Supreme Court dismisses appeal due to appellant's absence and failure to prove appellate grounds. The appeal is rejected as inadmissible and unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Court of First Instance of Athens. The appellant's lawyer requested the appeal be accepted, but the appellee did not appear at the hearing or declare her absence. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant failed to prove the specific grounds for review, as the lower court had considered all cited evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were not awarded to the absent appellee.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242, 573, 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellee does not appear and the appellant fails to substantiate the grounds for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 642 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 642/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2.Α. Π. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αντωνία Τσίκα.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την από 11-1-2007 προσεπίκληση με ανακοίνωση δίκης του 1ου αναιρεσείοντος, την από 10-5-2007 πρόσθετη παρέμβαση προσώπου μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη και την πρόσθετη παρέμβαση της 2ης αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε με τις από 30-11-2007 προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2520/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 660/2009 μη οριστική και 1973/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-4-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 15-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../4-12-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ν. Ε. Φ., ακριβές αντίγραφο της από 29.4.2014 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 3.2.2016, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 21.9.2016 και στη συνέχεια, λόγω αποχής των δικηγόρων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, προς την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα προς τον αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο τους στην ενώπιον του Εφετείου δίκη (άρθρο 143 και 96 ΚΠολΔικ) Φ. Φ. (βλ. αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Νέα κλήτευση για τις μετ’ αναβολή δικασίμους δεν χρειαζόταν, η δε αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. γ και 575 εδ. β Κ.Πολ.Δικ.).
Συνεπώς αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί, κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) Επειδή η σύμβαση εργολαβίας με "αντιπαροχή", με την οποία ο εργολάβος αναλαμβάνει να ανεγείρει σε οικόπεδο οικοδομή και ο οικοπεδούχος υπόσχεται, ως αμοιβή του εργολάβου, να μεταβιβάσει, κατά κυριότητα ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου του, ότι μόνο απ’ ευθείας στον ίδιο τον εργολάβο, αλλά και στον τυχόν από αυτόν υποδειχθησόμενο τρίτο, ο οποίος μπορεί να είναι και ο προσυμφωνήσας με τον εργολάβο την αγορά διαμερίσματος, με τα αντίστοιχα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, δεν είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και δεν γεννάται από αυτήν δικαίωμα του τρίτου να απαιτήσει την προς τον εργολάβο οφειλομένη παροχή του οικοπεδούχου.
Η σύμβαση αυτή καταρτίζεται προδήλως, όχι προς το συμφέρον του τρίτου (αγοραστού του διαμερίσματος), αλλά προς ίδιο των συμβαλλομένων συμφέρον, δεν αλλάζει δε ο σκοπός αυτός και ο χαρακτήρας της σύμβασης εκ του ότι σ’ αυτήν περιλαμβάνεται και συμφωνία, βάσει της οποίας ο οικοπεδούχος μπορεί να μεταβιβάσει τα ποσοστά του οικοπέδου του αντί του εργολάβου στον τρίτο, καθόσον με τη συμφωνία αυτή παρέχεται απλώς η ευχέρεια στον οικοπεδούχο να καταβάλει την παροχή στον τρίτο ως δεκτικό καταβολής, αντί στον δανειστή του εργολάβο, απαλλασσόμενος έτσι της υποχρεώσεώς του έναντι αυτού.
Δηλαδή αποκλειστικός φορέας του δικαιώματος στην παροχή είναι ο εργολάβος, ενώ ο τρίτος αγοραστής μπορεί να προστατευθεί, αν ο εργολάβος του εκχωρήσει την απαίτησή του έναντι του οικοπεδούχου ή αν ασκήσει πλαγιαστικά το δικαίωμα του εργολάβου κατά του οικοπεδούχου. Επομένως, εάν ο τρίτος, αγοραστής με προσύμφωνο διαμερίσματος ανεγειρόμενης οικοδομής με το σύστημα της "αντιπαροχής", προκαταβάλει στον εργολάβο το τίμημα της πωλήσεως, που προβλέπεται να καταρτισθεί βάσει του προσυμφώνου, η απαίτηση του εργολάβου για την ανάλογη εργολαβική αμοιβή του, - η οποία συνίσταται στην μεταβίβαση των ποσοστών συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, που αντιστοιχούν στην προσυμφωνηθείσα να πωληθεί ιδιοκτησία, απευθείας προς τον τρίτο, εκ του προσυμφώνου δικαιούχο προσδοκίας, ως δεκτικό καταβολής για λογαριασμό του ίδιου του εργολάβου - δεν αποσβήνεται αλλά είναι δυνατόν, ανάλογα με τις περιστάσεις, να θεωρηθεί ότι ασκείται αντίθετα με τα χρηστά ήθη, σε σχέση με κάποιον από τους συμβαλλομένους.
Εξάλλου κατά το άρθρο 175 ΑΚ η διάθεση ενός αντικειμένου, άρα και δικαιώματος, είναι άκυρη, εάν ο νόμος την απαγορεύει. Απαγορευμένη διάθεση δικαιώματος μπορεί να πραγματοποιηθεί και με την κατάσχεση αυτού (που αποτελεί ιδιόρρυθμη μορφή διάθεσης δικαιώματος), όταν η κατάσχεση αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, οπότε αυτή είναι άκυρη.
Απαγορευτική διάταξη περιέχει και το άρθρο 281 ΑΚ, βάσει του οποίου η άσκηση του δικαιώματος, άρα και η διάθεσή του, ακόμη και υπό την μορφή της κατασχέσεως, απαγορεύεται, όταν είναι καταχρηστική, δηλαδή όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του.
Διάθεση ή κατάσχεση δικαιώματος αντικειμένη στο άρθρο 281 του ΑΚ, είναι συνεπώς άκυρη, γιατί ο δικαιούχος στερείται στην περίπτωση αυτή της εξουσίας διάθεσης. Από τα ανωτέρω και από τη διάταξη του άρθρου 1022 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι για να διαταχθεί η κατάσχεση ειδικού περιουσιακού στοιχείου και ειδικότερα του εργολαβικού ανταλλάγματος, θα πρέπει ο δικαιούχος εργολάβος, να έχει την εξουσία διάθεσης του σχετικού δικαιώματος και να μην ασκεί αυτήν καταχρηστικά, γιατί τότε μόνο επιτρέπεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου η μεταβίβασή του.
Στην περίπτωση αυτή, ο επισπεύδων δανειστής, ως ασκών το δικαίωμα του καθού η εκτέλεση οφειλέτου του εργολάβου, υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς, στους οποίους θα υπαγόταν και ο τελευταίος αυτός, αν ο ίδιος ασκούσε το δικαίωμά του. ‘ Όταν συνεπώς ο δικαιούχος του κατασχεθησομένου δικαιώματος (καθού η εκτέλεση), δεν έχει εξουσία να διαθέσει το δικαίωμά του, γιατί η διάθεση θα ήταν καταχρηστική, για τον ίδιο λόγο δεν μπορούν και οι δανειστές του, να το πράξουν με την επιβολή κατάσχεσης κατά το άρθρο 1022 Κ.Πολ.Δικ., αλλά αποκρούονται από τον τρίτο που έχει έννομο συμφέρον με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση.
Πλην όμως η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ δεν γίνεται δεκτή και στις περιπτώσεις άσκησης των γενικών ευχερειών που πηγάζουν από την ελευθερία δράσης του ατόμου στην κοινωνία. Τέτοια γενική ευχέρεια είναι και η μεταβίβαση σε τρίτο του πράγματος ή δικαιώματος από τον κύριο ή τον δικαιούχο, ενώ είχε δεσμευθεί, προηγουμένως, ενοχικώς με προσύμφωνο απέναντι στον με αυτό αντισυμβαλλόμενό του να μη μεταβιβάσει το ίδιο πράγμα σε άλλον.
Ειδικότερα, προκειμένου για το προσύμφωνο, από τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ προκύπτει, ότι από αυτό γεννιούνται ανάμεσα στα μέρη αποκλειστικά ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, αφού τα μέρη δεσμεύονται κατά πρώτο και κύριο λόγο ενοχικώς μεταξύ τους να προβούν στις απαιτούμενες δηλώσεις της βούλησής τους για την κατάρτιση της κύριας σύμβασης και ευθύνονται το καθένα τους ενοχικώς απέναντι στο άλλο, για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης αυτής της βασικής ενοχικής υποχρέωσής τους, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την μη εκπλήρωση των ενοχικών υποχρεώσεων επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων.
Παράλληλα όμως, γεννιούνται από αυτό, κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, υποχρεώσεις ανάμεσα στα μέρη και δυνάμει της γενικότερης αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών, με συνέπεια ο κύριος του πράγματος, που υποσχέθηκε με το προσύμφωνο την μεταβίβασή του στον αντισυμβαλλόμενό του, για οποιαδήποτε νόμιμη αιτία, να δεσμεύεται ενοχικώς απέναντί του να μη μεταβιβάσει, κατά κυριότητα, το ίδιο αυτό πράγμα σε τρίτο, γιατί αν το κάνει, παραβιάζοντας αυτή την υποχρέωσή του, ευθύνεται ενοχικώς απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 335 και 382 ΑΚ, για επιγενόμενη υπαίτια αδυναμία παροχής, προς αποζημίωση.
Η μεταβίβαση όμως αυτής της ίδιας της κυριότητας του πράγματος στον τρίτο θα είναι, κατά κανόνα, έγκυρη κατ’ άρθρο 177 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, στην περίπτωση, που η εξουσία διάθεσης απαλλοτριωτού δικαιώματος περιορίζεται με δικαιοπραξία, ο περιορισμός αυτός, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει κάτι άλλο, έχει μόνο ενοχική ενέργεια και δεν επιδρά στο κύρος της διάθεσης, περαιτέρω δε ο αποκτήσας τρίτος δεν υπέχει, κατά κανόνα, καμιά ευθύνη απέναντι στον εκ του προσυμφώνου δικαιούχο.
Εξαίρεση γίνεται στις περιπτώσεις επιλήψιμης συμπεριφοράς του τρίτου, προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση του πράγματος ή δικαιώματος από τον κύριο ή δικαιούχο, που είχε δεσμευθεί ενοχικώς με το προσύμφωνο απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του να μη μεταβιβάσει το ίδιο πράγμα ή δικαίωμα σε άλλον, αν η συμπεριφορά αυτή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 178 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου αίρεται η δικαιοπρακτική δέσμευση και δεν επέρχονται τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας, όταν αυτή αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Ειδικότερα η ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης του πράγματος ή του δικαιώματος προς τον τρίτο μπορεί να θεμελιωθεί στα άρθρα 178 και 281 ΑΚ, για αντίθεση στα χρηστά ήθη, αφού ως δικαιοπραξίες που εμπίπτουν σ’ αυτή τη διάταξη πρέπει να θεωρηθούν και οι δικαιοπραξίες, οι οποίες συνιστούν γεγονός ζημιογόνο για τα συμφέροντα τρίτων προσώπων, με τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και τέτοια είναι βέβαια και η περίπτωση μιας σύμβασης, που έχει σκοπό τη στήριξη συμπεριφοράς ενός εκ των συμβαλλομένων αντισυμβατικής σε σχέση με άλλη συμβατική του δέσμευση, κάτι που προφανώς προϋποθέτει απαραιτήτως και πάλι, συμμέτοχος του ανήθικου αυτού σκοπού να είναι και ο τρίτος.
Εξάλλου από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το λόγο αυτό ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού και συνακόλουθα προϋποτίθεται ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, εκ τούτου δε παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ ΑΠ 44/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση επί της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη αιτήσεως περί κατασχέσεως ειδικών περιουσιακών στοιχείων και δη της απαιτήσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, ως εργολάβου ανεγέρσεως πολυόροφης οικοδομής, με το σύστημα της αντιπαροχής προς μεταβίβαση σ’ αυτόν των αναλογούντων στις δύο ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα) ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, ως μέρους της οφειλομένης, από τους συνιδιοκτήτες, οικοπεδούχους εργολαβικής αμοιβής και της υπέρ του πρώτου αναιρεσείοντα ασκηθείσας από τη δεύτερη (και τον μη όντα διάδικο Α.
Ν.) πρόσθετης παρέμβασης, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη έφεση και αφού την εξαφάνισε δέχθηκε ως προς την υποβληθείσα από την προσθέτως περεμβάσα (και τον μη όντα διάδικο έτερο παρεμβάντα) ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος της αναιρεσίβλητης τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση οι προσθέτως παρεμβαίνοντες ισχυρίζονται, ειδικότερα, ότι η αιτουμένη κατάσχεση θα αποτελέσει καταχρηστική άσκηση της εξουσίας διαθέσεως και συνεπώς και του ιδίου του κατασχεθησομένου δικαιώματος εκ μέρους του καθού η εκτέλεση οφειλέτη τους προτεινομένη και κατά της επισπεύδουσας την εκτέλεση εκκαλούσας-αιτούσας, διότι οι ίδιοι έχουν από μακρού χρόνου στη νομή τους τα επίδικα διαμερίσματα - οριζόντιες ιδιοκτησίες, βάσει προσυμφώνου και έχουν ήδη προκαταβάλει εν όλω τα συμφωνηθέντα για τις μέλλουσες να συναφθούν πωλήσεις αυτών τιμήματα προς τον πρώτο εφεσίβλητο, με συνέπεια η ανατροπή της παγιωμένης, κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπέρ αυτών πραγματικής κατάστασης, να τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη περιουσιακή βλάβη.
Με τον ισχυρισμό αυτό, προτείνουν την προαναφερθείσα ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, κατ’ αρχάς εξ ιδίου δικαιώματος, δηλαδή ότι η αιτουμένη κατάσχεση - διάθεση δικαιώματος θα αποτελεί καταχρηστική άσκησή του από πλευράς της επισπεύδουσας, ενεργούσας στην θέση του καθ’ ου η εκτέλεση εργολάβου, (πρώτου εφεσιβλήτου-καθ’ ου η αίτηση), απέναντι αυτών των ιδίων.
Υπό αυτή την έννοια η εξεταζομένη ένσταση προτείνεται απαραδέκτως, διότι ο προσθέτως παρεμβαίνων, ακόμη και αν η παρέμβαση του θεωρηθεί ως "πρόσθετη αυτοτελής", δεν μπορεί, εφόσον δεν αποκτά την ιδιότητα του κύριου διάδικου, να υποβάλει αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έτσι ώστε δεν μπορεί να προτείνει ενστάσεις, που προσήκουν αποκλειστικά και μόνον στο πρόσωπό του, και όχι στο πρόσωπο του διαδίκου, υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, (βλ.
Γέσιου - Φαλτσή, Η δικονομική έννομη τάξη, σελ. 98, Νίκας, στην Ερμ. ΚΠολΔ. Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, άρθρο 83, παρ.παρ. 3 και 5, σελ. 194-195, προβλ. και ΕΘ 918/93 Αρμ. 1993.527-529).
Αφετέρου, εκτιμωμένου ότι η ίδια ένσταση προβάλλεται για λογαριασμό του ίδιου του καθ’ ου η απειλουμένη εκτέλεση, εργολάβου, (πρώτου εφεσιβλήτου-καθ’ ου η αίτηση), υπό την έννοια ότι με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται να υποχρεωθεί αυτός σε καταχρηστική, αντίθετη με τα χρηστά ήθη και άρα παράνομη διάθεση του δικαιώματός του, αντικειμένη σε προηγούμενες συμβατικές του δεσμεύσεις έναντι των παρεμβαινόντων, με αποτέλεσμα να εκτίθεται αυτός σε αστικές ευθύνες προς αυτούς, κρίνεται ότι σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, η ένσταση αποβαίνει απορριπτέα: -(1) Ως μη νόμιμη, καθόσον επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 281 ΑΚ, διότι υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά ο καθ’ ου η εκτέλεση εργολάβος, διαθέτοντας την επίδικη απαίτησή του, έναντι των οικοπεδούχων, προς την επισπεύδουσα εκτέλεση σε βάρος του αιτούντα, μέσω της αιτουμένης κατασχέσεως, ασκεί την ίδια γενική ευχέρεια, που θα ασκούσε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη υπό στοιχείο Δ’ , εάν μεταβίβαζε οριστικά προς την επισπεύδουσα τις ίδιες οριζόντιες ιδιοκτησίες, που είχε προηγουμένως υποσχεθεί με προσύμφωνο να μεταβιβάσει στους παρεμβαίνοντες.
Στα πλαίσια δε ασκήσεως της ευχέρειας αυτής, δεν νοείται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, όπως προηγουμένως αναφέρθηκε. Και -(2) Ως αόριστη κατά το άρθρο 178 ΑΚ, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν στοιχειοθετείται η σχετική ένσταση, αφού, όπως προεκτέθηκε, (βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο Ε’ ), αναγκαίο στοιχείο της είναι η ανηθικότητα να αφορά και τον τρίτο οριστικό λήπτη της προηγουμένως υπεσχημένης, από τον δότη προς τον ενιστάμενο, παροχής, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, οι εφεσίβλητοι - ενιστάμενοι δεν επικαλέσθηκαν ανήθικο σκοπό εκ μέρους της αιτούσας - επισπεύδουσας την εκτέλεση, ενώ αντίθετα δεν αρνούνται ειδικά και εμμέσως, αλλά σαφώς, συνομολογούν ότι η απαίτηση της τελευταίας, που επιδιώκεται να ικανοποιηθεί, συνίσταται σε αποζημίωση, που της επιδικάσθηκε, διότι, έχοντας προσυμφωνήσει και αυτή την αγορά διαμερίσματος στην ίδια πολυκατοικία, κατέβαλε ολόκληρο το συμφωνηθέν για την προσδοκώμενη οριστική μεταβίβαση τίμημα, πλην όμως το διαμέρισμα αυτό εκπλειστηριάσθηκε από το ΙΚΑ, προκειμένου να καλυφθούν οφειλόμενες προς αυτό ασφαλιστικές εισφορές απασχοληθέντων στην ανοικοδόμηση εργατών (οι οποίες, όμως, κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές χρηστά ήθη, θα έπρεπε να επιβαρύνουν αναλόγως όλες τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες-διαμερίσματα της επίδικης πολυώροφης οικοδομής στις μεταξύ των συνιδιοκτητών σχέσεις), ανεξάρτητα από το ότι υπεύθυνοι για την καταβολή τους, έναντι του ΙΚΑ, ήταν αρχικά οι οικοπεδούχοι και τελικά βάσει του εργολαβικού ο ανωτέρω εργολάβος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη, μη νόμιμη και αόριστη την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, της προσθέτως παρεμβάσας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση και στη συνέχεια, όπως προεκτέθηκε, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή, την οποία κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα, στο οικείο δεύτερο λόγο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ προσέτι δέχθηκε ως προς την ένσταση καταχρήσεως και τα ακόλουθα: "Με τα δεδομένα αυτά και ανεξάρτητα από την μη νομιμότητα της προβληθείσας ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που προαναφέρθηκε, δεν αποδεικνύεται κατ’ ουσία ότι η αιτουμένη κατάσχεση συνιστά, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, διάθεση των κατασχεθησομένων απαιτήσεων του καθ’ ου η αίτηση - εργολάβου κατά των οικοπεδούχων, η οποία παρίσταται ως καταχρηστική ή ανήθικη, αφού η αιτούσα και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, έχοντας το ίδιο δικαίωμα προσδοκίας βάσει προσυμφώνων και έχοντας ομοίως προεξοφλήσει ο καθένας τους το τίμημα της οριστικής πωλήσεως, κατέληξαν η μεν πρώτη να έχει στερηθεί, επί 17 και πλέον έτη, τόσο τη νομή του διαμερίσματος, που θα αγόραζε, όσο και τα χρήματα του προκαταβληθέντος τιμήματος, ενώ οι δεύτεροι τουλάχιστον ωφελήθηκαν, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, την χρήση των διαμερισμάτων, των οποίων είχαν αναλάβει τη νομή".
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία το Εφετείο με ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε την ένσταση του 281 ΑΚ, ως απαράδεκτη, αόριστη και μη νόμιμη, στη δε συνέχεια με ελλιπή αιτιολογία και ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω ένσταση κατά παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αλλά και του αρ. 19 το ίδιου άρθρου και των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και ειδικότερα ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, γιατί η επικαλούμενη πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που η ένσταση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, μη νόμιμη και αόριστη, ενώ η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας δεν συντρέχει, καθόσον η επίμαχη αιτιολογία περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ενστάσεως είναι πλεοναστική, έχει δηλαδή τεθεί ως εκ περισσού, δεν επηρεάζει το διατακτικό, ούτε δημιουργεί δεδικασμένο και δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση.
Για την ίδια αιτία και ως προς όλες τις αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, καθόσον η προαναφερθείσα για την εκ του ΑΚ 281 ένσταση αιτιολογία, ως πλεοναστική, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την ίδια διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά παραβίαση του άρθρου 8 παρ. 5 εδ. γ και ΑΝ 1846/1951 και όπως, τούτο ίσχυε κατά το χρόνο ανεγέρσεως της ένδικης πολυόροφης οικοδομής, δέχθηκε ότι οι ασφαλιστικές εισφορές των απασχοληθέντων στο έργο, βαρύνουν όλες τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ενώ οι εισφορές αυτές βαρύνουν τους εργοδότες-κυρίους του οικοπέδου και ότι λόγω της παραβιάσεως αυτής δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται αποζημίωση, αφού το ΙΚΑ εκπλειστηρίασε μόνο το ακίνητο που αυτή είχε προσυμφωνήσει να αγοράσει και όχι το σύνολο των ιδιοκτησιών της οικοδομής.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής γιατί όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεως οι επίμαχες παραδοχές ως προς τις εισφορές του ΙΚΑ αφορούν στην αιτία για την οποία η αναιρεσίβλητη έχει δικαστικά και τελεσίδικα επιδικασθείσα απαίτηση και δεν αποφαίνεται το δικαστήριο για το νόμιμο ή μη της αξιώσεως του ΙΚΑ πράγμα άλλωστε που εξέφευγε του αντικειμένου της.
Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση είναι αόριστη γιατί δεν έγινε επίκληση ανηθικότητας της αιτούσας-αναιρεσίβλητης, αλλά αντίθετα οι ενιστάμενοι και εν προκειμένω η δεύτερη αναιρεσείουσα δέχονται ότι αυτή επιδιώκει την ικανοποίηση της απαιτήσεως που της έχει επιδικασθεί και δεν αναφέρεται η απόφαση σε συμπεριφορά της αιτούσας-αναιρεσίβλητης που να έχει σχέση, με τη νόμιμη ή μη αξίωση του ΙΚΑ.
Ενόψει τούτων οι ερευνώμενοι πρώτος, πέμπτος και τέταρτος από τους λόγους της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή μεταξύ των ειδικών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία μπορούν να κατασχεθούν κατά τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ Κ.Πολ.Δικ., είναι και η παροχή των οικοπεδούχων προς τον εργολάβο, η οποία απορρέει από το προσύμφωνο περί μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας επί οικοπέδου, ως εργολαβικού ανταλλάγματος για την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής, με περισσότερα από ένα αυτοτελή τμήματα (διαμερίσματα) που συνιστούν ανεξάρτητες, οριζόντιες ιδιοκτησίες, σε συνδυασμό με τη συναφή εργολαβική σύμβαση, με το σύστημα, που έγινε γνωστό ως "αντιπαροχή".
Η παροχή αυτή συνίσταται στα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνδιοκτησίας των οικοπεδούχων-εργοδοτών επί του οικοπέδου, τα οποία αντιστοιχούν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες-διαμερίσματα της ανεγερθείσας οικοδομής, που περιέρχονται στον εργολάβο και αποτελούν στην αμοιβή τους, για την εκτέλεση του έργου της ανοικοδομήσεως των λοιπών διαμερισμάτων, τα οποία περιέρχονται στους οικοπεδούχους και συνιστούν, ως προς την κατασκευή τους, την αντιπαροχή του εργολάβου.
Ειδικότερα μπορεί να κατασχεθεί ολόκληρη μία αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία, με τα αποτελούντα αυτήν κτίσματα και με τα αντιστοιχούντα σε αυτήν ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, τα οποία, ανήκοντα στους οικοπεδούχους, υποχρεούνται αυτοί να τα μεταβιβάσουν στον εργολάβο, ως εργολαβική αμοιβή του.
Προϋποθέσεις της, κατά τα άρθρα 1022 επ του Κ.Πολ.Δικ., κατασχέσεως είναι: α) η ύπαρξη περιουσιακού δικαιώματος, β) να μη χωρεί ως προς το δικαίωμα αυτό άλλο είδος κατασχέσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 953 επ ή 982 επ ή 992 επ του Κ.Πολ.Δικ., γ) το δικαίωμα να είναι εξ αντικειμένου δεκτικό μεταβιβάσεως και ο δικαιούχος να έχει την εξουσία διαθέσεώς του και δ) να εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση, κατά το άρθρο 1023 Κ.Πολ.Δικ., με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ του ίδιου κώδικα.
Περαιτέρω το αιτούμενο, όπως κατασχεθεί, δικαίωμα του εργολάβου εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την τυχόν ανώμαλη εξέλιξη της εργολαβικής συμβάσεως και εξακολουθεί να υπόκειται στο προαναφερθέν είδος κατάσχεσης, έστω και αν δεν εξαρτάται πλέον από αντιπαροχή. Συγκεκριμένα η απαρίθμηση των δικαιωμάτων, για τα οποία χωρεί το εν λόγω είδος κατάσχεσης, όπως παρατίθενται στο άρθρο 1022 Κ.Πολ.Δικ.
είναι ενδεικτική, γι’ αυτό μπορεί το δικαίωμα να μη εξαρτάται από αντιπαροχή ή αυτή να έχει εκπληρωθεί. Στην προαναφερθείσα περίπτωση της εργολαβίας με το σύστημα της αντιπαροχής, η απαίτηση του εργολάβου να του μεταβιβασθούν, ως αμοιβή, τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου που συμφωνήθηκαν, εξαρτάται προφανώς από την αντιπαροχή της εκτελέσεως του έργου εκ μέρους του, όταν υπάρχει ομαλή εξέλιξη της ενοχής.
Επί ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής και ειδικότερα εάν επήλθε έκπτωση του εργολάβου, λόγω μη τηρήσεως των υποχρεώσεών του, με την άσκηση προβλεπομένου στην εργολαβική σύμβαση σχετικού δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους των οικοπεδούχων, η απαίτησή του για τη μεταβίβαση των ποσοστών συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, που αντιστοιχούν στις, μέχρι την έκπτωσή του, κατασκευασμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, που συνιστούν την αμοιβή του για το μέχρι τότε αποπερατωθέν μέρος του έργου, εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά δεν απορρέει πλέον από τη σύμβαση και στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρ. 904 επ.
ΑΚ), ώστε δεν εξαρτάται από αντιπαροχή. ‘ Όμως η κατάσχεση της απαιτήσεως αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1158/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υποθέσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα - αιτούσα διατηρεί απαίτηση κατά του καθ’ ου η αίτηση, πρώτου εφεσιβλήτου, η οποία της επιδικάσθηκε με την υπ’ αριθ. 4353/03 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έγινε τελεσίδικη μετά την έκδοση των αποφάσεων 5314/05 και 1791/06 του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες απορρίφθηκαν, αντίστοιχα, (α) έφεση του τότε εναγομένου, ( ήδη καθ’ ου η ένδικη αίτηση - εφεσιβλήτου ), λόγω ερημοδικίας του, ως εκκαλούντος και (β) ανακοπή ερημοδικίας του ιδίου κατά της απορρίψασας την προηγούμενη έφεση αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Η επιδικασθείσα απαίτηση προερχόταν από επιστροφή προκαταβληθέντος τιμήματος προσυμφώνου πωλήσεως ενός διαμερίσματος, ευρισκομένου στην ανεγειρομένη από τον καθ’ ου η αίτηση - εφεσίβλητο, ως εργολάβο, πολυώροφη οικοδομή, επί της οδού ..., στην περιοχή ..., το οποίο είχε υποσχεθεί να μεταβιβάσει ο τελευταίος στην εκκαλούσα - αιτούσα, πλην όμως δεν εκπλήρωσε την υπόσχεσή του αυτή, καθώς και σε συμφωνηθείσα, για την περίπτωση αυτή, ποινική ρήτρα, που κατέπεσε σε βάρος του.
Το ύψος της απαιτήσεως ανέρχεται κατά την εκτελεστέα απόφαση σε 66.030,81 ευρώ, ενώ, μέχρι την κατάθεση της ένδικης αίτησης, είχε ανέλθει, μαζί με τους δεδουλευμένους νόμιμους τόκους και τα εν τω μεταξύ δημιουργηθέντα δικαστικά και λοιπά έξοδα, σε 172.000 ευρώ. Η εκκαλούσα - αιτούσα προσπάθησε να εκτελέσει την ανωτέρω απόφαση, αλλά δεν βρήκε εμφανή περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη της να κατασχέσει, εκτός από τις επίδικες απαιτήσεις του έναντι τρίτων (των οικοπεδούχων), τις οποίες ζητεί με την ένδικη αίτηση να της επιτραπεί να κατασχέσει ως ειδικά περιουσιακά στοιχεία, κατά τα άρθρα 1022 επ.
ΚΠολΔ. Ως προς τις απαιτήσεις αυτές προέκυψαν τα ακόλουθα : -Ο καθ’ ου η αίτηση - εφεσίβλητος ανέλαβε να ανεγείρει, ως εργολήπτης, την ανωτέρω πολυώροφη οικοδομή, με το σύστημα της αντιπαροχής, με εργοδότες τους συνιδιοκτήτες του οικοπέδου, που ήσαν εννέα (9) συνολικά πρόσωπα, (Δ. Χ. κλπ.). Η συμφωνία τους αποτυπώθηκε στο υπ’ αριθ. .../6-3-1989 συμβόλαιο, με την ονομασία "προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου και εργολαβικό", της Συμβολαιογράφου Αθηνών Πέρσας - Μ.
Γ. - Δ., σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. ...2-8-1989 συμβολαιογραφική πράξη "σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας" της Συμβ/φου Αθηνών Όλγας Βερβιτσιώτη - Πυλιανού. Με το ως άνω προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο ο καθ’ ου η αίτηση - εφεσίβλητος ανέλαβε την ανέγερση της εν λόγω πολυώροφης οικοδομής με δική του ευθύνη και δαπάνες, οι δε οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν, προς αυτόν ή προς τρίτους, που αυτός θα υποδείκνυε, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, οριζόντιες ιδιοκτησίες, που θα αντιστοιχούν σε 690,40 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας επί του επιδίκου οικοπέδου.
Σύμφωνα με την ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στα χιλιοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, που συνιστούν το εργολαβικό αντάλλαγμα, αντιστοιχούν 14 διαμερίσματα και 11 αποθήκες, που αποτελούν ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται: (1) η υπό στοιχεία ΣΤ -3 οριζόντιος ιδιοκτησία -διαμέρισμα, του έκτου υπέρ το ισόγειο ορόφου και (2) η υπό στοιχεία ...
οριζόντιος ιδιοκτησία - διαμέρισμα, του πρώτου υπέρ την πυλωτή ορόφου. Πριν την αποπεράτωση της οικοδομής, ο καθ’ ου η αίτηση - εφεσίβλητος, με το υπ’ αριθ. .../16-3-1992 προσύμφωνο πωλήσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών Όλγας Βερβιτσιώτη - Πυλιανού, ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι του πρώτου υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος στην πρωτοβάθμια δίκη και ήδη δευτέρου εφεσίβλητου, Α.
Ν., να του πωλήσει το πρώτο ως άνω υπό στοιχεία ... διαμέρισμα, αντί τιμήματος 13.700.000 δραχμών, εκ του οποίου ποσό 11.600.000 δρχ. κατέβαλε ο τελευταίος άμεσα, ως αρραβώνα, κατά την υπογραφή του προσυμφώνου και ακολούθως εξόφλησε το υπόλοιπο σε δύο δόσεις, από 1.600.000 και 500.000 δρχ. η καθεμία αντίστοιχα, (βλ. τις από 4-2-1993 και 30-3-1992 προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις).
Για το διαμέρισμα αυτό δεν καταρτίσθηκε μέχρι σήμερα οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως, όμως από την εξόφληση της τελευταίας δόσης, (.../1993), ο Α. Ν. επιλήφθηκε της νομής του διαμερίσματος και το νέμεται μέχρι σήμερα, (3/2010), ήτοι επί 17 έτη και πλέον, εκμισθώνοντας αυτό σε τρίτους. Επίσης ο καθ’ ου η αίτηση - εφεσίβλητος, με το υπ’ αριθ. .../31-10-1991 προσύμφωνο πωλήσεως της ίδιας Συμβολαιογράφου Αθηνών Όλγας Βερβιτσιώτη - Πυλιανού, ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι της δεύτερης παρεμβάσας πρωτοδίκως υπέρ αυτού και ήδη τρίτης εφεσίβλητης, Α.
Π., να της πωλήσει με οριστικό συμβόλαιο το δεύτερο των προαναφερθέντων, υπό στοιχεία ... υπέρ την πυλωτή, διαμέρισμα, αντί τιμήματος 15.300.000 δραχμών, εκ του οποίου αυτή κατέβαλε, ως αρραβώνα, άμεσα κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, ποσό 6.000.000 δραχμών, ακολούθως δε εξόφλησε το υπόλοιπο, των 9.300.000 δρχ. στις 3-12-2001, όπως προκύπτει από την συμβολαιογραφική πράξη εξοφλήσεως τιμήματος υπ’ αριθ. .../2001 της ίδιας αμέσως ανωτέρω Συμβολαιογράφου.
Από το τέλος του έτους 1992 η Α. Π. επιλήφθηκε της νομής του εν λόγω διαμερίσματος και εγκαταστάθηκε σε αυτό με την οικογένειά της, χρησιμοποιώντας το ως μόνιμη κατοικία. Και για το διαμέρισμα αυτό δεν καταρτίσθηκε, μέχρι σήμερα, οριστικό συμβόλαιο, όμως η Α. Π. νέμεται συνεχώς αυτό επί διάστημα μεγαλύτερο των 17 ετών.
Ο λόγος, που δεν καταρτίσθηκαν τα οριστικά συμβόλαια και για τα δύο ανωτέρω διαμερίσματα, είναι ότι οι οικοπεδούχοι δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους, προς τον καθ’ ου η αίτηση - πρώτο εφεσίβλητο, εργολάβο του έργου ανεγέρσεως της επίδικης πολυκατοικίας, να του μεταβιβάσουν, ως μέρος του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, τα αντιστοιχούντα στα εν λόγω διαμερίσματα - οριζόντιες ιδιοκτησίες ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, σύμφωνα με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Ο Α. Ν. επιχείρησε με πλαγιαστική αγωγή κατά των οικοπεδούχων να υποχρεώσει αυτούς να εκπληρώσουν την παροχή τους προς τον εργολάβο, πλην όμως η αγωγή του απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, ( βλ. την υπ’ αριθ. 1043/07 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ). Η μη εκπλήρωση της αντιπαροχής των οικοπεδούχων δεν οφείλεται στην μη αποπεράτωση του έργου, αφού αποδείχθηκε ότι η πολυκατοικία αποπερατώθηκε στα μέσα του έτους 1992 και παραδόθηκαν στους οικοπεδούχους οι αντιστοιχούσες σε καθένα εξ αυτών οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες και παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα από αυτούς.
Οι αναγραφόμενες στις προσκομιζόμενες εκθέσεις αυτοψίας, από Μαρτίου του 1991 και από 10-5-1993, των μηχανικών Γ. Μ. και Σ. Σ. - Π. Χ. αντίστοιχα, ελλείψεις και κακοτεχνίες κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδεις και συνεπώς δεν καθιστούν το έργο ανεκπλήρωτο ή ημιτελές. Αφετέρου έκπτωση του εργολάβου πριν την αποπεράτωση του έργου δεν αποδείχθηκε.
Η σχετική εξώδικη καταγγελία, που φέρεται ότι κοινοποίησαν οι οικοπεδούχοι στον εργολάβο, δεν μπορεί πλέον να προσκομισθεί, (βλ. την από 16-5-2007 βεβαίωση του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Κ.) και δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί το περιεχόμενό της, το οποίο δεν συνάγεται από κανένα άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η άρνηση των οικοπεδούχων να μεταβιβάσουν, είτε άμεσα στον ίδιο τον εργολάβο, είτε, για λογαριασμό του, στους βάσει των ανωτέρω προσυμφώνων πωλήσεως υποψήφιους οριστικούς αγοραστές των διαμερισμάτων, ως δεκτικούς καταβολής, τα αναλογούντα στα διαμερίσματα αυτά ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, οφείλεται στο ότι αυτός δεν εκπλήρωσε την αναληφθείσα παρεπόμενη υποχρέωσή του να καταβάλει τις εισφορές προς το ΙΚΑ των εργασθέντων στο έργο εργατών.
Από τα εκτεθέντα συνάγεται ότι ο καθ’ ου η αίτηση - πρώτος εφεσίβλητος, εργολάβος, διατηρεί ακόμη απαίτηση έναντι των οικοπεδούχων να του μεταβιβασθούν τα αναλογούντα στα επίδικα διαμερίσματα ποσοστά συνιδιοκτησίας, με βάση την ίδια την εργολαβική σύμβαση, ως μέρος της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής του.
Επομένως οι απαιτήσεις του αυτές, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, υπόκεινται, ως ειδικά περιουσιακά στοιχεία, σε κατάσχεση κατά τα άρθρα 1022 επ. του ΚΠολΔ., από την αιτούσα - εκκαλούσα, ως δανείστρια αυτού, (του εργολάβου). Ακόμη αποδείχθηκε ότι η οφειλή του καθ’ ου η αίτηση - πρώτου εφεσιβλήτου προς το ΙΚΑ, καλύφθηκε με την κατάσχεση και εκπλειστηρίαση, εκ μέρους του τελευταίου οργανισμού, ενός άλλου αποπερατωμένου διαμερίσματος της ίδιας οικοδομής, με τα αναλογούντα σε αυτό, ως αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, που είχαν υποχρέωση, επίσης, να μεταβιβάσουν οι οικοπεδούχοι στον εργολάβο.
Το διαμέρισμα αυτό ήταν εκείνο, που είχε υποσχεθεί ο καθ’ ου η αίτηση - εργολάβος, βάσει προσυμφώνου, να μεταβιβάσει στην αιτούσα - εκκαλούσα. Η τελευταία δεν πρόλαβε καν να αναλάβει τη νομή του υπεσχημένου διαμερίσματος, πριν τον πλειστηριασμό του, όπως έκαναν οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, αντίδικοί της, με τα δικά τους διαμερίσματα, ενώ είχε προκαταβάλει το συμφωνηθέν για την μέλλουσα οριστική πώληση τίμημα.
Το ποσό της προκαταβολής αυτής, κατά το οποίο ο καθ’ ου η αίτηση - εφεσίβλητος εργολάβος έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της, αποτελεί, μαζί με την καταπεσούσα ποινική ρήτρα για την μη εκπλήρωση του προσυμφώνου, το βασικό κονδύλιο της απαιτήσεως, που επιδιώκει η αιτούσα - εκκαλούσα να ικανοποιήσει με την αιτουμένη ειδική κατάσχεση.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αίτηση και διέταξε την κατάσχεση της ένδικης απαιτήσεως του πρώτου αναιρεσείοντος εργολάβου κατά των οικοπεδούχων ως ειδικού περιουσιακού στοιχείου κατά το άρθρο 1022 Κ.Πολ.Δικ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την επικαλούμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1022 ΑΚ (ΑΠ 1158/2002), ενόψει του ότι στην απόφασή του, υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην προπαρατεθείσα οικεία νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού του συλλογισμού.
Ειδικότερα υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά ο πρώτος αναιρεσείων-καθού η αίτηση διατηρεί υποκειμένη σε κατάσχεση, ως ειδικού περιουσιακού στοιχείου, απαίτηση έναντι των οικοπεδούχων προς μεταβίβαση των αναλογούντων στα ένδικα δύο διαμερίσματα ποσοστών συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, με βάση την ίδια την εργολαβική σύμβαση, ως μέρος της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής από την εκτέλεση του έργου, που ολοκληρώθηκε (αποπερατώθηκε) στα μέσα του 1992, οπότε και παραδόθηκαν στους οικοπεδούχους οι αντιστοιχούσες στα επί των ποσοστών συνιδιοκτησίας τους επί του οικοπέδου οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες και παρελήφθηκαν, καθόσον οι διαπιστωθείσες ελλείψεις δεν ήταν ουσιώδεις και συνακόλουθα δεν καθιστούσαν το έργο ημιτελές.
Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες χώρησε έκπτωση του εργολάβου - αναιρεσείοντος πριν από την παράδοση του έργου και ότι λόγω της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής δεν υφίσταται παροχή εξαρτώμενη από αντιπαροχή, αλλά απαίτηση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, που δεν θεωρείται ειδικό περιουσιακό στοιχείο, ώστε κατά την επίμαχη διάταξη του άρθρου 1022 Κ.Πολ.Δικ.
να υπόκειται σε κατάσχεση, είναι προεχόντως απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως της επικαλουμένης διατάξεως αποδίδουν στην απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και γιατί αφορά σε ισχυρισμό που δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού και αν ακόμη είχε λάβει χώρα η επικαλούμενη υπαναχώρηση, πράγμα που ανέλεγκτα κρίθηκε ότι δεν συνέβη πριν από την αποπεράτωση του έργου και πάλι θα υφίστατο αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη κατάσχεται ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο (ΑΠ 1158/2002).
Πρέπει λοιπόν ο ερευνώμενος πρώτος λόγος να απορριφθεί. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικανικού του πορίσματος ως προς την αποπεράτωση του έργου από τον πρώτο αναιρεσείοντα-εργολάβο και την έκπτωσή του από το έργο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα α) το υπ’ αριθμ. .../1989 προσύμφωνο-εργολαβικό συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Π.-Μ.
Γ.-Δ., β) τις από 31.8.2005 προτάσεις των οικοπεδούχων-εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί αγωγής του ετέρου παρεμβάντος στην ένδικη δίκη υπέρ του αναιρεσείοντος και μη όντος διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη Α. Ν., για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, όπου οι οικοπεδούχοι δηλώνουν, συνιστώσης της δηλώσεώς τους δικαστικής ομολογίας, ότι έχουν κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο και έχουν αυτοί αναλάβει την αποπεράτωση του έργου, γ) την από Μαρτίου 1992 πραγ/νη του αρχιτέκτονα Γ.
Μ., δ) την από 10.5.1993 έκθεση αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ. και ε) την από 16.5.2007 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Γ. Κ.. Ο λόγος αυτός, ως αφορών σε απόδειξη ισχυρισμού, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και στον πρώτο αναιρετικό λόγο, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού χωρεί κατάσχεση, κατά το άρθρο 1022 Κ.Πολ.Δικ., ανεξάρτητα από το αν αποπερατώθηκε ή όχι το έργο, είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικληθέντα και επαναπροσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ειδική αναφορά στα υπό στοιχ.
α (σελ. 11α), γ (σελ. 12α) και δ (σελ. 12β) αποδεικτικά στοιχεία, δεν γεννιέται καμμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος, ενώ οι οικοπεδούχοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για δικαστική ή εξώδικη ομολογία, που αφορά σε δηλώσεις διαδίκου και μόνο.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). Δικαστικά έξοδα ενόψει της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης δεν επιδικάζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.4.2014 αίτηση των Χ. Σ. του Γ. και Α. Π. του Β. κατά της Μ. συζ. Α. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1973/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ