Supreme Court quashes labor court decision for insufficient reasoning on abuse of contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled a labor court judgment due to inadequate reasoning regarding the abuse of contract termination. The lower court accepted the claim of malicious termination but failed to provide clear facts linking the employer's actions to vindictive intent. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a judgment annulling a contract termination for abuse of rights is void if it lacks sufficient and clear reasoning establishing the malicious intent of the terminating party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 642 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 642/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "..."και το διακριτικό τίτλο "..." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Καρδαρά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2610/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5460/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ.1 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η αντέφεση στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ασκούνταν και με τις προτάσεις. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε σιωπηρά από 1-1-2016, αφού με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το "βιβλίο τέταρτο" του ΚΠολΔ που περιείχε τα άρθρα 591 έως 681Δ και περιέχει πλέον τα άρθρα 591 έως 645, με συνέπεια τη σιωπηρή κατάργηση των άρθρων 646 έως 681Δ του ως άνω Κώδικα.
Κατά την παρ.2 του άρθρου 9 του νόμου 4335/2015 οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 ΚΠολΔ εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1- 2016 και μετά ένδικα μέσα και αγωγές. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 περ. ζ' ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, "1.
Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: [...] ζ) Ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης, και αναψηλάφησης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης".
Κατά τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής, για την άσκηση των πρόσθετων λόγων έφεσης απαιτείται να συντελεστούν αμφότερες οι εν λόγω διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και της επίδοσής του στον αντίδικο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησής τους κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, πριν από την αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών προ της συζητήσεως της υποθέσεως, αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.
Εξάλλου και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, συνιστούν ιδιαίτερη σε σχέση με την έφεση διαδικαστική πράξη, η οποία διέπεται ως προς τον τρόπο ασκήσεώς της από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που διενεργείται (ΕισΝΚΠολΔ 12 και 24 παρ.1 εδ. β'). Επομένως, επί εφέσεων που συζητούνται μετά τη θέση σε ισχύ των ως άνω τροποποιήσεων του ΚΠολΔ (1-1-2016), οι πρόσθετοι λόγοι υποβάλλονται στις διατυπώσεις του άρθρου 591 παρ.1 περ.
ζ' αυτού. (ΑΠ 1156/2018).
2. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αποδίδει στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτους τους με τις προτάσεις της, που κατέθεσε επί της έδρας κατά τη συζήτηση της εφέσεως την 7-3-2017, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αυτής, στους οποίους περιέχονταν τα ειδικότερα σ' αυτές παράπονα κατά της εκεί εκκαλουμένης για εσφαλμένη αναγνώριση της ακυρότητας της γενόμενης απ' αυτήν (αναιρεσείουσα) από 1.8.2008 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως καταχρηστικής. Οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκήθηκαν απαραδέκτως με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης την 7.3.2017 προτάσεις , τούτο διότι, σύμφωνα με την ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρονται (αρ.1), μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται έστω και αν η έφεση είχε ασκηθεί με το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, όπως η προκείμενη που ασκήθηκε την 17.11.2014 αλλά συζητήθηκε την 7-3-2017, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου απευθύνεται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον 8 ημέρες πριν από την συζήτηση και όχι με τις προτάσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ. 14 άρθρου559ΚΠολΔ και οι συναφείς μ'αυτόν αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμοι.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν τίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 904/2012, ΑΠ 769/2016).
4. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη την 20.02.2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως κατασκευαστής ιστοσελίδων στα μέλη του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών.Ότι η εναγομένη αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία είναι θυγατρική του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (πιο κάτω ΒΕΑ) και στεγάζεται στο ίδιο κτίριο με αυτό του ….
στην οδό ..., στην … Ότι ο server του επιμελητηρίου ήταν "γεμάτος" από δεδομένα και δεν είχε αποθηκευτικό χώρο ώστε να φιλοξενήσει τα "web sites". Ότι ο ενάγων εκτελών ευσυνείδητα τα καθήκοντα του και έχοντας την επαγγελματική επάρκεια έθεσε το πρόβλημα με αποτέλεσμα το ΔΣ της εναγομένης να αποφασίσει την αγορά καινούριου "server" την επιμέλεια δε της αγοράς είχε ο τότε διευθύνων σύμβουλος αυτής Π.
Μ.. Ότι ο ενάγων διαπίστωσε την ακαταλληλότητα του νέου server και έφερε στην επιφάνεια το θέμα με αποτέλεσμα να εκτεθεί ο Διευθύνων Σύμβουλος Μ. και να προκαλούνται έριδες καθόσον ο ανωτέρω προκειμένου να υποστηρίξει την καταλληλότητα του server απέδωσε στον ενάγοντα επαγγελματική ανεπάρκεια. Ότι, ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι δεν έχει τις απαραίτητες γνώσεις για την κατασκευή μιας web σελίδας (programming) προώθηση πωλήσεων κλπ. (Τα παραπάνω αποτυπώνονται και στο πρακτικό 78 της συνεδρίασης του δ.σ.
που έλαβε χώρα την 19.5.2008). Ότι η ακαταλληλότητα του server είναι αντικειμενικό γεγονός καθόσον μετά την απόλυση του ενάγοντα που έλαβε χώρα την 1.8.2008 η υποστήριξη δικτύου ανατέθηκε στην εξωτερική εταιρεία ALLWEB και στη συνέχεια στην εταιρεία EXTEND. Ότι ο ενάγων κάνοντας χρήση του προσωπικού του υπολογιστή στο χώρο εργασίας κλείδωνε αυτόν μετά το τέλος της εργασίας του και ότι ο ανωτέρω διευθύνων σύμβουλος ζήτησε από τον ενάγοντα το προσωπικό του κωδικό ώστε να έχει πρόσβαση σ' αυτόν μετά την αποχώρηση του ενάγοντα από τον χώρο εργασίας και ο τελευταίος αρνήθηκε.
Ότι παρ' όλο που ο Π. Μ. είχε αυτό το δικαίωμα ο ενάγων εύλογα αμφέβαλλε για τη νομιμότητα αυτής της ενέργειας ενόψει της εχθρικής διάθεσης που είχε επιδείξει απέναντι του ο Π. Μ., που ακολουθούσε συνεχώς μια εριστική τακτική αποπνέουσα αισθήματα εχθρότητας προς τον ενάγοντα. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2008 ο ενάγων έλαβε διήμερη άδεια προκειμένου να επισκεφθεί συγγενικό του πρόσωπο στην Κρήτη όμως επειδή του απέμειναν 7 ημέρες αδείας από το έτος 2007 ο Π.
Μ. ζήτησε να αφαιρεθούν οι 2 από τις εν λόγω υπολειπόμενες ημέρες αδείας. Ότι ο ενάγων αρνήθηκε και ενημέρωσε σχετικά το λογιστήριο τις εναγομένης, ώστε να πληρωθεί τον μισθό του Ιανουαρίου πλήρη και με 25 ένσημα. Ότι την 1.8.2008 κατόπιν απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατόπιν προτροπής του διευθύνοντος συμβούλου Μ..
Ότι η απόλυση του ενάγοντα δεν οφείλεται σε έλλειψη επαγγελματικής επάρκειας του ή σε κάποια αντισυμβατική του συμπεριφορά, αλλά αποκλειστικά σε αισθήματα εχθρότητας του τότε διευθύνοντος συμβούλου Μ. που είχε απέναντι στον ενάγοντα, δηλαδή σε ταπεινά ελατήρια .Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε ότι η γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη, ότι η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 5.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.8.2008 μέχρι 31.12.2008(1000 ευρώ μηνιαίως μισθόςχ5 μήνες) και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως.
5. Με τις παραδοχές, που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη και με την υπαγωγική κρίση, που ακολούθησε, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της επιδείξεως ή μη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης, κατά τη γενόμενη την 1.8.2008 καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος.
Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι η από 1.8.2008 καταγγελία εχώρησε ακύρως ως καταχρηστική, κατόπιν προτροπής του τότε διευθύνοντος συμβούλου Π. Μ. προς το διοικητικό της συμβούλιο από λόγους εχθρότητας στο πρόσωπο του ενάγοντος αιτιολογεί ασαφώς το τελευταίο, ενόψει των παραδοχών της που προηγήθηκαν, κατά τις οποίες το πρόβλημα στις σχέσεις διευθύνοντος συμβούλου και αναιρεσίβλητου ανέκυψε κατά τους πρώτους μήνες πρόσληψης και απασχόλησής του με αφορμή την με ευθύνη του πρώτου αγορά ακατάλληλου σέρβερ ενώ η καταγγελία χώρησε την 1.8.2008 χωρίς να διαλαμβάνονται σαφή περιστατικά δηλωτικά εκδικητικής διάθεσης του ανωτέρω διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσείουσας προς αυτόν μέχρι το χρόνο της καταγγελίας.
Εξάλλου, το διαλαμβανόμενο στις παραδοχές ότι για τη διήμερη άδεια που έλαβε ο αναιρεσίβλητος κατά το μήνα Ιανουάριο του 2008 του ζητήθηκε από τον Π. Μ. να αφαιρεθεί από το υπόλοιπο αδείας ημερών του 2007 χωρίς να διευκρινίζεται ότι συνδέεται με πρόκληση έντασης στις σχέσεις των αντιδίκων δεν υποδηλώνει μόνο αυτό εκδικητική διάθεση του ανωτέρω προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
Τέλος, ενώ απορρίπτει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - εναγομένης περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, διαλαμβάνει αντιφατικές προς τούτο παραδοχές, όπως ότι ο ενάγων αρνήθηκε αν και είχε νόμιμη υποχρέωση να παραδώσει τον κωδικό πρόσβασης του υπολογιστή ιδιοκτησίας της εναγομένης στον Π.Μούργο, μετά την αποχώρησή του από το χώρο εργασίας και ουδέν διαλαμβάνει για τυχόν επίπτωση αυτής της συμπεριφοράς στη λειτουργία της σχέσης εργασίας. (π.χ.κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ ενάγοντος και Π.
Μ.,πρόβλημα συνεργασίας). Επομένως,ο τρίτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο επισημαίνονται οι ελλείψεις αυτές και με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 5460/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ