Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for late-discovered evidence regarding voluntary withdrawal from employment contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial, ordering them to pay the defendants' legal costs. The appellant sought a retrial after discovering a document proving the first defendant had voluntarily withdrawn from the employment dispute or accepted the contract termination. The court ruled the appeal inadmissible because the document was vague and failed to specify the exact legal claim it supported, rendering it insufficient to challenge the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 544(7) K.P.D.; Art. 559(11γ) K.P.D.: A request for retrial based on newly discovered evidence is inadmissible if the evidence is vague and does not clearly identify the specific substantive claim it is intended to prove or refute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 643 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 643/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΗΝΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." που εδρεύει στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Βερβεσό και Δημήτριο Βασιλείου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κομπλιώνα, 2. του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Νομού Φθιώτιδος, που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κομπλιώνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1999 αγωγή του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 82/2003 οριστική του Εφετείου Λαμίας και μετά την από 11-7-2005 αίτηση αναψηλάφησης της ήδη αναιρεσείουσας η 114/2007 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 22.12.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 544 αριθ. 7 του Κ.Πολ.Δ., αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή γιατί τα κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο, που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, β)να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτο σε συνεννόηση με τον τελευταίο.
Εξάλλου, ως ανώτερη βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων κρίσιμων εγγράφων, συνιστά, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, κάθε γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, τέτοιο δε γεγονός μπορεί να είναι και η ανυπαίτια άγνοια της υπάρξεως των εγγράφων, από την οποία ανακύπτει η αδυναμία της έγκαιρης προσκομιδής τους.
Επομένως για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αιτήσεως αναψηλαφήσεως, που στηρίζεται στο με αριθ. 7 λόγο του άρθρου 544 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία. Ειδικότερα για να κριθεί αν το νέο έγγραφο είναι κρίσιμο πρέπει ν' αναφέρονται στην αίτηση: α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από το έγγραφο αυτό και β) ότι είχε ο αιτών επικαλεσθεί τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουση εκείνης και περαιτέρω να προσδιορίζονται τα γεγονότα που κατά τον αιτούντα συνιστούν ανώτερη βία.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν εκτίθενται στο δικόγραφο τα περιστατικά ή τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτών ότι αποτελούν ανώτερη βία, η αίτηση αναψηλαφήσεως είναι απαράδεκτη. Εξ' άλλου, η διάταξη αυτή τού άρθρου 544 αριθ. 7 Κ.Πολ.Δικ. είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς η παραβίαση της δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αλλά αυτόν του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την από 11-7-2005 αίτησή της για αναψηλάφηση της 82/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, εκθέτει τα εξής: "Ο πρώτος των καθών κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, εναντίον της, στις 29-6-2000, την υπ' αριθμ.
καταθ. 1877/ΕΓ352/99 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγωρισθεί η ακυρότητα της από 7-4-1999 γενομένης απ' αυτήν καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί αυτή (εναγομένη εταιρία) να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 4. 686. 578 δρχ. , εντόκως, των μεν κονδυλίων των μισθών υπερημερίας από την 1η εκάστου μηνός, ως δήλης ημέρας εξοφλήσεως, των δε λοιπών κονδυλίων από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Ότι υπέρ του πρώτου των καθών παρενέβη στον πρώτο βαθμό προσθέτως το δεύτερο των καθών. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 383/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία και έγινε κατ' ουσία εν μέρει δεκτή η αγωγή, καθότι: α) αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, β) καταδικάσθηκε η εταιρεία να καταβάλει στον πρώτο καθού το ποσό των 3.686.578 δρχ. (ήτοι 10.819,01 Ευρώ) για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 8-4-1999 έως και 8-1-2000.
Ότι κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με την αίτηση αναψηλάφησης, 82/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με την οποία η έφεση της έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία. Και η απόφαση αυτή υπόκειται σε αναψηλάφηση, διότι στις 12-5-2005, αυτή (αιτούσα) πληροφορήθηκε για πρώτη φορά, την ύπαρξη του από 27-7-1999 και υπ' αριθμ. 26335 κρίσιμου για τη δίκη εκείνη εγγράφου, που συνέταξε ο πρώτος καθού, το οποίο απευθυνόταν προς την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", το περιεχόμενο του οποίου έχει (μεταξύ άλλων) ως εξής: "1.
Σαν εργαζόμενος στο ΞΕΝΟΔΟΧΕΊΟ ήμουν ασφαλισμένος σύμφωνα με τους όρους της με αριθμό ... Σύμβασης Ομαδικής Ασφάλισης του προσωπικού της πιο πάνω εταιρίας για την καταβολή εφάπαξ ποσού με την αποχώρηση μου από την υπηρεσία μου. 2. Την 7-4-99 αποχώρησα από την υπηρεσία μου και σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Ι της Σύμβασης, διακόπτεται η ασφάλιση μου και δικαιούμαι το ποσό της εφάπαξ παροχής που ανέρχεται σε δρχ. 12.780.044 και που ήδη η ΑΕΕΓΑ "ΕΘΝΙΚΗ" μου κατέβαλε σήμερα".
Ότι από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται ότι ο πρώτος καθού απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του και σε κάθε περίπτωση ότι αποδέχθηκε την λύση της σύμβασης εργασίας διά της ως άνω από 7-4-1999 καταγγελίας της εταιρείας.
Συνεπώς το έγγραφο αυτό είναι κρίσιμο, σύμφωνα με το νόμο για την ως άνω δίκη, αφού σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζομένου ή σε περίπτωση που αυτός αποδεχθεί την καταγγελία η σχέση εργασίας λύεται και δεν οφείλονται σε αυτόν σε καμία περίπτωση μισθοί υπερημερίας. Ότι, συνεπώς, από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται ότι η σύμβαση εργασίας λύθηκε με την ως άνω καταγγελία της και η εταιρεία δεν οφείλει στον πρώτο αντίδικο μισθούς υπερημερίας, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται με το ανωτέρω έγγραφο, στους οποίους, όμως, καταδικάσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση.
Ότι το άνω έγγραφο, αυτή δεν μπορούσε να το προσκομίσει εγκαίρως, όση επιμέλεια και αν επεδείκνυε και μάλιστα από ανωτέρα βία, αφού πρόκειται για έγγραφο συνταγέν από τον πρώτο καθού, το οποίο χρησιμοποιήθηκε σε τρίτη εταιρεία, την "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Με βάση δε αυτά, ζήτησε την αναψηλάφηση της πιο πάνω 82/2003 αποφάσεως.
Έτσι, όπως έχει η αίτηση αυτή, ήταν αόριστη και εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη. Διότι η αναιρεσείουσα εκθέτει μεν σ' αυτήν (αίτηση αναψηλαφήσεως), ότι το επικαλούμενο έγγραφο είναι κρίσιμο, αφού αποδεικνύει τη λύση της σύμβασης εργασίας με την οικειοθελή αποχώρηση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, και σε κάθε περίπτωση ότι αποδέχθηκε αυτός την εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, πλην όμως δεν αναφέρει ότι στην κατ' αυτής αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου υπήρχε ισχυρισμός καταλυτικός κατά της προαναφερθείσας αγωγής, που να περιείχε το στοιχείο της οικειοθελούς αποχώρησης αυτού (πρώτου αναιρεσίβλητου) από την επιχείρηση της, άλλως ότι αποδέχθηκε εκείνος την εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη με την αναψηλάφηση απόφαση, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως αβάσιμο, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί αν το έγγραφο αυτό είναι κρίσιμο υπό την εκτεθείσα έννοια, ότι δηλαδή αν αυτό είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική απόφαση υπέρ της αιτούσας την αναψηλάφηση.
Πράγματι αν δεν είχε προβληθεί από την αναιρεσείουσα ο ως άνω ισχυρισμός περί οικειοθελούς αποχώρησης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων από την επιχείρηση της, άλλως ότι αυτός αποδέχθηκε την εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της σύμβασης εργασίας, καμία επιρροή δεν μπορούσε να έχει το άνω έγγραφο στην κρίση του Δικαστηρίου, αφού το τελευταίο δεν είχε τη δυνατότητα να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν έλαβε χώρα το ως άνω γεγονός, χωρίς τον ως άνω ισχυρισμό περί οικειοθελούς αποχώρησης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, άλλως περί αποδοχής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, και αν ακόμη είχε προσαχθεί με επίκληση στη δίκη εκείνη το εν λόγω έγγραφο.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, απέρριψε την αίτηση αναψηλαφήσεως ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε τον ως άνω ισχυρισμό περί οικειοθελούς αποχώρησης του πρώτου αναιρεσιβλήτου από την επιχείρησή της, άλλως περί αποδοχής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, της οποίας ζήτησε την εξαφάνιση με την ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, γι' αυτό και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ., να απορριφθεί ο σχετικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναίρεσης(τέταρτος), ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 Κ.Πολ.Δικ., την οποία πλήττει αυτός, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, ως προς δε τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε, εκτός από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 Κ.Πολ.Δικ., και αυτές (διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5 επ.
του ν. 1264/1982, 70 Κ.Πολ.Δικ., η οποία σε κάθε περίπτωση είναι δικονομικού δικαίου, 656, 914 και 932 ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το ως άνω δικαστήριο εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν εφάρμοσε το Εφετείο τις διατάξεις αυτές, αφού το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ήταν η εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 82/2003 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, λόγω ανεύρεσης νέου κρισίμου εγγράφου, το οποίο δεν μπορούσε να προσκομίσει η αναιρεσείουσα εγκαίρως από λόγο ανωτέρας βίας, και από το οποίο θα προέκυπτε άμεση και πλήρης απόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προταθεί στη διεξαχθείσα δίκη, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση ήταν εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση, και όχι το εάν έλαβε χώρα ή όχι έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ενόψει της συνδικαλιστικής του ιδιότητας.
Επειδή ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον από την διάταξη αυτή λόγου αναιρέσεως, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελείς αιτήσεις ή ανταιτήσεις τους και όχι και οι ισχυρισμοί οι διαλαμβάνοντες απλώς επίκληση ότι εξ αποδεικτικού μέσου προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη περί πράγματος.
Εξάλλου η μη λήψη υπόψη δικαστικής ή εξωδίκου ομολογίας, οι οποίες δεν συνιστούν πράγμα, υπό την εκτεθείσαν εννοίαν, αλλ' αποδεικτικόν μέσον, ιδρύει τον από τον αρ. 11 του άνω άρθρου λόγου αναιρέσεως.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως διά του οποίου προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από την προσβαλλομένη του προβληθέντος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρησή της, άλλως ότι αποδέχθηκε αυτός την εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, και ότι ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύονταν από το υπ' αριθμ. 26335/27-7-1999 έγγραφο στο οποίο περιέχονταν εξώδικη ομολογία αυτού (πρώτου αναιρεσιβλήτου) για τα άνω περιστατικά, κατά την επικαλουμένη θεμελίωση του επί του αρ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Πέραν όμως αυτών ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, εν όψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, που διατυπώνονταν με τον μοναδικό λόγο της αναψηλάφησης και τον απέρριψε, χωρίς να μπορεί να ελεγχθεί η κρίση του αυτή με τον ανωτέρω λόγο.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 559Κ. Πολ. Δικ. αριθμ. 11γ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου, εάν το αυτό αναφέρεται σε ισχυρισμό αόριστο και ως εκ τούτου μη ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην εκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, με την οποία ζητούσε η αναιρεσείουσα την εξάφάνιση της υπ' αρ. 82/2003 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, για το λόγο ότι μετά την έκδοση αυτής και συγκεκριμένα στις 12-5-2005 πληροφορήθηκε την ύπαρξη του υπ' αριθμ. 26335/27-7-1999 κρισίμου για τη δίκη εκείνη εγγράφου, που συνέταξε ο πρώτος αναιρεσίβλητος με το προαναφερθέν περιεχόμενο, και από το οποίο προέκυπτε εξώδικη ομολογία αυτού, αποδεικνύουσα ότι αποχώρησε αυτός οικειοθελώς από την επιχείρησή της, άλλως ότι αποδέχθηκε την εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με συνέπεια να μην οφείλονται σ' εκείνο μισθοί υπερημερίας από την αναιρεσείουσα, και ότι το ως άνω έγγραφο δεν μπορούσε να το προσκομίσει εγκαίρως όση επιμέλεια και αν κατέβαλε λόγω ανωτέρας βίας.
Η αίτηση αυτή αναψηλάφησης με το ανωτέρω περιεχόμενο, ήταν, όπως ήδη προαναφέρθηκε σε προηγούμενη σκέψη, αόριστη, καθόσον δεν αναφέρονταν σ' αυτή ότι ο προεκτεθείς ισχυρισμός περί οικειοθελούς αποχώρησης του πρώτου αναιρεσιβλήτου από την επιχείρηση της αναιρεσείουσας, άλλως περί αποδοχής από εκείνον της εκ μέρους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εξώδική ομολογία που προέκυπτε από το υπ' αριθμ. 2635/27-7-1999 έγγραφο, ως προς την οικειοθελή αποχώρηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου από την επιχείρησή της αναιρεσείουσας, άλλως από την αποδοχή απ' αυτόν της εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 114/2007 Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ