Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent parties and rejects substantive arguments as baseless.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding absent defendants and heirs, ruling the proceedings inadmissible for them due to lack of proper legal representation. The court found the appellant's substantive arguments regarding the will's interpretation baseless, as the lower court had correctly considered all relevant evidence. Consequently, the appeal was rejected in part, with costs awarded to the represented opposing party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines proceedings ex officio when a party is absent, declaring the discussion inadmissible if the absent party was not summoned legally and in advance, or separating the case for unrepresented parties while rejecting baseless substantive grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 643 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 643/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. - Ο. Γ. (J. - O. J.) του A., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γιαννοπούλου και 2. Σ. Μ. Μ. (S. M. B.), κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Tων αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Α. Γ. (J. A. G.), θυγ. Τ. Ό., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. Λ. (M. C. L.) θυγ. Λ. Χ. Κ., κατοίκου ..., 3) Κ. Τ. Ρ. (K. J. R.), θυγ. Τ. Ρ., κατοίκου ..., 4) Φ. Τ. Ρ. (F. J. R.) υιού Τ. Ρ., κατοίκου ..., 5) Κ. Τ. Ρ. (K. J. R.), θυγ. Π. Ρ., 2 και 6) Μ. Έ. Ρ. (M. E. R.), θυγ. Τ. Ρ., κατοίκου ... . Η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Βολτή και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 460/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2092/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-9-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασίας Μαγιάκου ανέγνωσε την από 23-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εάν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή' έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Εξάλλου, ως προς τα Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Μ. Βρετανία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008, ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών.
Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/07 Κανονισμού (άρθρα 2 ως 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα, σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.
Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5ης Νοεμβρίου 1965.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλο τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί και γ) κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά την παρ.1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφόσον η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, από τη διαβίβαση της προς επίδοση πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μηνών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της Ε.Ε, όπως και η Μ. Βρετανία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1391/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε, με εκφώνηση της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η κρινόμενη από 8/9/2014 αίτηση για αναίρεση της 2092/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών εμφανίσθηκαν μόνον ο πρώτος αναιρεσείων, μαζί με τη νομίμως διορισθείσα πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γιαννόπουλου και η τρίτη αναιρεσίβλητη που εκπροσωπήθηκε από τον επίσης νομίμως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Βολτή, ενώ δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ η δεύτερη αναιρεσείουσα (απλή ομόδικος του πρώτου) και οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτος, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων (απλοί ομόδικοι με την τρίτη από αυτούς), οι οποίοι είναι κάτοικοι γνωστής διαμονής στη Μ.
Βρετανία. Από τις 1433, 1435, 1436, 1437 και 1438/30.12.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης πρώτος αναιρεσείων προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τη συνημμένη σε αυτή επίσημη μετάφραση της στην αγγλική γλώσσα, την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή δικασίμου (1/4/2015) και της προθεσμίας 90 ημερών για την κοινοποίηση της αίτησης στους αναιρεσιβλήτους πριν από την παραπάνω δικάσιμο, καθώς και την κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατ' αυτή επιδόθηκε με εντολή της πληρεξούσιας δικηγόρου του (πρώτου αναιρεσείοντος) στην Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στους πιο πάνω γνωστής διαμονής στη Μ.
Βρετανία αναιρεσιβλήτους. Ωστόσο, από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο πρώτος αναιρεσείων δεν προκύπτει ότι έγινε πραγματική επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στους απολειπόμενους πρώτη, τέταρτο, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ως άνω 1393/2007 Κανονισμό, η δε επίδοση προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη έγινε στις 20/2/2015, δηλαδή όχι στην ορισθείσα προθεσμία των 90 ημερών πριν από τη δικάσιμο της 1/4/2015, ενώ οι (πλασματικές) επιδόσεις που έγιναν προς την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν είναι νόμιμες.
Τέλος, από τα λοιπά έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι διάδικοι δεν προκύπτει ότι έγινε νόμιμη κλήτευση της δεύτερης αναιρεσείουσας-απλής ομοδίκου του πρώτου αναιρεσείοντος (κατοίκου ...) για να παραστεί κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης στην παραπάνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης και να χωρήσει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τους νομίμως εκπροσωπούμενους από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους πρώτο αναιρεσείοντα και τρίτη αναιρεσίβλητη, να κηρυχθεί δε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Από τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, αν υπάρχει κενό ή ασάφεια της διαθήκης, κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση να ερμηνεύσει τη διαθήκη, αίροντας έτσι την ασάφεια αυτής, προκειμένου να ανεύρει την αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και κατά την υποκειμενική άποψη του τελευταίου οπότε επιτρέπεται να λάβει υπόψη προς τούτο και περιστατικά ή στοιχεία που βρίσκονται εκτός της διαθήκης, αποκλειόμενης όμως της εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων του άρθρου 200 ΑΚ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νομό και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Η Σ. Μ. Χ. [C. M. H.], υπήκοος Βρετανίας και κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε στην Αθήνα στις 4-8-2008. Πριν από το θάνατο της είχε συντάξει δύο ιδιόγραφες διαθήκες, στην αγγλική γλώσσα, με ημερομηνίες σύνταξης 25-10-2006 και 8-3-2007 αντίστοιχα.
Με την από 25-10-2006 διαθήκη που συντάχθηκε νομίμως στην Βρετανία κατά το βρετανικό δίκαιο [άρθρο 11 ΑΚ], η παραπάνω θανούσα όρισε, ως εκτελεστές της διαθήκης της, την Ν. Ρ. Μ. και τους συνεταίρους της δικηγορικής εταιρίας Pryce and Co και στην εταιρία αυτή ενεχείρισε τη διαθήκη με την οποία άφησε όλη την περιουσία της στους ενάγοντες κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 1/5, 1/5, 1/30, 1/5, 1/5 και 1/10 αντίστοιχα.
Την διαθήκη αυτή, η οποία είναι έγγραφη και έχει υπογραφεί από τη διαθέτη, παρουσία δύο μαρτύρων, [βλ.τομέα 9 της Πράξεως Περί Διαθηκών 1837 στην οποία παραπέμπει η από 23-8-2010 νομική γνωμοδότηση του άγγλου J. W. και η από 26-8-2010 επιστολή του A.J. B., Αρχειοφύλακα Δημοσιεύσεων της Περιφέρειας Γουίντσεστερ , ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η ως άνω διαθήκη, είναι ισχυρή κατά το βρετανικό δίκαιο και θα μπορούσε να προσκομισθεί προς δημοσίευση σε δικαστήριο στην Αγγλία], είναι προφανές ότι η διαθέτης ήθελε να καταστήσει την έγκυρη αυτή διαθήκη ενεργό.
Στη συνέχεια η διαθέτης, με σκοπό να βοηθήσει και ανακουφίσει φίλους και γνωστούς της στην Ελλάδα, οι οποίοι είχαν ανάγκη οικονομικής ενίσχυσης και τους οποίους, ήδη εν ζωή, συνέδραμε οικονομικά σε διάφορες περιστάσεις, συνέταξε στην Ελλάδα, την από 8-3-2007 ιδιόγραφη διαθήκη της, επίσης στην αγγλική γλώσσα, η οποία έχει συνταχθεί νομίμως κατά το ελληνικό δίκαιο με την οποία κληροδότησε:
α] σε καθέναν από τους Δ. Μ., Α. Π., Ι. Α. και Κ. Κ., το ποσό των 10.000 ευρώ , β] σε καθέναν από τους κ. Ι., Α. Ν. και κ. Λ., το ποσό των 3.000 ευρώ και γ] the balance of my estate, όπως αναφέρεται κατά λέξη στην αγγλική γλώσσα [το οποίο μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα από την Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών ως το υπόλοιπο της περιουσίας μου], ισομερώς μεταξύ των πέντε [5] εναγομένων.
Μετά το τέλος του, ως άνω, κειμένου της διαθήκης, έχει προστεθεί σημείωση με ημερομηνία 27-3-2008, σύμφωνα με την οποία δίνεται εντολή στους δικηγόρους Α.Κ. και Λ.Κ. [προς τους οποίους απευθύνεται με την πρώτη σειρά του κειμένου της διαθήκης της], να αφαιρέσουν την αμοιβή τους και σε περίπτωση που η κληρονομιά εξαντλείται, να περικοπούν οι δωρεές κατ' αναλογία.
Με την διαθήκη αυτή σκοπός της θανούσας ήταν να διατεθούν στους τιμώμενους συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, ως κληροδοτήματα, από λογαριασμό του ταμιευτηρίου που διατηρούσε η θανούσα, εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, και συγκεκριμένα σε τράπεζα της Ελβετίας. Το περιουσιακό αυτό στοιχείο ήταν το μοναδικό, κατά την αληθινή βούληση της, που καταλαμβανόταν από τις διατάξεις της δεύτερης διαθήκης της, από το περιεχόμενο της οποίας δεν προκύπτει, με ρητή δήλωση της διαθέτη, ανάκληση της πρώτης κύριας διαθήκης της, σύμφωνα με την οποία ήθελε τους -ενάγοντες, ως καθολικούς κληρονόμους της, στο σύνολο της περιουσίας της στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ τέτοια ρητή δήλωση συμπεριέλαβε στην πρώτη διαθήκη της στην αρχή του κειμένου της οποίας δήλωσε ότι "δια της παρούσης ανακαλώ κάθε προγενέστερη διαθήκη και κωδίκελό μου".
Περαιτέρω όμως, από τη φράση the balance of my estate, που χρησιμοποίησε η διαθέτης στη δεύτερη διαθήκη της, δημιουργείται ασάφεια σχετικά με το αν το περιεχόμενο αυτής συμβιβάζεται ή όχι, εν όλω η εν μέρει, με το αντίστοιχο της πρώτης διαθήκης. Ειδικότερα, ενώ με την πρώτη διαθήκη άφηνε στους ενάγοντες όλη την περιουσία της [κατά ακριβή μετάφραση από την αγγλική γλώσσα του "the whole of my estate of whatsoever kind and wherever situated" = όλη την περιουσία μου κάθε είδους και όπου και αν βρίσκεται ], με τη δεύτερη διαθήκη άφησε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 49.000 ευρώ, σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Αν με τη διαθήκη αυτή, η διαθέτης περιοριζόταν στις ως άνω κληροδοσίες, η εναντίωση της δεύτερης διαθήκης με την εν θα ήταν ολοκληρωτική και οι δύο διαθήκες θα ίσχυαν παράλληλα ως μία ενιαίοι διαθήκη. Η προσθήκη όμως της με αριθμό 3 διάταξης της τελευταίας βούλησης με την οποία άφησε, ισομερώς, μεταξύ των πέντε [5] εναγομένων, "the balance of my estate" και ειδικά η χρήση της αγγλικής λέξης "balance", η οποία ορθώς μεταφράζεται "ως υπόλοιπο", πλην όμως η ακριβής έννοια αυτής είναι υπόλοιπο λογαριασμού ή γενικότερα χρηματικό υπόλοιπο (σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες μεταφράσεις της επίμαχης λέξης, από το Oxford Australian Essential Dictionary and Thesaurus και το διαδικτυακό αγγλοελληνικό λεξικό WordReference.com, καθώς και το διαδικτυακό αγγλικό λεξικό Oxforddictionaries.com, όπου η ερμηνεία της λέξης αποδίδεται στην αγγλική γλώσσα ως the amount of money held in an account=χpηματικό υπόλοιπο λογαριασμού ή the difference between an amount due and an amount paid = διαφορά μεταξύ ποσού που οφείλεται και ποσού που πληρώθηκε ή an amount left ονεΓ=υπολειπόμενο ποσό), δημιουργεί αμφιβολία σχετικά με την αληθινή βούληση της διαθέτη και συγκεκριμένα σχετικά με το αν, με τη διάταξη αυτή, ήθελε να αφήσει όλη την υπόλοιπη περιουσία της [κινητή και ακίνητη] στους εναγομένους ή ήθελε να αφήσει σ' αυτούς μόνο το χρηματικό υπόλοιπο κάποιου ή κάποιων τραπεζικών της λογαριασμών και ως προς την υπόλοιπη περιουσία της να εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της πρώτης διαθήκης.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας της δεύτερης διαθήκης, ως προς την παραπάνω διάταξη και ως προς το αν, με αυτή, η διαθέτης επιθυμούσε ν' ανακαλέσει την πρώτη διαθήκη, η οποία [ερμηνεία] θα γίνει όχι με βάση το άρθρο 173 ΑΚ, αλλά βάσει των κανόνων του αγγλικού δικαίου, ως το δίκαιο της ιθαγένειας της κληρονομουμένης που διέπει τις κληρονομικές σχέσεις [άρθρο 28 ΑΚ].
Σύμφωνα με την προαναφερόμενη από 23-8-2010 νομική γνωμοδότηση του άγγλου δικηγόρου J. W., το αγγλικό δίκαιο, ως προς τα θέματα ερμηνείας και ανάκλησης των διαθηκών, προβλέπει τα εξής: Βασικός κανόνας έναντι του οποίου όλοι οι άλλοι πρέπει να υποχωρούν, είναι ότι προέχει η βούληση του διαθέτη. Ο κανόνας αυτός δεν αποκλείει τη λήψη υπόψη εξωτερικών, εκτός του κειμένου της διαθήκης, αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και υποκειμενικών δηλώσεων σχετικά με το σκοπό του διαθέτη ...
Ερμηνεία είναι η διαπίστωση του νοήματος, το οποίο ένα έγγραφο θα διαβίβαζε σε ένα λογικό πρόσωπο που θα είχε όλο το υπόβαθρο των γνώσεων, οι οποίες θα έπρεπε να είναι διαθέσιμες κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης ... Το νόημα το οποίο θα διαβίβαζε μια διαθήκη σε ένα λογικό άνθρωπο δεν συμπίπτει με το νόημα των λέξεων της.
Το νόημα των λέξεων είναι ζήτημα λεξικού και γραμματικής ενώ το νόημα της διαθήκης είναι εκείνο το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό υπόβαθρο, ήθελε λογικά να εννοήσει ο διαθέτης ... Η λήψη υπόψη των εξωτερικών αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και των αποδεικτικών στοιχείων της βούλησης του διαθέτη, η ερμηνεία της διαθήκης προσώπου αποβιώσαντος μετά την 1-1-1983, διέπεται από το τμήμα 21 της Πράξης Περί της Διοίκησης της Δικαιοσύνης του 1982 [Πράξη του 1982], η οποία αναφέρει ότι το εδάφιο αυτό εφαρμόζεται :
α] στο βαθμό που κάποιο τμήμα της είναι χωρίς νόημα, β] στο βαθμό που η χρησιμοποιούμενη γλώσσα είναι σε κάποιο τμήμα της ασαφής εκ πρώτης όψεως, γ] στο βαθμό που τα αποδεικτικά στοιχεία, εκτός των αποδεικτικών στοιχείων του σκοπού-πρόθεσης του διαθέτη, δείχνουν ότι η χρησιμοποιούμενη γλώσσα σε κάποιο τμήμα της είναι ασαφής.
Στο βαθμό που το εδάφιο αυτό εφαρμόζεται σε μια διαθήκη, εξωτερικά αποδεικτικά στοιχεία [εκτός κειμένου της διαθήκης], συμπεριλαμβανομένων αποδεικτικών στοιχείων για το σκοπό-πρόθεση του διαθέτη, μπορούν να γίνουν δεκτά ώστε να βοηθήσουν στην ερμηνεία της ... Ο κανόνας, που διέπει την παραδοχή των εκτός διαθήκης κειμένων αποδεικτικών στοιχείων προς εξακρίβωση του αν ο διαθέτης σκοπούσε να ανακαλέσει μια διαθήκη, διαφέρει από τις περί ερμηνείας διαθηκών διατάξεις και συνοψίζεται στην υπόθεση Lamothe κατά Lamothe στο ότι πριν από την εφαρμογή της Πράξης Περί Διοίκησης της Δικαιοσύνης του 1982, απόκειτο στην κρίση του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ποια ή ποιες διαθήκες του διαθέτη δύναται να δημοσιεύσει, να λάβει υπόψη του τη βούληση του διαθέτη και προς τον σκοπό αυτό να λάβει υπόψη αποδεικτικά στοιχεία εκτός του γράμματος των διαθηκών.
Δεν υπάρχει διάταξη στην Πράξη "Περί της Διοίκησης της Δικαιοσύνης του 1982" που να δείχνει ότι η ως άνω ευχέρεια του Δικαστηρίου, ανακλήθηκε και αντικαταστάθηκε από πιο περιορισμένες δυνατότητες για την λήψη υπόψη τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων. Κατ' αρχήν, η δεύτερη διαθήκη συντάχθηκε πέντε μήνες μετά την σύνταξη της πρώτης , χωρίς να αποδεικνύεται ότι στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα μεσολάβησε οποιοδήποτε γεγονός που θα επηρέαζε την διαθέτη ώστε να αλλάξει γνώμη και να αφήσει όλη την κληρονομιά της σε πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα στα οποία την άφηνε με την πρώτη διαθήκη, που είχαν άλλωστε τα πρόσωπα αυτά και στενές σχέσεις μαζί της και συγκεκριμένα η δεύτερη ενάγουσα είναι εξαδέλφη της, οι πρώτη και τέταρτος βαφτισιμιοί της, οι τρίτη και έκτη αδελφές του τέταρτου ενάγοντος και η πέμπτη βαφτισιμιά της αδελφής της διαθέτη, J.
H.. Οι ενάγοντες ήταν όχι μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά οι μοναδικοί συγγενείς αλλά και φίλοι της διαθέτη, Σ. Μ. Χ., η οποία ουδέποτε τέλεσε γάμο ούτε απέκτησε τέκνα. Έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη προς τους ενάγοντες, τους οποίους είχε ενημερώσει για την σύνταξη της πρώτης διαθήκης. Παρά το γεγονός ότι η διαθέτης ήταν μόνιμη κάτοικος …, επικοινωνούσε τακτικά με τους ενάγοντες, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο επισκεπτόταν το Ηνωμένο Βασίλειο όπου παρέμενε για αρκετούς μήνες κοντά τους, φιλοξενούμενη στις οικίες τους.
Αλλά και οι ενάγοντες την επισκέπτονταν τακτικά στην Ελλάδα και πραγματοποιούσαν μαζί της διάφορα ταξίδια εντός ή εκτός Ελλάδος. Περαιτέρω, ο δικηγόρος της διαθέτη που εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο, κατέθεσε ότι αυτή τον ενημέρωσε για την ύπαρξη της πρώτης διαθήκης και ζήτησε τη συμβουλή του για την σύνταξη της δεύτερης ώστε να είναι έγκυρη κατά το ελληνικό δίκαιο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η δεύτερη θα είναι συμπληρωματική της πρώτης και όχι ανακλητική αυτής.
Μάλιστα η διαθέτης άφησε μέσα στο χρηματοκιβώτιο ένα φάκελο προοριζόμενο για τον μάρτυρα δικηγόρο της, στον οποίο περιέχονταν τόσο η δεύτερη διαθήκη όσο και αντίγραφο της πρώτης, γεγονός που επιβεβαιώνει αυτό που κατέθεσε ο μάρτυρας "ότι δηλαδή αν είχε σκοπό η διαθέτης με τη δεύτερη διαθήκη να ανακαλέσει εξολοκλήρου την πρώτη, δεν υπήρχε λόγος να του αφήσει στο χρηματοκιβώτιο και το αντίγραφο της πρώτης διαθήκης".
Σημαντικό όμως είναι ότι μέσα στον εν λόγω φάκελο υπήρχαν και άλλα έγγραφα της διαθέτη, που συντάχθηκαν σε μεταγενέστερο της σύνταξης της δεύτερης διαθήκης χρόνο, από τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν είχε σκοπό να ανακαλέσει την πρώτη διαθήκη και συγκεκριμένα, 1] η από 9-7-2007 επιστολή της προς τον Α. S. της εταιρίας THE FLY GROUP στην οποία αναφέρει "...
σχετικά με τη διαθήκη μου, έχω συντάξει διαθήκη εδώ και πολλά χρόνια την οποία ανανέωσα τον Οκτώβριο του έτους 2006 και βρίσκεται στη φύλαξη των δικηγόρων μου στο Ηνωμένο Βασίλειο ...", 2] η από 19-2-2008 επιστολή της προς τη δικηγορική εταιρία PRYCE and CO, στην οποία είχε καταθέσει την πρώτη διαθήκη της και σε αυτή αναφέρει "...
Σας γράφω για ορισμένες πληροφορίες αναφορικά με την περιουσία μου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η διαθήκη μου βρίσκεται υπό τη φύλαξη σας ...", 3] το από 27-2-2008 απαντητικό, στην ανωτέρω επιστολή της, έγγραφο του δικηγόρου S. C., με το οποίο, μεταξύ άλλων, την ενημερώνει ότι τα γραφεία της εταιρίας PRYCE and CO έκλεισαν και όλοι οι τίτλοι και τα έγγραφα της, μεταξύ των οποίων και η διαθήκη της, έχουν μεταφερθεί στην εταιρία HENMANS L.L.P. Στο πάνω δεξιό τμήμα του ως άνω εγγράφου, υπάρχει χειρόγραφη παραπομπή της διαθέτη στην οποία με βέλος υποδεικνύει ότι η διαθήκη της είναι πλέον στο τελευταίο δικηγορικό γραφείο. 4] Η από 9-3-2008 επιστολή της διαθέτη προς το δικηγόρο S. C., στην οποία αναφέρει "...
Σημειώνω ότι η διαθήκη μου και όλα τα έγγραφα βρίσκονται τώρα στους Χένμανς. Από την τελευταία φορά που σας έγραψα, έλαβα γράμμα από την κ. Ν. Μ., [που είναι η εκτελέστρια της διαθήκης μου]..." 5] Δύο χειρόγραφα σημειώματα της, ένα με ημερομηνία 11-3-2008 , στο οποίο αναφέρει ότι "... Η διαθήκη μου αρχικά φυλασσόταν από τους PRYCE and CO.
Οι PRYCE and CO δεν υφίστανται πλέον διότι τα γραφεία τους έκλεισαν ... Η διαθήκη μου βρίσκεται τώρα μαζί με όλα τα έγγραφα στους Χένμανς ...." και άλλο, χωρίς ημερομηνία, στο οποίο αναφέρει "... Οι δικηγόροι στο Άμπιγκτον PRYCE and CO εξαγοράστηκαν από τους HENMANS ... Η διαθήκη μου βρίσκεται στο χρηματοφυλάκιο των Χένμανς ...".
Απ' όλα τα ως άνω εξωτερικά , εκτός του κειμένου της διαθήκης, αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει σαφώς ότι η διαθέτης συνέταξε τη δεύτερη διαθήκη ως συμπληρωματική της πρώτης και χωρίς να έχει σκοπό ανάκλησης του συνόλου αυτής, άλλως θα είχε φροντίσει να την αναλάβει από το αγγλικό δικηγορικό γραφείο στο οποίο την είχε παραδώσει προς φύλαξη ή έστω δεν θα πληροφορούσε το δικηγόρο Α.
Κ. σχετικά με το δικηγορικό γραφείο στο οποίο φυλάσσεται η πρώτη διαθήκη της.
Συνεπώς, με βάση όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, η λέξη balance που χρησιμοποίησε η διαθέτης στη δεύτερη διαθήκη, πρέπει να ερμηνευθεί, ως έχουσα την έννοια, όχι του υπολοίπου ολόκληρης της περιουσίας της , αλλά ορισμένου χρηματικού υπολοίπου και δη του υπολοίπου κάποιου ή κάποιων τραπεζικών λογαριασμών της, από τον οποίο θα αναλαμβάνονταν τα χρηματικά ποσά που θα κάλυπταν τις επτά [7] πρώτες κληροδοσίες, ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού θα κληροδοτούνταν προς τους πέντε εναγομένους.
Ειδικότερα, για το ότι η φράση the balance of my estate, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο αυτό, αφορούσε το χρηματικό υπόλοιπο ενός ή περισσοτέρων τραπεζικών λογαριασμών, θα πρέπει να ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη, ως εξωτερικά αποδεικτικά στοιχεία, αφενός η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Α. Κ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο δικηγόρος της διαθέτη και κατέθεσε ότι "...
πριν αρρωστήσει μου ζήτησε να καταστούμε με το γιό μου συνδικαιούχοι λογαριασμού που είχε στην Ελβετία ... και καταλάβαινα και από τη διαθήκη ότι ακριβώς τα λεφτά αυτά που είχε στην Ελβετία επρόκειτο εγώ να διαχειριστώ ως εκτελεστής της από 8-3-2007 ελληνικής διαθήκης και να τα δώσω σε αυτούς που ορίζονται μέσα στην εν λόγω διαθήκη ...", αφετέρου οι προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων εναγόντων, της A.
G. M., η οποία κατέθεσε ότι "... Ανέφερε βαφτισιμιούς της στην Αγγλία μεταξύ των άγγλων κληρονόμων ... ανέφερε ότι ολόκληρη η περιουσία της στην Αγγλία θα μοιραζόταν σε όλους αυτούς και ότι είχε προσλάβει άγγλους δικηγόρους για να ασχοληθούν με την αγγλική διαθήκη ...", ήταν σαφές ότι είχε την πρόθεση τα περιουσιακά στοιχεία του Ηνωμένου Βασιλείου να περιέλθουν στους κληρονόμους της στο Ηνωμένο Βασίλειο και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία, που δεν βρίσκονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, να κληροδοτηθούν σε πρόσωπα και οντότητες στην Ελλάδα ..., και της M.
E., η οποία κατέθεσε ".. .ότι μου προκάλεσε έκπληξη το χρηματικό ποσό το οποίο έλεγε ότι διαθέτει στο Ηνωμένο Βασίλειο και στα νησιά της Μάγχης ... μου έλεγε επίσης ότι διαθέτει χρήματα στην Ελβετία και στην Ελλάδα, τα οποία προέρχονταν από την σύνταξη της και από το τίμημα της πώλησης εξοχικής κατοικίας της στην Ελλάδα.
Η Σ. μου είπε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της στο Ηνωμένο Βασίλειο θα τα μοιράζονταν η εξαδέλφη της M. L. και τα βαφτιστήρια της καθώς και τα μέλη της οικογένειας R., όλοι κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου. Κάποια στιγμή όταν έμενα μαζί της στο εξοχικό στην Εύβοια, η Σ. μου είπε ότι σκόπευε να αφήσει τα περιουσιακά της στοιχεία στην Ελλάδα και στην Ελβετία σε ανθρώπους στην Ελλάδα και μου κατέστησε απολύτως σαφές ότι δεν ανησυχούσε σχετικά με την κληρονομιά που άφηνε στους κληρονόμους της στο Ηνωμένο Βασίλειο και η οποία αποτελείτο από τα περιουσιακά της στοιχεία στην Αγγλία ...".
Τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία σε συνδυασμό με το ότι η δεύτερη διαθήκη συντάχθηκε με μορφή επιστολής απευθυνόμενης στους δικηγόρους Α.Κ. και Λ.Κ., οι οποίοι είχαν ορισθεί, όπως προαναφέρθηκε, συνδικαιούχοι σε τραπεζικό λογαριασμό που είχε η διαθέτης στην Ελβετία, με εντολή προς αυτούς ν' αφαιρέσουν την αμοιβή τους [στοιχεία από τα οποία εμμέσως συνάγεται ότι τους όρισε εκτελεστές αυτής], συνηγορούν στην περαιτέρω ερμηνεία της φράσης "balance of my estate" ως το χρηματικό υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών της διαθέτη στην Ελλάδα και στην Ελβετία.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο ερμηνεύοντας την ως άνω επίμαχη φράση της δεύτερης διαθήκης, κρίνει ότι η αληθινή και εκπεφρασμένη βούληση της διαθέτη, ήταν να κληροδοτήσει στους εναγομένους το χρηματικό υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών της, που βρίσκονται στην Ελλάδα και στην Ελβετία, ενώ, καθόσον το περιεχόμενο της δεν είναι ασυμβίβαστο, κατά τα λοιπά, με το περιεχόμενο της πρώτης διαθήκης, ήθελε η υπόλοιπη περιουσία της [κινητή και ακίνητη] που τυχόν υπάρχει στο Ηνωμένο Βασίλειο, να περιέλθει στους ενάγοντες, σύμφωνα με όσα είχε ορίσει στην πρώτη διαθήκη της και τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανακλήθηκαν κατά το μέρος αυτό με τη σύνταξη της δεύτερης διαθήκης".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την από 9/2/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι με την από 25/10/2006 συνταχθείσα κατά το βρετανικό δίκαιο ιδιόγραφη διαθήκη, σε συνδυασμό με την από 8/3/2007 συνταχθείσα κατά το ελληνικό δίκαιο ιδιόγραφη διαθήκη της Σ.
Μ. Χ., που πέθανε στην Αθήνα στις 4/8/2008, εγκαταστάθηκαν αυτοί, ως μοναδικοί κληρονόμοι της στο σύνολο της περιουσίας της κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη πιο πάνω διαθήκη ποσοστά εξ αδιαιρέτου, εκτός από ένα τραπεζικό λογαριασμό που η διαθέτης τηρούσε στην Ελβετία, το περιεχόμενο του οποίου κληροδότησε με τη δεύτερη διαθήκη στα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα, κατόπιν δε τούτου επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω αποδεικτική του κρίση, μετά την ανέλεγκτη διαπίστωση ασάφειας ως προς το περιεχόμενο της δεύτερης πιο πάνω διαθήκης, αναφορικά με το αν η αληθινή (υποκειμενική) βούληση της διαθέτιδος που εκφράστηκε με την εν λόγω διαθήκη ήταν να κληροδοτήσει στους αναιρεσείοντες το χρηματικό υπόλοιπο των τραπεζικών της λογαριασμών που βρίσκονται στην Ελβετία και στην Ελλάδα ή να περιέλθει σε αυτούς η υπόλοιπη (κινητή και ακίνητη) περιουσία της που τυχόν υπάρχει στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με όσα είχε ορίσει αυτή στην πρώτη πιο πάνω διαθήκη, ανακαλώντας έτσι (κατά την άποψη των αναιρεσειόντων) κατά το μέρος αυτό το περιεχόμενο της πρώτης διαθήκης, για την ανεύρεση δε της αληθινής βούλησης της διαθέτιδος και χωρίς προσήλωση στις λέξεις το Εφετείο έλαβε υπόψη και στοιχεία που υπήρχαν εκτός του περιεχομένου της πιο πάνω ασαφούς (δεύτερης) διαθήκης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν Παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ ως προς την ερμηνεία της επίμαχης (δεύτερης) διαθήκης, ο δε τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι:
α) εσφαλμένα προσέφυγε στην ερμηνεία της εν λόγω διαθήκης, αν και δεν διαπίστωσε ασάφεια στο περιεχόμενο της, β) παρά το σαφές περιεχόμενο της διαθήκης αυτής, την οποία η διαθέτης συνέταξε, αφού προηγουμένως συμβουλεύθηκε τον Έλληνα δικηγόρο της Α. Κ., χωρίς να περιλάβει ειδικά τον όρο ότι πρόκειται για συμπληρωματική διαθήκη της πρώτης, εν τούτοις το Εφετείο οδηγήθηκε στην ερμηνεία της, εξαιτίας των παραπλανητικών εξωτερικών στοιχείων που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, γ) απέδωσε μεμονωμένα στην ελληνική γλώσσα τις αγγλικές λέξεις "balance", "estate" που υπάρχουν στη δεύτερη διαθήκη, με αποτέλεσμα τη διαπίστωση της φερόμενης ασάφειας και την εντεύθεν ερμηνεία της, βάσει σαθρών εξωτερικών στοιχείων, είναι απορριπτέος κατά μεν το πρώτο σκέλος του αβάσιμος, γιατί το δικαστήριο προχώρησε στην ερμηνεία της (δεύτερης) διαθήκης, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του διαπίστωσε ασάφεια σε αυτή, κατά δε το δεύτερο και τρίτο σκέλος του ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση των πιο πάνω πλημμελειών, πλήττει την επίσης αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ποια ήταν η αληθινή βούληση του διαθέτη, η οποία αποτελεί κρίση περί πραγμάτων, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου για την απόδειξη ισχυρισμού του που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που ρυθμίζεται ειδικά και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, η δε παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας ιδιαίτερης μνείας του εγγράφου αυτού στην απόφαση του δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ (ολΑΠ 8 και 12/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, διότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στην κατ' έφεση δίκη οι αναιρεσείοντες με τις έγγραφες προτάσεις τους για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι η αληθής βούληση της διαθέτιδος που εκφράσθηκε με την από 8/3/2007 ιδιόγραφη διαθήκη της ήταν να εγκατασταθούν αυτοί ως κληρονόμοι της στο σύνολο της περιουσίας της (κινητής και ακίνητης) και ότι δεν ήταν πλέον ισχυρή η από 25/10/2006 προγενέστερη διαθήκη της.
Ειδικότερα, δεν λήφθηκαν υπόψη: 1) η με αριθ. Πρωτοκόλλου 343/2013 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σύμφωνα με την οποία η γλωσσική απόδοση στην Ελληνική της έκφρασης της διαθέτιδος στην τελευταία διαθήκη της "the balance of my estate" είναι "το υπόλοιπο του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας (κινητής και ακίνητης)", 2) η 235/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία σε ελληνική μετάφραση η από 8/3/2007 διαθήκη, γ) η επίσημη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα της επίμαχης διαθήκης από τη μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, με την οποία η έκφραση "balance of my estate" αποδόθηκε ως "το υπόλοιπο της περιουσίας μου", δ) τα έγγραφα αποσπάσματα από το λεξικό νομικής ορολογίας κληρονομικού δικαίου, καθώς και από το αγγλικό διαδικτυακό λεξικό νομικής ορολογίας, σε επίσημη μετάφραση από το Υπουργείο Εξωτερικών, με τα οποία αποδίδεται η ίδια πιο πάνω έννοια στην επίμαχη έκφραση "the balance of the estate", ε) οι από 19/2/2008 και από 9/3/2008 επιστολές της διαθέτιδος (σε επίσημη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα) προς τη δικηγορική εταιρία PRYCE and Co., από τις οποίες προκύπτει ότι μετά τη σύνταξη της τελευταίας (επίμαχης) διαθήκης η διαθέτης θεωρούσε ότι δεν ίσχυε πλέον η από 25/10/2006 (προγενέστερη) διαθήκη της.
Όπως, όμως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδική μνεία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για την ερμηνεία της επίμαχης διαθήκης τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του ποαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματος του.
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο πρώτος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης τρίτης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8/9/2014 αίτησης των Γ.-Ό. Γ. κλπ για αναίρεση της 2092/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα και τους πρώτη, δεύτερη, τέταρτο, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους διατάσσεται ο χωρισμός της δίκης.
Διατάσσει την πρόοδο της συζήτησης της υπόθεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και την τρίτη αναιρεσίβλητη.
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης Κ. Τ. Ρ., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ