Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of reasoning, ordering appellants to pay costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request for retrial of the 1989 first-instance judgment. The court found the appeal inadmissible because the appellants failed to appear at the hearing and the lower court had properly notified them, and it rejected arguments regarding the evaluation of evidence and lack of reasoning. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the summoned defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 para. 1, 2, 3, 568 para. 1 and 4, 498 para. 1, 226 para. 4 item [...] of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party fails to appear without valid justification, and arguments regarding the evaluation of evidence or lack of reasoning do not constitute grounds for retrial under Article 559 para. 19.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 643 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 643/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλουσών: 1. Α. Λ. του Α. και 2. Χ. Λ. του Α., κατοίκων ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων και καθολικών διαδόχων των αναιρεσειόντων και αρχικών διαδίκων α) Α. Α. Λ. και β) Α. θυγ. Α. Λ., οι οποίες παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους α) Δημήτριο Τσιλιμιγκάκη και β) Νικόλαο Ρουσσόπουλο.
Των καθών η κλήση: 1. Α. Σ. του Γ., 2. Σ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων και καθολικών διαδόχων της αρχικής αναιρεσίβλητης μητέρας μας Α. συζ. Γ. Σ., το γένος Σ. Λ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Πελέκη, 3. Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμου και καθολικού διαδόχου της αρχικώς αναιρεσίβλητης αποβιωσάσης Α. συζ. Γ. Σ., το γένος Σ. Λ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γκότση και 4. Φιλανθρωπικού Ιδρύματος με την επωνυμία Άσυλο Ανιάτων", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-1969 αγωγή της Α.ς συζ. Γ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5174/1970 μη οριστική, 10583/1972 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4576/1973 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκε αίτηση αναψηλάφισης και εκδόθηκε η 4022/1989 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-1990 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 830/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούσες με την από 15-12-2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 7-2-2007 έκθεση του Αρεοπαγίτη Σταύρου Γαβαλά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των καλουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των καθών η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576παρ. 1, 2 και 3 , 568 παρ. 1 και 4 ,498 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Εξ' άλλου, η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 601Ε/20/4/2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 15/12/2009 κλήσεως, μαζί με την κάτω από αυτή από 12/1/2010 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, διά της οποίας, μετά την κήρυξη ως απαραδέκτου της συζητήσεως της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 830/2007, απόφαση του Αρείου Πάγου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της λόγω μη κλητεύσεως των τρίτου και τετάρτου εκ των καθ' ών Σ.
Μ. και Ασύλου Ανιάτων, του πρώτου απ' αυτούς ως κληρονόμου της αρχικώς πρώτης αναιρεσίβλητης Α. συζ. Γ. Σ. του δε δευτέρου ως αρχικώς δευτέρου αναιρεσίβλητου, ορίσθηκε νέα δικάσιμος η 1/12/2010, μετά την οποία, δια σημειώσεως στο πινάκιο η συζήτηση αναβλήθηκε για την στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφερομένη δικάσιμο της 2/11/2011, νομίμως και εμπροθέσμως επεδόθη προς το και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο "ΑΣΥΛΟ ΑΝΙΑΤΩΝ", με την επιμέλεια των κληρονόμων των αναιρεσειόντων Α.
Λ. και Α. θυγ. Α. Λ., οι οποίοι κληρονόμοι διά του πληρεξουσίου των δικηγόρου Νικολάου Ρουσσοπούλου επισπεύδουν την συζήτηση. Πλην όμως το δεύτερο αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο της 2/11/2011, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της.
σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
II. Επειδή, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 στοιχ.α', 287, 288, 290 και 291 του ΚΠολΔ, τη δίκη που διακόπηκε βίαια με την γνωστοποίηση του θανάτου του διαδίκου, μπορούν να την επαναλάβουν οι εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμοι και μόνον εάν πρόκειται περί αναγκαστικής ομοδικίας η επανάληψη πρέπει να γίνει από όλους τους κληρονόμους, η δε κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως επί επαναλήψεως της βιαίως διακοπείσης δίκης είτε εκουσίως είτε αναγκαστικώς, πρέπει να απευθύνεται μόνον κατά των κληρονόμων (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) του αποβιώσαντος διαδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης, μετά την άσκηση της ενδίκου από 30/10/1990 αιτήσεως για αναίρεση της 4022/1989 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, απεβίωσαν οι αρχικώς αναιρεσείοντες Α. Λ. και Α. θυγατέρα Α. Λ., οι οποίοι κληρονομήθηκαν από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους Α.
Λ. του Α. και Χ. Λ. του Α.. Επίσης, απεβίωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη Α. σύζυγος Γ. Σ., η οποία κληρονομήθηκε εκ διαθήκης μόνον από τον εκ του δευτέρου γάμου της σύζυγο της Σ. Μ., δυνάμει της από 25/8/2000 ιδιογράφου διαθήκης της, δημοσιευθείσης και κηρυχθείσης κυρίας με το υπ' αριθμ. 6688/2.12.2005 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όχι όμως και από τα τέκνα της Α.
Σ. και Σ. Σ. από τον πρώτο της γάμο με τον Γ. Σ.. Κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21/2/2007 με την περί γνωστοποιήσεως του θανάτου των άνω διαδίκων του πληρεξουσίου δικηγόρου των δήλωση, καταχωρηθείσα στα πρακτικά της δίκης της εν λόγω δικασίμου, επήλθε βιαία διακοπή της δίκης κατά το άρθρο 287 ΚΠολΔ. Ήδη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 291 παρ.1 εδ.β, 292 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, νομίμως επαναλαμβάνεται η βιαίως διακοπείσα δίκη μεταξύ των ανωτέρω εξ' αδιαθέτου κληρονόμων των αρχικώς αναιρεσειόντων Α.
Λ. και Α. θυγ. Α. Λ. Α. Λ. του Α. και Χ. Λ. του Α. και του προαναφερομένου εκ διαθήκης μοναδικού κληρονόμου της πρώτης αναιρεσιβλήτου Α. συζύγου Γ. Σ., Σ. Μ. του Α.. Με βάση όμως τα άνω περιστατικά, η από 15/12/2009 κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης, είναι απαράδεκτη ως προς τους Α.
Σ. και Σ. Σ., αφού αυτοί, όπως ελέχθη, δεν έχουν την ιδιότητα του κληρονόμου της μητέρας των Α. Σ., όπως και οι ίδιοι βασίμως υποστηρίζουν διά των από 20.2.2007 προτάσεών τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
III. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.
Εξάλλου, πράγματα που προτάθηκαν, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' λόγο αναίρεσης, αποτελούν μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν τη βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και τα επιχειρήματα σε σχέση με την βαρύτητα των αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση της παρ. β' με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001) λόγος αναίρεσης, για λήψη υπόψη πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη, δεν ιδρύεται σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση του, πλην όμως προσέδωσε σε αυτά διαφορετική βαρύτητα από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτά έχουν.
Τέλος, και ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που αφορά τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, δεν ιδρύεται, όταν δε γεννάται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, αλλά τους προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτά έχουν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση αναιρετικών λόγων από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 (περ.β') και 10 (περ.α') του ΚΠολΔ, προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, ισχυριζόμενος ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη του τα επιχειρήματα του σε σχέση με τη βαρύτητα των μαρτυρικών καταθέσεων, προσέδωσε σε ορισμένες μαρτυρικές καταθέσεις αξιοπιστία, που όπως υποστηρίζει με το αναιρετήριο αυτές δεν έχουν και δεν προσέδωσε σε άλλες την αξιοπιστία που, κατά την άποψή του, αυτές έχουν.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 (περ. γ') του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις γραφολογικές εκθέσεις των γραφολόγων πραγματογνωμόνων Α. Μ. και Δ. Κ.. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν γίνεται ειδική μνεία των εκθέσεων αυτών και του περιεχομένου τους και συνεπώς δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις εκθέσεις αυτές. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, προβάλλει τη μη λήψη υπόψη των εν λόγω εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, την μη πρόσδοση σε αυτές της αποδεικτικής βαρύτητας που αυτός υποστηρίζει ότι έχουν, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
IV. Επειδή, ως ζητήματα, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στερούν από νόμιμη βάση την απόφαση και ιδρύουν τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ. λόγο αναίρεσης, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή τα πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την εφαρμογή του νόμου και την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι δεν έχει νόμιμη βάση η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω ανεπαρκών ή ανύπαρκτων αιτιολογιών ως προς την απόρριψη των πραγματικών του επιχειρημάτων, σε σχέση με την αξιολόγηση των αποδείξεων από τις οποίες συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα για πλαστότητα της προσβαλλόμενης με την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης διαθήκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/12/2009 κλήση ως προς τους Α. Σ. του Γ. και Σ. Σ. του Γ..
Απορρίπτει την από 30/10/1990 αίτηση των Α. Λ. και Α. θυγ. Α. Λ. για αναίρεση της 4022/1989 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους Α. Λ. του Α. και Χ. Λ. του Α. (ως κληρονόμων των αρχικών αναιρεσειόντων Α. Α. Λ. και Α. θυγ. Α. Λ.) στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου καθού η κλήση Σ. Μ. του Α., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 21η Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ