Supreme Court dismisses appeal on contract law grounds regarding buyer's right to withdraw from sale.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's final decision rejecting the appellee's request to withdraw from a car sale. The appellants argued the court erred in refusing their withdrawal claim due to fraud and financial loss, but the court found no legal basis for overturning the lower court's ruling. The decision stands because the appellants failed to prove the specific conditions required to exercise the right of withdrawal under the relevant civil code provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513, 522, 534, 535, 537, 540 of the Civil Code; The seller bears objective liability for defects at the time of delivery, while the buyer may withdraw from the contract only if specific conditions are met and the seller has not acted in bad faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 642 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 642/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Κ. του Ν., 3) Χ. Κ. του Ν., κατοίκων Σερρών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Δαμάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο - Κωνσταντίνο Αβδελλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/7/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 16-7-2020 (4/16-7-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 40/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 του Α.Κ., όπως τα τρία τελευταία έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3043/2002, προκύπτει α) ότι ο πωλητής ευθύνεται, ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του ή έστω και ανυπαίτια άγνοιά του, αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ήτοι, κατά το χρόνο παραδόσεώς του σ` αυτόν, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες, δηλαδή, η ευθύνη του είναι αντικειμενική, με εξαίρεση την αξίωση αποζημίωσης ένεκα ελαττώματος, κατ` άρθρο 543 εδ.
β', που παρέχεται, μόνον, εφόσον ο πωλητής βαρύνεται με πταίσμα (Α.Π. 924/2020, Α.Π. 1497/2018) και β) ότι ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δικαιούται, κατ` επιλογή του, είτε να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να μειώσει το τίμημα, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.
Το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση της πώλησης είναι διαπλαστικό δικαίωμα, ασκείται, κατ` αρχήν, άτυπα, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον αντισυμβαλλόμενο, αλλά και με εξώδικη δήλωση, αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, ως και με συμφωνία των μερών, ενεργεί αναδρομικά και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής (άρθρα 389 επ.
του Α.Κ.) (Α.Π. 560/2017, Α.Π. 996/2015). Εξάλλου, σύμφωνα με διάταξη του άρθρου 545 εδ.β' του Α.Κ., ο πωλητής απαλλάσσεται της ευθύνης, μόνον αν ο αγοραστής γνώριζε , κατά τη σύναψη της σύμβασης, τα ελαττώματα του πράγματος και δεν αρκεί ακόμη και η υπαίτια άγνοιά του (Α.Π. 14/2021, Α.Π. 84/2020, Α.Π. 956/2019, Α.Π. 1420/2013). Ως πραγματικό ελάττωμα του πράγματος, το οποίο επιφέρει τις ανωτέρω συνέπειες στον πωλητή του, νοείται η ουσιώδης ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στη χρησιμότητά του.
Συνεπώς, ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα του πράγματος συνιστά και η, συνεπεία της κατασκευαστικής του υπόστασης και ποιότητας, απαγόρευση ή ο σοβαρός περιορισμός της χρησιμοποίησής του, κατά τον προορισμό του, που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την κατά προορισμό χρήση του, την οποία ευλόγως προσδοκά ο αγοραστής, λαμβάνοντας υπόψη τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή ή του αντιπροσώπου του, στο πλαίσιο της σχετικής διαφήμισης, εκτός αν ο πωλητής δεν γνώριζε ή δεν όφειλε να γνωρίζει τη σχετική δήλωση (ολ.ΑΠ. 29/1990, Α.Π. 420/2016, Α.Π. 1544/2008.).
Η παραβίαση σύμβασης με υπαίτια ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη ενός των συμβαλλομένων, μπορεί, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, τότε μόνον, όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, κατ' άρθρο 914 του Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 967/1973, Α.Π. 14/2021, Α.Π. 1115/2015).
Σε μια τέτοια περίπτωση, υπάρχει συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει την αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία είτε, επιβοηθητικά και στις δύο. Επί συρροής δε των αξιώσεων που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή, στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκησή τους, όχι όμως και η ικανοποίηση αυτών, αφού η ικανοποίηση της μιας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης, εκτός αν με αυτή ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβη ή ψυχικής οδύνης, λόγω της αδικοπραξίας (άρθρ. 299, 932 του Α.Κ.), οπότε σώζεται μόνον ως προς αυτό (Α.Π. 862/2020, Α.Π. 1703/2013, Α.Π. 1381/2013).
Επομένως, η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος δεν ιδρύει, καθεαυτή, ευθύνη από αδικοπραξία, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., αφού, χωρίς τη συμβατική σχέση, δεν αποτελεί πράξη παράνομη. Όταν, όμως, συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, που, μαζί με τη συμβατική παράβαση, συνθέτουν διάφορο ιστορικό γεγονός, ικανό, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ.
για την πλήρωση του πραγματικού της αδικοπραξίας, τότε, πρόκειται για σώρευση αξιώσεων, από παράβαση της συμβάσεως και από αδικοπραξία, οι οποίες, κατά τα ανωτέρω, μπορούν να ασκηθούν παράλληλα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β` και 914 του Α.Κ., προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού χαρακτήρα, ζημίας.
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 914 του Α.Κ., η ανθρώπινη συμπεριφορά, που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου.
Εξάλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρο 200, 281 και 288 του Α.Κ., είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια αυτή, συνεπώς, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση του πωλητή να πληροφορήσει τον αγοραστή σχετικά με τα ελαττώματα του υπό πώληση πράγματος, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, ως κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Το παράνομο κρίνεται από το αποτέλεσμα, με την έννοια ότι για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται, αν προκλήθηκε παράνομη ζημία, αν, δηλαδή, προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος. Περαιτέρω, κατά τα ανωτέρω, αυτοτελής προϋπόθεση είναι η υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, δηλαδή, απαιτείται να μπορεί η συμπεριφορά του αυτή να αποδοθεί σε μια ιδιαίτερη ψυχική στάση, που θεωρείται επιλήψιμη και αποδοκιμάζεται από το δίκαιο.
Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κατά το σύστημα του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 300 αυτού), εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του ή προς το αποτέλεσμά της, ο οποίος (δεσμός) δικαιολογεί τη σε βάρος του μομφή από την έννομη τάξη, με τη γένεση στο πρόσωπο του ευθύνης προς αποζημίωση.
Ο ψυχικός αυτός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του συνίσταται είτε στο ότι επιδίωξε την ενέργεια αυτή (δόλος) είτε στο ότι δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα, έτσι ώστε να την αποφύγει. Η προϋπόθεση, δηλαδή, της υπαιτιότητας πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας (βαριά ή ελαφρά).
Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό (ή ικανότητα προς αδικοπραξία ή ικανότητα προς πταίσμα). Ζημία είναι κάθε δυσμενής μεταβολή στα έννομα αγαθά του προσώπου είτε αυτά είναι περιουσιακά είτε μη περιουσιακά, ως συνέπεια της παράνομης πράξης. Η ζημία που προξενείται στα περιουσιακής φύσεως αγαθά του προσώπου, δηλαδή, στα αποτιμητά σε χρήμα αγαθά, αποτελεί την περιουσιακή ζημία, ενώ αυτή που προξενείται στα ηθικά αγαθά του ατόμου, δηλαδή, σε εκείνα που συνδέονται στενά με την προσωπικότητα του (προσβολή της τιμής, της ελευθερίας, της σωματικής και ψυχικής υγείας κ.λ.π του ατόμου), αποτελεί την ηθική βλάβη, η οποία αποκαθίσταται με τη μορφή της χρηματικής ικανοποίησης (άρθρο 932 του Α.Κ.).
Προϋπόθεση, εξάλλου, για τη γένεση της ευθύνης, κατ` άρθρο 914 του Α.Κ., είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Ως αιτιώδης συνάφεια εννοείται η σχέση μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και του αποτελέσματος (ζημίας).
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη και ικανή, μπορούσε δε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Άλλωστε, όσον αφορά στον προσδιορισμό της ακριβέστερης έννοιας του αιτιώδους συνδέσμου, με βάση τη θεωρία της πρόσφορης αιτίας, από τις πολλές αιτίες που συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας, ξεχωρίζει εκείνη, η οποία θεωρείται ως κρίσιμη ή πρόσφορη (causa adaequata).
Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο, όταν είχε γενικά τη τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, δεν εξετάζονται δε οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόβλεψης του μέσου συνετού ανθρώπου (Ολ.
Α.Π. 18/2004). Η αναγκαιότητα της ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπτει, όμως από τη γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη (Α.Π. 14/2021, Α.Π. 924/2020, Α.Π. 820/2020, Α.Π. 1703/2013, Α.Π. 1190/2007, Α.Π. 25/1998). Ωσαύτως, όταν ο πωλητής, ενώ τελεί εν γνώσει της ελλείψεως της συμφωνηθείσας ιδιότητας ή της υπάρξεως του πραγματικού ελαττώματος, αποσιωπά τούτο υπαιτίως, δηλαδή, από δόλο ή αμέλεια αυτού, ως προς την άσκηση της υποχρέωσης πληροφόρησης του αγοραστή, σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του υπό πώληση πράγματος, τότε συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, μαζί με την συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό της αδικοπραξίας (Α.Π. 1703/2013).
Πρόκειται, δηλαδή, για συρροή δύο αξιώσεων, εφόσον η παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή αποτελεί και αδικοπραξία, χωρίς τη συμβατική σχέση της πώλησης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως και η ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).
Με αυτό το λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 29/1998, Α.Π. 156/2017).
Τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου και έχουν καταστεί κοινό κτήμα, δεν αποτελούν κανόνες δικαίου.
Η παράβασή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, αν χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση της συνδρομής ή μη των εκάστοτε αποδεικτέων περιστατικών ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020). Αν όμως χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ιδίως για την εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας) ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων και παραβιαστούν, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης για παραβίαση του συγκεκριμένου αυτού κανόνα δικαίου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο, δικάσαν ως δευτεροβάθμιο, δέχθηκε τα εξής: "Η πρώτη εναγόμενη, ομόρρυθμη εταιρεία, έχει αντικείμενο εργασιών, μεταξύ άλλων, την μεταπώληση μεταχειρισμένων οχημάτων κι έχει έδρα στο 1ο χλμ Ε.Ο.
Σερρών-Δράμας. Οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων είναι ομόρρυθμοι εταίροι και συνδιαχειριστές της πρώτης εξ αυτών. Περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2017 ο εναγόμενος εντόπισε στον ιστότοπο με το διακριτικό τίτλο "CAR.GR" αγγελία της πρώτης εναγομένης περί πώλησης ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής "LAND ROVER", τύπου "FREELANDER", με αριθμό κυκλοφορίας ....
Περαιτέρω, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγγελίας το εν λόγω όχημα είχε, επιπλέον χαρακτηριστικά: '... καύσιμο πετρέλαιο...'. Κάτωθι των προειρημένων στοιχείων, η ίδια αγγελία εμφάνιζε ως περιγραφή ότι είναι 'ελληνικής αντιπροσωπείας... δυνατότητα αποστολής του αυτοκινήτου σε όλη την Ελλάδα...'... Στην ιστοσελίδα της πρώτης εναγομένης, πέραν των λοιπών, αναγραφόταν ότι γίνονται 'Δεκτές και ανταλλαγές του δικού σας αυτοκινήτου με νέο της επιλογής σας μέσα από την μεγάλη μας ποικιλία που έχουμε στη διάθεσή σας'.
Διαβάζοντας τα παραπάνω, ο ενάγων, που... αναζητούσε να αγοράσει παρόμοιο όχημα, ανταλλάσσοντας (πουλώντας) ταυτόχρονα το δικό του ΙΧΕ αυτοκίνητο... HONDA, τύπου CIVIC, βενζινο-υγραεριοκίνητο..., ενδιαφέρθηκε για την αγορά του. Έτσι, στις 19-10-2017 μετά από δική του κλήση συνομίλησε δια τηλεφώνου με τον δεύτερο εναγόμενο, Κ.
Κ., ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης... ανέφερε τα στοιχεία του, μεταξύ των οποίων και ότι είναι μόνιμος κάτοικος Αθηνών και διατύπωσε το ενδιαφέρον του σχετικά με την επίμαχη αγγελία. Ακολούθησαν προφορικές ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων μερών για τη σύναψη της σύμβαση πώλησης του εν λόγω αυτοκινήτου..., κατά τις οποίες ο ενάγων γνωστοποίησε ότι είναι μόνιμος κάτοικος Αγ.
Παρασκευής Αττικής, πλην όμως ο δεύτερος εναγόμενος παρέλειψε να του παράσχει την κρίσιμη διασαφητική πληροφορία σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης περί διοικητικής απαγόρευσης κυκλοφορίας του στη ζώνη του Ν. Αττικής. Τούτο ήταν αναγκαίο, μετά την περιορισμένη και όχι γενική άρση της απαγόρευσης κυκλοφορίας στη ζώνη Ν.
Αττικής και Θεσσαλονίκης για συγκεκριμένες μόνο κατηγορίες ΙΧΕ αυτοκινήτων που έχουν κινητήρα πετρελαίου, ήτοι όσων εξ αυτών έχουν προδιαγραφές ρύπων τύπου... 'Euro 5 ή 6'... η πωλήτρια όφειλε δια του νομίμου εκπροσώπου της να ενημερώσει τον τελευταίο για το ότι το συγκεκριμένο όχημα που πωλούσε δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη χρήση για την οποία αυτός ρητά το προόριζε, ήτοι να κυκλοφορήσει εντός της ζώνης Ν.
Αττικής. Η παράλειψη αυτή του δευτέρου εναγομένου θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στην απόφαση του ενάγοντος, ο οποίος, εάν το γνώριζε, δεν θα προέβαινε στην αγορά του. Δηλαδή ο δεύτερος εναγόμενος, καίτοι είχε υποχρέωση προστασίας του ενάγοντος ως εκ της δηλωθείσας από τον ίδιο κατοικίας του εντός της απαγορευμένης ζώνης κυκλοφορίας του αντικειμένου της πώλησης, παρέλειψε να τον ενημερώσει για το κρίσιμο ζήτημα.
Η παράλειψή του αυτή, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι έγινε με πρόθεση να βλάψει τον υποψήφιο αγοραστή, αλλά από αμέλεια και εκ προφανούς παραδρομής, ως εκ της προφορικότητας των διαπραγματεύσεων, ένεκα της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος δεν κατέβαλε για την προκείμενη προφορική συναλλαγή την απαιτούμενη επιμέλεια, τούτης νοουμένης ως αυτής που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του περί την εμπορία αυτοκινήτων, δοθέντος ότι, τότε, ο δεύτερος εναγόμενος είχε τη δυνατότητα να προβλέψει το άμεσο αποτέλεσμα της εν λόγω παράλειψής του.
Πρόκειται, σε κάθε περίπτωση, για υπαίτια παράλειψη... οι παραπάνω συνομιλούντες συμφώνησαν ότι το τίμημα για την πώληση του εν λόγω οχήματος ήταν το αναγραφόμενο στην αγγελία του, ήτοι 13.800,00 ευρώ, ότι μέρος αυτού δύναται να καταβληθεί με την πώληση και μεταβίβαση στην πρώτη εναγομένη του οχήματος του ενάγοντος, αντί τιμήματος που θα προσδιοριζόταν από τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τον επιτόπιο έλεγχο αυτού στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, να δοθεί αυθημερόν από τον ενάγοντα ως προκαταβολή του τιμήματος το χρηματικό ποσό των 500,00€, ενώ το εναπομένον τίμημα πρέπει να καταβληθεί σε μετρητά χρήματα κατά την ημέρα της παράδοσης του αυτοκινήτου...
Πράγματι ο ενάγων κατέβαλε αυθημερόν (19-10-2017), δι' εμβάσματος, το συμφωνηθέν ως προκαταβολή του τιμήματος από την πώληση του παραπάνω αυτοκινήτου ποσό 500,00€... και τότε ο ενάγων δεν γνώριζε ότι το αντικείμενο αυτής δεν ανταποκρίνεται στη χρήση, για την οποία το προόριζε, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε ότι ο ενάγων το προόριζε για χρήση εντός της ζώνης Ν.
Αττικής όπου τότε διέμενε και εργαζόταν... Επρόκειτο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για πραγματικό ελάττωμα, που έχει αρνητική επίδραση, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, στην εν γένει χρησιμότητα αυτού... στις 27-10-2017 ο ενάγων μετέβη με το εν λόγω όχημά του... στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης, στην πόλη των Σερρών..., ήλεγξε το όχημα του ενάγοντος...
εκτίμησε ότι η αξία του ανέρχεται στο ποσό των 6.650,00€, το οποίο και προσέφερε στον ενάγοντα ως τίμημα για την αγορά του... για την αγορά του αυτοκινήτου του ενάγοντος από την πρώτη εναγομένη εκδόθηκε από την τελευταία το υπ' αρ. 14.27.10.2017 παραστατικό..., στο οποίο αναγράφονται, μεταξύ άλλων, ως στοιχεία του ενάγοντος, το επάγγελμά του..., η διεύθυνσή του...
το πληρωτέο ποσό (6.650,00€)... Ομοίως εκδόθηκε από την πρώτη εναγομένη η υπ' αρ. 67/27.10.2017 απόδειξη λιανικής πώλησης, στην οποία εμφαίνεται ότι ο ενάγων κατέβαλε στην πωλήτρια πρώτη εναγομένη ως τίμημα αγοράς ... το ποσό των 8.500,00 €... Στη συνέχεια, ο ενάγων μετέβη με τον τρίτο εναγόμενο, σε Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών της περιοχής, όπου βεβαιώθηκε το γνήσιο των υπογραφών τους για τις εκατέρωθεν πωλήσεις των δύο οχημάτων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 27.10.2017 υπεύθυνη δήλωση του ενάγοντος, στην οποία αναγραφόταν ως στοιχεία κατοικίας του η οδός ... στην Αγία Παρασκευή, ο ενάγων εξουσιοδότησε την Χ. Μ. να ενεργήσει για λογαριασμό του στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών Σερρών για τη μεταβίβαση του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου...
Μέχρι τότε ο ενάγων δεν είχε δει την άδεια κυκλοφορίας του επίμαχου αυτοκινήτου που αγόρασε, ενόψει του ότι αυτή είχε παρακρατηθεί από την αρμόδια Υπηρεσία... Σε φωτοτυπία της εκδοθείσας στις 12.9.2017 από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Π.Ε. Ανατολικής Θεσσαλονίκης άδεια κυκλοφορίας του πωλούμενου από την πρώτη εναγομένη οχήματος...
αναγραφόταν... στις παρατηρήσεις ευδιάκριτη επισήμανση περί απαγόρευσης κυκλοφορίας εντός ζώνης Ν. Αττικής και Ν. Θεσσαλονίκης... Ο δεύτερος εναγόμενος, προτού ο ενάγων παραλάβει το επίμαχο όχημα..., τοποθέτησε σε κλειστό χώρο του αυτοκινήτου φωτοτυπία της παραπάνω άδειας κυκλοφορίας στο όνομα της πρώτης εναγομένης...
Προτού ο ενάγων εξοφλήσει ολοσχερώς... το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά του επίμαχου αυτοκινήτου και το παραλάβει, δεν είχε αποκτήσει πρόσβαση στην άδεια κυκλοφορίας του, στην οποία ρητώς αναγραφόταν η απόκλιση αυτή. Στη συνέχεια, ο ενάγων παρέλαβε το αυτοκίνητο που αγόρασε και αναχώρησε για την Αθήνα, χωρίς να έχει διαβάσει την φωτοτυπία της άδειας κυκλοφορίας του.
Ωσαύτως, κατά την παράδοση στον ενάγοντα του αντικειμένου της επίμαχης πώλησης και την αναχώρησή του για την Αθήνα, αυτός δεν γνώριζε ότι το αυτοκίνητο ήταν ακατάλληλο για χρήση εντός ζώνης Ν. Αττικής... Επομένως, η πρώτη εναγομένη πωλήτρια ευθύνεται έναντι του ενάγοντος, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων της, καθόσον το αντικείμενο της πώλησης, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μετέβη στον ενάγοντα (27.10.2017), είχε το προειρημένο ελάττωμα, το οποίο όμως δεν γνώριζε ο ενάγων κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης στις 19.10.2017 και η πωλήτρια εξακολουθούσε μέχρι τότε να παραλείπει να του το αναφέρει.
Το ελάττωμα αυτό ήταν για τον ενάγοντα, ως εκ της κατοικίας του, εντός της ζώνης απαγόρευσης κυκλοφορίας, ουσιώδες... Στις 30.10.2017, ο δεύτερος εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα και κατά τη συνομιλία τους για πρώτη φορά ο ενάγων έλαβε γνώση ότι το όχημα που αγόρασε δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί εντός της περιοχής όπου ζει και κατοικεί και αντιλήφθηκε ότι έχει γι' αυτόν ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα...
Άμεσα ο ενάγων δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση... Επομένως, ο ενάγων άσκησε, ένεκα του προειρημένου ουσιώδους πραγματικού ελαττώματος του αντικειμένου της πώλησης, στις 30.10.2017, προφορικά με ρητή απευθυντέα στον νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης το δικαίωμα της υπαναχώρησής του από τη σύμβαση και ζήτησε την επιστροφή του τιμήματος, λόγω του προμνησθέντος ουσιώδους πραγματικού ελαττώματος, που αναιρεί την κατά προορισμόν χρήση του για τον ενάγοντα.
Η δήλωση αυτή υπαναχώρησης είναι έγκυρη και επέφερε άμεσα τα έννομα αποτελέσματά της. Η δήλωση αυτή έγινε δεκτή εξ υπαρχής από τον δεύτερο εναγόμενο, πλην όμως, αυτός, εκμεταλλευόμενος το ότι ο ενάγων δεν έχει παραστατικά έγγραφα που να αποδεικνύουν το σύνολο του τιμήματος, που κατέβαλε και ανερχόταν στο ποσό των 13.800 €..., αλλά μόνο για το ποσό των 8.500 €, αρνήθηκε να επιστρέψει ολόκληρο το τίμημα που πραγματικά κατέβαλε για την αγορά του επίμαχου οχήματος ο ενάγων, δηλαδή το ποσό των 13.800,00 €.
Για το λόγο αυτό ο ενάγων συνέταξε και επέδωσε στην πρώτη εναγομένη στις 17-1-2018 εξώδικη δήλωση, με την οποία, αφού επανέλαβε ότι στις 30.10.2017 της είχε δηλώσει ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση, προκειμένου να μην υπάρξει οιαδήποτε αμφισβήτηση για το έγκαιρο της υπαναχώρησής του, επανέλαβε ως εκ περισσού ότι υπαναχωρεί και την κάλεσε να παραλάβει το αντικείμενο της πώλησης από την αναφερόμενη διεύθυνση κατοικίας του και να του επιστρέψει ολόκληρο το τίμημα που της έχει καταβάλει και όπως το κατέβαλε (δηλαδή με επιστροφή-αναμεταβίβαση της κυριότητας του προηγούμενου δικού του αυτοκινήτου και καταβολή του υπολοίπου σε μετρητά χρήματα, όπως είχε πράξει ο ίδιος).
Εν τω μεταξύ, στις 22.11.2017 η πρώτη εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα την άδεια κυκλοφορίας του επίμαχου αυτοκινήτου στο όνομά του..., στην οποία αναγράφεται στη θέση 'παρατηρήσεις' η ίδια απαγόρευση κυκλοφορίας... Περαιτέρω, δεν επιδρά στην εγκυρότητα της ως άνω άτυπης προφορικής δήλωσης υπαναχώρησης το γεγονός ότι ο ενάγων δεν έχει επιστρέψει το όχημα στην πρώτη εξ αυτών, καθόσον στον πωλητή εναπόκειται να ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης του τιμήματος μέχρι την απόδοση του πράγματος ή την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος...
και το δικαστήριο, διατάσσοντας την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, δεν είναι υποχρεωμένο, άνευ αιτήματος του εναγομένου πωλητή, να διατάξει το ανωτέρω υπό τον όρο της ταυτόχρονης επιστροφής του πράγματος. Ούτε επιδρά στο κύρος της υπαναχώρησης το γεγονός ότι στην εξώδικη δήλωση ο ενάγων ζητά το τίμημα το οποίο προσδιορίζει στο ποσό των 13.800€, ενώ η εναγομένη όλως αβασίμως ...
ισχυρίζεται ότι τούτο ανέρχεται σε 8.500,00 €... Εξάλλου, ούτε αδράνεια εκ μέρους του ενάγοντος υπήρξε ούτε η πρώτη εναγομένη επικαλείται και αποδεικνύει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι με την ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί θα επέλθουν δυσμενείς για τα συμφέροντά της επιπτώσεις.
Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αρνήθηκε να επιστρέψει το επίμαχο όχημα που αγόρασε στην πωλήτρια σκόπιμα, προκειμένου να της προκαλέσει οικονομική ζημία, όσα δε οι εναγόμενοι ισχυρίζονται προς τούτο είναι αβάσιμα κατ' ουσίαν και απορριπτέα, στο μέτρο δε που τα ίδια πραγματικά στηρίζουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το νόμιμο μέρος αυτής με το οποίο οι ενιστάμενοι δεν αρνούνται την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου τους, τούτη είναι απορριπτέα επίσης ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...
Ένεκα δε της εκ μέρους της πωλήτριας αμφισβήτησης του δικαιώματος αμφισβήτησης του δικαιώματος υπαναχώρησης του ενάγοντος, ο τελευταίος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη του δικαιώματός του αυτού, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και σώρευση αιτήματος της καταδίκης του πωλητή σε απόδοση του τιμήματος, η οποία γίνεται εντόκως από το χρόνο είσπραξης του τιμήματος...
ο ενάγων-αγοραστής νόμιμα και δικαιολογημένα άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης, σύμφωνα με το άρθρο 540 ΑΚ. Με την άσκηση του δικαιώματος αυτού ανατράπηκε αναδρομικά η σύμβαση πώλησης του προαναφερομένου αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να αποσβεστούν οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις των διαδίκων και να γεννηθούν αξιώσεις για αμοιβαία επιστροφή των παροχών...
Ειδικότερα, ο μεν ενάγων-αγοραστής έχει ενοχική υποχρέωση να επιστρέψει το πωληθέν ΙΧΕ αυτοκίνητο... στην πρώτη εναγομένη, ενέργεια στην οποία δεν προέβη, η δε τελευταία έχει υποχρέωση να επιστρέψει σ' αυτόν το τίμημα της μεταξύ τους πώλησης, συνολικού ύψους 13.800,00 €... με το νόμιμο τόκο από την 28η.10.1998 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση...
Ωστόσο, όπως προεκτέθηκε, η παράλειψη των νομίμων εκπροσώπων της πωλήτριας εταιρείας να αναφέρουν στον ενάγοντα ότι το πωλούμενο όχημα δεν προορίζεται για χρήση εντός ζώνης Ν. Αττικής, καίτοι είχε προς τούτο νομική υποχρέωση, απορρέουσα από την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές συναλλακτικές αντιλήψεις, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ, καθιστά τη συμπεριφορά τους αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου που πρέπει να διέπει τέτοιες συναλλαγές, αφού παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης μέτρων επιμέλειας προς αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Εξ όλων των προεκτεθεισών παραδοχών παρέπεται ότι η ως άνω συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης πωλήτριας εταιρείας προς τον ενάγοντα είναι υπαίτια, γιατί έλαβε χώρα από αμέλεια των αρμοδίων οργάνων της κατά την πώληση του επίμαχου αυτοκινήτου, αλλά και παράνομη, διότι εξέρχεται από τα όρια της συναλλακτικής καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών και συνιστά παράβαση της γενικής αρχής, η οποία διέπει τις ενέργειες της ως άνω πωλήτριας αυτοκινήτων και στη συγκεκριμένη περίπτωση του ενάγοντος, λήψης των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών της περιουσίας του, ο οποίος και την εμπιστεύθηκε, αγοράζοντας το συγκεκριμένο αυτοκίνητο για την ανάγκη μετακίνησής του στη ζώνη Ν.
Αττικής, όπου και διαμένει μόνιμα. Επομένως, ως εκ της αρυόμενης στις προειρημένες διατάξεις αδικοπραγίας των νομίμων εκπροσώπων της πωλήτριας εταιρείας για τις παραλείψεις των οποίων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ευθύνεται η τελευταία (71 ΑΚ), ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τύποις και ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, τόσον ως προς τις αξιώσεις εκ της συμβάσεως πωλήσεως όσον και ως προς αυτές εκ της αδικοπραξίας. 'Ετσι, που έκρινε το ως άνω Δικαστήριο, και, ειδικότερα, με το να δεχθεί:
α) ότι η απαγόρευση κυκλοφορίας του συγκεκριμένου πωληθέντος αυτοκινήτου εντός της περιφέρειας Αττικής, που οφείλεται στην κατασκευαστική παλαιότητα του πετρελαιοκίνητου κινητήρα του συνιστά ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα τούτου, ως αναγόμενο στην κατασκευαστική του υπόσταση και ποιότητα, παρέκκλιση από την ομαλή αυτού κατάσταση και χρήση, η οποία έχει αρνητική επίδραση επί της αξίας του και της χρησιμότητάς του, ενόψει των συμφωνηθέντων, αφού αποκλείει τη νόμιμη κυκλοφορία του εντός της ζώνης της Περιφέρειας Αττικής, όπου ο αγοραστής, αναιρεσίβλητος, μόνιμα κατοικεί με την οικογένειά του και εργάζεται και την οποία ευλόγως προσδοκούσε, λαμβάνοντας υπόψη και τις δημόσιες δηλώσεις της πωλήτριας εταιρείας, στα πλαίσια της σχετικής διαφήμισης, συνιστά ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος οχήματος, κατά το χρόνο μεταβάσεως του κινδύνου στον αγοραστή, το οποίο αυτός αγνοούσε και, β) ότι η πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δια των νόμιμων εκπροσώπων της, δεύτερου και τρίτου εξ αυτών, ενεργώντας από αμέλεια, παρέλειψε υπαιτίως να ενημερώσει τον αγοραστή περί του ανωτέρω ουσιώδους πραγματικού ελαττώματος, ενεργώντας έτσι παρανόμως, ήτοι, κατά παράβαση της καλής πίστης, της συναλλακτικής ευθύτητας και το πνεύμα του δικαίου που διέπει τις συναλλαγές, παρότι γνώριζε αφενός μεν το ως άνω ελάττωμα, αφετέρου δε τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του (αγοραστή).
Ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 534, 535, 537, 540 και 914 ΑΚ και ορθώς υπήγαγε σ' αυτές τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια και δη ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος πράγματος, καθώς και οι πέμπτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση, αντίστοιχα, οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ.
κρίνονται αβάσιμοι. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η άγνοια του αναιρεσιβλήτου οφείλεται σε βαριά αμέλεια τούτου, καθόσον, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γνωστό, ακόμη και σε κατοίκους άλλων πόλεων, ότι στο παρελθόν υπήρχε απαγόρευση και ήδη από το έτος 2011 απελευθερώθηκε η πετρελαιοκίνηση σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, πλην των οχημάτων παλαιού τύπου που φέρουν κινητήρα τύπου Euro 2 έως 4, δηλαδή με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας από 2009.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές δεν ιδρύουν τον ως άνω προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, που συνακόλουθα είναι απαράδεκτος, καθόσον τα όσα ως άνω επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προς θεμελίωσή του, δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας, αλλά περιεχόμενο νομοθετήματος, που αφορά στην κυκλοφορία των πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων.
Σε κάθε περίπτωση, εξάλλου, οι ως άνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, αγοραστής από βαριά αμέλειά του αγνοούσε την ύπαρξη του συγκεκριμένου πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος, είναι αλυσιτελείς, μη δυνάμενες να επιφέρουν την έννομη συνέπεια, που επιδιώκουν, δεν επιδρούν, δηλαδή, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα, ο πωλητής απαλλάσσεται της ευθύνης του, λόγω πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος, μόνον αν ο αγοραστής το γνώριζε, μη αρκούσας ακόμη και της υπαίτιας άγνοιάς του ως προς την ύπαρξη τούτου.
Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτο το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης. Το άρθρο 300 παρ. 1α' του Α.Κ. ορίζει ότι "Αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της". Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε είτε σε αδικοπραξία είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.
Έτσι, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος έχει εφαρμογή προς απόκρουση ή περιστολή της αξιώσεως αποζημιώσεως και δεν προτείνεται εναντίον αξιώσεως για καταδίκη σε παροχή και γενικά σε εκπλήρωση συμβάσεως και, συνεπώς, δεν προτείνεται προς απόκρουση αγωγής του αγοραστή κατά του πωλητή, λόγω υπαναχώρησης του πρώτου από τη σύμβαση πώληση, κατ' άρθρο 540 του Α.Κ., ενόψει του ότι οι σχετικές διατάξεις δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα (Α.Π. 57/2019, Α.Π. 1058/2012).
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όπως και η ομοίου περιεχομένου διάταξη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 862/2020, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008).
Ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη, θα πρέπει να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός αυτός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατ' άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό, ο οποίος, παραδεκτά, κατ' άρθρο 527 του ίδιου Κώδικα, προτάθηκε για πρώτη φορά στο εφετείο (Α.Π. 76/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την, κατ' άρθρο 300 του Α.Κ., ένσταση συνυπαιτιότητας του ήδη αναιρεσιβλήτου, την οποία προέβαλαν τόσον στην πρωτοβάθμια όσον και στη δευτεροβάθμια δίκη, ήτοι αυτός είναι συνυπαίτιος της αγοράς του επίδικου αυτοκινήτου σε ποσοστό 95% και, συνεπώς, πρέπει να καταλογιστεί κατά το ποσοστό αυτό σε βάρος του η πραγματική ζημία.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των από 27-12-2018 έγγραφων προτάσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, που υπέβαλαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών, προκύπτει ότι αυτοί, εκτός των άλλων, προς απόκρουση της αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, ισχυρίστηκαν ότι "Επειδή ο ενάγων ευθύνεται σε ολόκληρο για την παρούσα αγορά του εν λόγω οχήματος, αφού όπως ομολογεί 'γνώριζε τι έψαχνε επί μακρόν και τι αγόραζε'.
Άλλως, σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι πρέπει να γίνει αναστροφή της πώλησης να κριθεί ότι ο ενάγων είναι υπαίτιος της αγοράς σε ποσοστό 95% και εμείς σε ποσοστό 5% -και κατά συνέπεια εάν γίνει δεκτό ότι προκλήθηκε πραγματική ζημία σε κάποιον να καταλογισθεί ανάλογα". Από την επισκόπηση των από 29-11-2019 έγγραφων προτάσεων των ιδίων (αναιρεσειόντων), τις οποίες υπέβαλαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, προκύπτει ότι αυτοί, ως εφεσίβλητοι, δεν επανέφεραν στην κατ' έφεση δίκη, παραδεκτά, κατ' άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., τον ανωτέρω ισχυρισμό, αλλά, απλώς, επικαλέστηκαν τις πρωτόδικες προτάσεις τους, χωρίς να ενσωματώσουν το περιεχόμενό τους στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, ώστε να αποτελούν μαζί, ένα ενιαίο κείμενο, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους (ΑΠ 149/2020, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009).
Συνακόλουθα, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Πέραν του ότι είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό μη νόμιμο, καθώς αυτός δεν προτάθηκε προς απόκρουση αποζημιωτικής αγωγής, αλλά αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, λόγω της υπαναχώρησής του από την επίδικη σύμβαση πώλησης και, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν όφειλε να τον ερευνήσει και δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 540 και 547 του Α.Κ., προκύπτει ότι, όταν συντρέχουν οι όροι υπαναχώρησης από την πώληση, λόγω πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος ή έλλειψης συμφωνηθεισών ιδιοτήτων τούτου, η προσφορά του αγοραστή προς επιστροφή του πράγματος, δεν είναι στοιχείο της αξίωσης αυτού προς απόδοση του τιμήματος, που καταβλήθηκε και, συνακόλουθα της βάσης της αγωγής του, αλλ` απλώς ο πωλητής δικαιούται, ως εναγόμενος, ν` αρνηθεί την εκπλήρωση της οφειλόμενης από αυτόν παροχής, προβάλλοντας προς τούτο την αναλογικώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμοζόμενη ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, κατ' άρθρο 374 του Α.Κ.
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., που έχει έντονο το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του (υπόχρεου) και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (Α.Π. 1165/2019, Α.Π. 529/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, με το να απορρίψει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την υπ' αυτών υποβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχώρησης, επικαλούμενοι, επί λέξει, ότι "η πρώτη από εμάς τους εναγομένους-νυν πρώτη των αναιρεσειόντων εταιρία έπεσε θύμα απάτης, αφού ο ενάγων-νυν αναιρεσίβλητος μας προκάλεσε και συνεχίζει να μας προκαλεί οικονομική ζημία με ένα αυτοκίνητο που κρατά σταματημένο εδώ και ένα χρόνο και με ένα αυτοκίνητο το οποίο δεν μπορούμε να πουλήσουμε για να μπορέσει να υλοποιηθεί σε ενδεχόμενη περίπτωση που θα γίνει δεκτή η υπαναχώρηση από την πώληση, ανερχόμενης της ζημίας μας στο ποσό των 2.000 € από την απαξίωση του οχήματος", εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
και δεν την εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις. Από τις προεκτεθείσες, όμως, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο αφού δέχθηκε ότι δεν υπήρξε αδράνεια εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως προς την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης ούτε παγίωση συγκεκριμένης κατάστασης, η ανατροπή της οποίας προκάλεσε δυσμενείς για τα συμφέροντα των αναιρεσειόντων συνέπειες καθώς και ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) δεν προέβαλαν σαφή και συγκεκριμένη αναβλητική ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, που θα είχε ως αποτέλεσμα μόνο την υποχρέωσή τους να επιστρέψουν το τίμημα, υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκπλήρωσης της υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει, απέρριψε την ως άνω ένσταση, ορθώς έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θεμελιώνουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ.
Επομένως, ο ανωτέρω, τέταρτος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, κρίνεται αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-7-2020 (4/16-7-2020) αίτηση των 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 2) Κ. Κ. και 3) Χ. Κ. για αναίρεση της 40/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ