τρίτος και οι συναφείς μ' αυτούς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας , με τους οποίους αποδίδεται η από τον αρ.1 άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση .Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται αφού ελλείπει σχετικό αίτημα λόγω της απουσίας των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.3.2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 360/2016 αποφάσεως του Εφετείου (Τριμελούς) Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουνίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ