Legislator Case Law & Legislation
643/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership ruling regarding public domain land boundaries.

Case Number 643/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on property ownership. The State argued the appellate court failed to consider specific documents proving the land was public domain, but the court found the lower court had reviewed all evidence. The decision rests on the principle that appellate courts cannot re-evaluate the factual assessment of evidence presented at trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appellate court's review of a lower court's decision on property ownership is limited to legal errors, and it cannot re-examine the factual evaluation of evidence or claim non-consideration of documents absent clear proof.

Keywords

AI generated
appellate review limitations property ownership dispute public domain boundaries evidence evaluation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1), 495(4), 552 of the Code of Civil Procedure
Articles 571, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OL AP 2/2008
OL AP 14/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 643 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 643/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Δ. Η. Β. και 2.Χ. συζύγου Δ. Β. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Πέντζια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 462/2009 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 6-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 462/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 επ. ΚΠολΔικ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571 και 577 ΚΠολΔικ).

Επειδή η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, ενώ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.

Περαιτέρω για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ο ενάγων πρέπει να περιλάβει σ’ αυτήν την κατάρτιση της επικαλούμενης σύμβασης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και την μεταγραφή της, αν δε ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του, την κυριότητα όχι μόνον του ενάγοντος, αλλά και των αμέσων και απώτερων διακαιοπαρόχων του, ο ενάγων οφείλει, αν δεν το έχει κάνει καθ’ υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 εδ.

β του ΚΠολΔικ συμπλήρωση του δικογράφου της, να καθορίσει και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των προκτητόρων του εωσότου φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα ο νόμος απαιτεί για το ορισμένο της αγωγής, της οποίας το δικόγραφο προσέτι ήταν άκυρο αφού δεν περιείχε τα απαραίτητα για το ορισμένο της στοιχεία ως προς την απόκτηση από τους ενάγοντες της κυριότητας του επιδίκου, του οποίου ο τρόπος αποκτήσεως της κυριότητας, μολονότι αμφισβητήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις, δεν προσδιορίστηκε για την πριν τις 11.9.1915 τριακονταετία, απορριφθέντος του οικείου ισχυρισμού που επανυποβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, σ’ αυτό εκτίθεται ο παράγωγος τρόπος της αποκτήσεως από τους ενάγοντες της κυριότητας του επιδίκου και καθ’ υποφοράν ο τρόπος αποκτήσεως της κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους, τόσο παραγώγως από αγορά, όσο και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενώ η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.1915, που δεν προκύπτει ότι έγινε με τις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος, αφού αυτές δεν προσκομίζονται, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, με την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το Δημόσιο.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

‘ Ασκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, μεταξύ άλλων είναι η επίσκεψη, η επίβλεψη, η δενδροφύτευση, η περιτοίχηση, η χρήση, η καταμέτρηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 967 ΑΚ, 1,2 και 3 αν 2344/1940 και 34 παρ. 2 ν.2971/2001 προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, ανήκει δε στο Ελληνικό Δημόσιο και είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας, εκτός αν, λόγω προσχώσεων στην ακτή ή υποχώρησης του αιγιαλού στη θάλασσα, απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, γιατί έπαυσε ο για την κοινή χρήση προορισμός του, οπότε εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού.

Η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτακτης ως αιγιαλού ή ..., όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. ‘ Ετσι μόνος ο καθορισμός του προς ξηράν ορίου από την αρμόδια διοικητική επιτροπή, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υποψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, μη βρεχόμενο από θαλάσσια ύδατα (Ολ ΑΠ 24/2000).

Εξάλλου κατά το άρθρο 1 του Ν.116/1975, που σιωπηρά τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 1072 παρ. 1 ΑΚ, η κοίτη μη πλευσίμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά συνεπεία τεχνικών έργων ανήκει στο Δημόσιο (Ολ ΑΠ 46/1990). Εξ ετέρου η κατάλυση της κυριότητας του Δημοσίου με χρησικτησία από ιδιώτη μέχρι τις 11.9.1915 και με τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προϋποθέτει την ύπαρξη δημοσίου κτήματος, όπως είναι εκείνα που είχαν περιέλθει στο Δημόσιο με την υπογραφή των πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κων/λεως, καθώς και τα αδέσποτα, σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως των Δημοσίων Κτημάτων".

Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων και των κατ’ αυτής ισχυρισμών του εναγομένου αναιρεσείοντος Δημοσίου περί ιδίας κυριότητος "Με το .../17.1.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Φ.

Φ., που μεταγράφηκε νομίμως, ο Ι. Δ. μεταβίβασε στους ενάγοντες αιτία πωλήσεως και κατά ποσοστό 9/10 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο και 1/10 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη, μία ενιαία αγροτική έκταση, συνολικής επιφάνειας 117.747,647 τετρ. μέτρων που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ...

Ηλείας ήδη ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου ..., εμφαινόμενη περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία .... στο από Νοεμβρίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Ζ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο. Ο προαναφερόμενος Ι. Δ. είχε αποκτήσει την έκταση αυτή τμηματικά με διαδοχικές αγορές από τους ιδιοκτήμονες: 1) Γ.

Α. και Θ. Α., 2) Χ. Φ., 3) Χ. Α., 4) Α. Φ., 5) Μ. Κ., 6) Δ. Α., 7) Π. Α. και Δ. Ζ., 8) Ν. Α. και Χ. Α., 9) Ν. Ζ., 10) Β. Σ., 11) Π. Π., 12) Θ. Σ., 13) Α. Π., 14) Λ. Κ. και 15) Λ. Κ., με τα αντίστοιχα .../1964, .../1964, .../1964, .../1964, ...1964, .../1964, .../1964, .../1964, .../1964, ...1964, .../1964, ...1964, .../1964 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Ε. Π. και τα ... και .../1974 αγοραπωλητήρια συμβόλαια των συμβολαιογράφων ...

Σ. Μ. και Γ. Κ., αντίστοιχα, τα οποία μεταγράφηκαν νομίμως. Από το έτος 1964 και εφεξής μέχρι τις 17.1.1996 ο εν λόγω δικαιοπάροχος των εναγόντων νεμόταν ολόκληρη τη παραπάνω έκταση με διάνοια κυρίου, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και θέση της, ήτοι καλλιεργούσε αυτή με αραβόσιτο και άλλα δημητριακά, συνέλεγε τους καρπούς και εκμίσθωνε τη χορτονομή της σε τρίτους.

Επομένως, ο τελευταίος έγινε κύριος της εκτάσεως αυτής και με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκε αυτή από το έτος 1964 μέχρι τις 17.1.1996, ήτοι για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών (άρθρο 1045 ΑΚ). Η ως άνω έκταση εκτείνεται βορείως της οριογραμμής του αιγιαλού Παραλίας και ... στην παράκτια θέση "..." της περιφέρειας κοινότητας ...

Ηλείας που καθορίστηκε με την ....8.1993 απόφαση του Νομάρχη Ηλείας, η οποία δημοσιεύθηκε στο 1285/6.10.1993 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στο νοτιοδυτικό μέρος της πιο πάνω ενιαίας αγροτικής εκτάσεως, έχει επιφάνεια 5.850 τ.μ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 90 μ. με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, νότια επί πλευράς μήκους 90 μ.

με την οριογραμμή του αιγιαλού της προαναφερθείσας παράκτιας περιοχής, ανατολικά επί πλευράς μήκους 65 μ. με ιδιοκτησία Λ. Κ. και δυτικά επί πλευράς 65 μ. με αγροτικό δρόμο παράπλευρο της οριογραμμής νέας κοίτης ποταμού Πηνειού (βλ. κυρίως την από μηνός Νοεμβρίου 2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Ν., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την 12/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας). Η όλη ενιαία έκταση και το επίδικο ακίνητο ως τμήμα αυτής βρίσκονται εκτός των ορίων της παλαιάς κοίτης του Πηνειού ποταμού που εκτεινόταν κατά ένα μέρος προς τα δυτικά της νέας κοίτης του ποταμού αυτού (βλ.

ιδίως το συνοδευτικό του κτηματολογικού πίνακα των φερομένων ιδιοκτητών περιοχής "..." ... της Κτηματικής Υπηρεσίας Ηλείας τοπογραφικό διάγραμμα), αποτελούσε δε αυτή αντικείμενο ιδιωτικής εξουσίασης και δεσποτείας συνεχώς και αδιαλείπτως από την απελευθέρωση και μετέπειτα, καλλιεργούμενη από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων.

Βάσει των παραδοχών αυτών, οι νόμιμες κατά τις διατάξεις των όρθρων 1 Α.Ν. 2344/1940, 966 ΑΚ και 1 Ν. 116/1975 ενστάσεις που προβάλλει το εναγόμενο, κατά τους ισχυρισμούς του οποίου, μέρος του επιδίκου αποτελεί τμήμα του καθορισθέντος στην ανωτέρω παράκτια περιοχή αιγιαλού και συνεπώς είναι κατά τα άρθρα 966 επ. ΑΚ πράγμα κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής, το οποίο ανήκει στο Δημόσιο, ενώ το υπόλοιπο επίδικο, όπως άλλωστε και ολόκληρη η προπεριγραφείσα ενιαία έκταση, ως εγκαταλειφθείσα, συνεπεία της εκτελέσεως του τεχνικού έργου φράγματος Πηνειού ποταμού, παλαιά κοίτη αυτού ανήκει στο Δημόσιο, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, δοθέντος ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εκτείνεται πέραν του αιγιαλού, της παραλίας και του ...

στην ως άνω παράκτια θέση και εκτός των ορίων της εγκαταλειφθείσας παλαιάς κοίτης του Πηνειού ποταμού. Απορριπτέοι επίσης ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν ελέγχονται οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι το επίδικο έχει περιέλθει στην κυριότητα αυτού κυριαρχικώ δικαιώματι, δικαιώματι πολέμου και ως διάδοχο του τουρκικού δημοσίου, άλλως ως αδέσποτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 του από 21-6-1837 β.δ/τος, άλλως με την έκτακτη χρησικτησία του προϊσχύσαντος και του ισχύοντος δικαίου, ενόψει του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδείχθηκαν με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 1988 μέλη του σωματείου με την επωνυμία "... ... ..." κατέλαβαν το προς την οριογραμμή του αιγιαλού τμήμα του επιδίκου και κατασκεύασαν μέσα σε αυτό, όπως άλλωστε και μέσα στον χώρο του αιγιαλού, πρόχειρα παραπήγματα και καλύβες, τα οποία χρησιμοποιούν προς παραθερισμό.

Κατόπιν αιτήσεως του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ι. Δ. λήφθηκαν προστατευτικά της νομής αυτού στο επίδικο ακίνητο ασφαλιστικά μέτρα με την 31/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γαστούνης, η εκτέλεση της οποίας δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρωθεί λόγω της σθεναρής αντίστασης των παραπηγματούχων, οι οποίοι προέβαλαν τότε, αλλά και στους μετέπειτα δικαστικούς εναντίον τους αγώνες των εναγόντων, ότι το επίδικο ανήκει στο Δημόσιο ως τμήμα του αιγιαλού της περιοχής, συνεπικουρούμενοι στους ισχυρισμούς τους αυτούς και από τα όργανα του εναγόμενου ελληνικού δημοσίου. ".

Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί κοινοχρησίας του επιδίκου ως κατά ένα μέρος τμήματος του αιγιαλού και κατά ένα μέρος ως τμήματος της εγκαταλειφθείσας, λόγω τεχνικών έργων, για την κατασκευή φράγματος του ποταμού Πηνειού κοίτης του άλλως δικαιώματι πολέμου ως διαδόχων του Τουρκικού Δημοσίου, άλλως ως αδέσποτων, άλλως λόγω χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ και του ισχύοντος, αφού υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της αποκτήσεως από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους της συγκυριότητας του επιδίκου παραγώγως με νόμιμα μεταγραφέν συμβολαιογραφικό τίτλο με αγορά, από πωλητή που είχε καταστεί κύριος παραγώγως με αγορά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία και της μη υπάρξεως επ’ αυτού δικαιωμάτων του Δημοσίου είτε λόγω της κοινοχρησίας του, είτε ως ανήκοντος στην ιδιωτική του περιουσία για τις προαναφερθείσες αιτίες, αφού τούτο από την απελευθέρωση και μετέπειτα ήταν συνεχώς αντικείμενο ιδιωτικής εξουσίασης και δεσποτείας, καλλιεργούμενο από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω μνημονευθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ενόψει τούτων οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τέταρτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του δεύτερου λόγου κατά τις οποίες το Εφετείο δεν αιτιολογεί την κρίση του ότι "το επίδικο εκτείνεται βόρεια της οριογραμμής του αιγιαλού Παραλίας και ...

στην παράκτια θέση "..." της περιφέρειας Κοινότητας ... Ηλείας" είναι απαράδεκτες γιατί αφορούν σε ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση των αποδειχθέντων, οι οποίες όμως κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού μόνο τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο ..από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος ως προς την ιδιότητα του ακινήτου ως δημοσίου ή ιδιωτικού κτήματος, δεν έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα νομίμως προσκομισθέντα από το αναιρεσείον Δημόσιο έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε ότι το επίδικο κείται εντός του αιγιαλού και ότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) το από 20.11.1977 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.

Τ., β) την από 13.10.1980 έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής Καθορισμού Ορίων στην περιοχή "..." της τέως Κοινότητας ... και γ) την υπ’ .../1993 απόφαση του Νομάρχη Ηλείας και το με αριθμό 1258/1993 ΦΕΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο υπό στοιχ.

γ έγγραφο (φύλ. 4β), δεν γεννιέται καμμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος. Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου ότι δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι απαράδεκτες, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τούτο δεν επιβάλλεται από καμμιά διάταξη νόμου, ενώ προσέτι απαράδεκτες είναι οι αιτιάσεις κατά τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.10.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Δ. Η. Β. και Χ. συζ. Δ. Β., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 462/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ