Supreme Court partially allows appeal on unpaid vacation pay but dismisses procedural grounds regarding unproven working hours.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued the employer failed to pay full vacation wages and interest, while the employer contested the specific working hours and contract details. The court dismissed the procedural objection about unproven working hours but found the employer liable for unpaid vacation pay and interest, remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 655(a), 655(b) of the Civil Code; Article 341, 345 of the Civil Code; Article 3 of Law 539/1945; Article 1 of Law 1346/1983; Article 3, paragraph 16 of Law 4504/1966: In case of termination of employment, the employee is entitled to vacation pay and allowance for the period of termination up to the payment date, plus interest; failure to pay constitutes a violation of substantive law grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 643 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 643/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "MAGIC FRESH A.E", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλευρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2849/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 7-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο ένατος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, χωρίς να έχει προταθεί ότι, συμφωνήθηκε ωράριο μερικής απασχόλησης της αναιρεσείουσας στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, ότι η πρόσληψη της πρώτης έγινε στις 22-8-2001, ότι η αναιρεσείουσα εργαζόταν επί 4ωρο ημερησίως και επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της και ότι η σύμβαση εργασίας της δεν γνωστοποιήθηκε στην επιθεώρηση εργασίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά είναι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής. Ωσαύτως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον ίδιο αριθμό περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, "ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί αβασίμου της αγωγής είναι απαράδεκτος, επειδή αντιφάσκει με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, και απέρριψε την αγωγή της, ως αβάσιμη", είναι απαράδεκτος.
Διότι, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά νομική επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας που αποβλέπει στην υποστήριξη των πραγματικών αγωγικών ισχυρισμών της.
Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως είναι ανέλεγκτη αναιρετικά η εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως του περιεχομένου εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με το είδος της εργασίας της αναιρεσείουσας, αντίθετο εκείνου, που κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας προέκυπτε από τα αναφερόμενα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση του ως άνω άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, πλήττει την περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβάλλει ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το περιεχόμενο των καταστάσεων του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής και της από 19-11-1999 συμβάσεως της αναιρεσίβλητης με το εν λόγω νοσοκομείο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα διέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος. Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή στις προτάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 352 παρ. 1, 438 και 440 ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη την δια των προτάσεων ενώπιον αυτού προταθείσα ομολογία της αναιρεσίβλητης περί του ότι "οι καταστάσεις που ετηρούντο υπό του ΨΧΑ συντάσσονται από την υπεύθυνη του συνεργείου ...
και όχι από το ΨΝΑ και εδέχθη ότι αυτές είναι δημόσια έγγραφα και αποτελούν πλήρη απόδειξη περί των ωρών εργασίας κ.τ.λ.". Τα ανωτέρω όμως δεν αποτελούν δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, κατά την έννοια που εκτέθηκε, ώστε η μη λήψη αυτών από το Δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται περαιτέρω στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. Β' ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για την ύπαρξη της ως άνω δικαστικής ομολογίας της αντιδίκου της, είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 περ.
Β' ΚΠολΔ, ώστε η μη λήψη αυτού υπόψη από το Εφετείο να θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, αλλά επίκληση αποδεικτικού μέσου.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά την οποία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου για την δύναμη των αποδεικτικών μέσων αφού λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, οπότε και κρίνει ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ (663, 671 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως δεύτερο μέρος, από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς τη δύναμη των αναφερόμενων στο λόγο αυτό αποδεικτικών μέσων είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Κατά το αρθρ.559 αριθ 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, μεταξύ των οποίων και η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εκκαλούσα με αριθ. 18556/2003 ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε νόμιμα ενώπιον του Ειρηνοδίκη..., σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του σχετικά με τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, τόσο κατάθεση της μάρτυρας της ενάγουσας ..., που περιέχεται στα 42/2004 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και την ως άνω 18556/2003 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα, της οποίας ρητή γίνεται μνεία, καθώς και του 159/28-3-2002 δελτίου εργατικής διαφοράς.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπως η προκείμενη, δεν επιτρέπεται η λήψη υπόψη ως αποδεικτικών μέσων ενόρκων βεβαιώσεων που έγιναν πριν περάσουν 24 ώρες από την κλήτευση, τούτο δε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, γιατί αναφέρεται στη νομιμότητα του αποδεικτικού μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, οι προσκομιζόμενες από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη υπ' αριθμ. 2289, 2290, 3000 και 3001/2003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών δεν λήφθηκαν υπόψη απ' αυτό, γιατί δεν κλήθηκε να παραστεί η αναιρεσείουσα κατά τη λήψη τους. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής :
Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 22-6-2001 η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη προκειμένου να παρέχει την εργασία της ως καθαρίστρια στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, του οποίου η αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει με σύμβαση έργου τον καθορισμό, ή σε οποιοδήποτε άλλο νοσοκομείο ή κατάστημα, του οποίου είχε αναλάβει τον καθαρισμό.
Κατά τη σύναψη της συμβάσεως μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας συμφωνήθηκε ωράριο μερικής απασχόλησης (08.00 π.μ. - 12.00'π.μ.) με πενθήμερη εργασία και ωρομίσθιο σύμφωνα με τη ΣΣΕ, η δε σύμβαση αυτή αναγγέλθηκε νόμιμα στον ΟΑΕΔ. Η αναιρεσείουσα παρέμεινε εργαζόμενη στην αναιρεσίβλητη μέχρι την 31-3-2002, οπότε και έληξε η σύμβαση έργου της αναιρεσίβλητης με το Ψυχιατρείο και η αναιρεσείουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, μαζί με άλλους 47 εργαζόμενους στην αναιρεσίβλητη και από 1-4-2002 παρείχε την εργασία της στο νέο εργολάβο.
Η αναιρεσείουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της και σιωπηρά κατήγγειλε αυτή και όχι η αναιρεσίβλητη τη σύμβαση εργασίας και συνεπώς η τελευταία δεν περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου δεν δικαιούται τα αξιούμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας....
Οι νόμιμες αποδοχές της αναιρεσείουσας, ως καθαρίστριας σε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και οι λοιποί όροι εργασίας της καθορίζονται : από α) την παρ. 5 του άρθρου 2 της Υ.Α. 33700/2890/1950 κατά την οποία οι σε οποιονδήποτε εργοδότη απασχολούμενες κατά πλήρες ωράριο καθαρίστριες των οποίων η σχέση διέπεται από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου δικαιούνται το ημερομίσθιο της ανειδίκευτης εργάτριας....β) Την 115/1990 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 18776/1980 ΦΕΚ 1173Β'/19-11-1980. Κατ' αυτήν, στο "ημερομίσθιο ασφαλείας" προστίθενται, επ' αυτού, το επίδομα : 1) ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 5%, 2) πολυετούς υπηρεσίας εκ ποσοστού 5% για κάθε τριετία και μέχρι τη συμπλήρωση τριών τριετιών και 3) γάμου εκ ποσοστού 10%, σε συνδυασμό και με την από 10-3-1989 Ε.Γ.ΣΣ.Ε. (άρθρο 4) και δ) την από 23-3-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
κατά την οποία το βασικό ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη ορίζεται από 1-1-2000 σε 20,50 € από 1-7-2000 σε 20,50 ευρώ. Τα ημερομίσθια αυτά, όπως αναφέρθηκαν, προσαυξήθηκαν κατά ποσοστό 1,80% και 1,50% από 1-1-2001 και 1-7-2001 και 5) την από 15-4-2002 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. κατά την οποία το βασικό ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη ορίζεται από 21,96 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω το παραπάνω ημερομίσθιο της αναιρεσείουσας κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2002 ανερχόταν σε 24,16 ευρώ ως μερικής δε απασχόλησης κατά το ήμισυ (4 ώρες) σε 12,08 ευρώ.
Περαιτέρω, δέχτηκε το Εφετείο, "η αναιρεσείουσα ενώ εργαζόταν 4ωρο ημερησίως, ελάμβανε αποδοχές 8ώρου, όπως της ανέγραφε η ... ... και επομένως έχει λάβει περισσότερα από όσα εδικαιούτο και επιπλέον έχει λάβει όλες τις νόμιμες αποδοχές της, τα δώρα εορτών και επιδόματα. Η ενάγουσα για τα έτη 2001 - 2002 (Αύγουστος 2001 έως και Μάρτιος 2002), σύμφωνα μετα ωρομίσθιά της έλαβε 2,922,32 ευρώ, σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμής της και της σύμβασής της".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμα τα ως άνω αγωγικά αιτήματα, περί καταβολής μισθών υπερημερίας και των δώρων εορτών, ως και των επιδομάτων, καθώς και τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τους οποίους ισχυριζόταν ότι εργαζόταν με πλήρη απασχόληση και όχι επί 4ωρο ημερησίως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα εργαζόταν, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, επί 4ωρο ημερησίως και επί πέντε ημέρες την εβδομάδα με την ειδικότητα της καθαρίστριας και ότι έχει λάβει περισσότερα από όσα εδικαιούτο, αναφέροντας προς προσδιορισμό του ζητήματος αυτού το χρόνο εργασίας της, τις νόμιμες αποδοχές της και το ποσό που έχει λάβει γι' αυτήν.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου όγδοος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για τα ως άνω ζητήματα, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 655 εδ. α' και β' ΑΚ, 5 παρ. 4 και 5 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 1346/1983 και 3 παρ. 16 του Ν.4504/1966, προκύπτει ότι, σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο, πριν ο μισθωτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός αυτός δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας κατά το χρόνοι λύσεως της σχέσεως εργασίας, που αποτελεί δήλη ημέρα πληρωμής, από την οποία και οφείλεται τόκος υπερημερίας (άρθρο 341 και 345 ΑΚ).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχτηκε ότι, η αναιρεσίβλητη είναι υποχρεωμένη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα, της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, δέχτηκε ότι η σύμβαση εργασίας, έληξε με οικειοθελή αποχώρηση της, στις 31.3.2002, ως αποδοχές και επίδομα αδείας του έτους 2002 332,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του ημερολογιακού έτους (2002) και όχι από την επίδοση της αγωγής, όπως ζητούσε η αναιρεσείουσα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (όχι και από τους αριθ. 8, 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως με το αναιρετήριο προβάλλεται) με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτό, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η αναιρεσίβλητη θα καταδικασθεί σε πληρωμή των εξόδων της αντιδίκου της, μειωμένων όμως, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 176, 1878 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει κατά το αναφερόμενο σκεπτικό μέρος, την 2849/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ