Legislator Case Law & Legislation
642/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding evidence evaluation and document interpretation.

Case Number 642/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third-Instance Court of Patras decision regarding a property inheritance dispute. The appellant argued that the lower court distorted the meaning of a specific letter to prove disinheritance, claiming this constituted an appealable error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim, ruling that the lower court's finding was based on a holistic assessment of multiple evidence items rather than a misreading of the letter alone, and thus did not meet the threshold for an appealable error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure; An appealable error is not established when a lower court reaches a contrary conclusion based on a holistic evaluation of evidence rather than a diagnostic error in reading a document.

Keywords

AI generated
appealable error evaluation of evidence interpretation of documents holistic assessment Code of Civil Procedure property inheritance disinheritance

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Articles 62, 73, 286 et seq. and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure
Article 20 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 642 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 642/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκι.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Λ. του Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπουρμπούλη με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2)Α. Λ. του Β., η οποία δεν παραστάθηκε διότι, όπως έχει ήδη γνωστοποιηθεί κατά τη δικάσιμο της 20/5/2015 απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Ν. Λ. του Β., κάτοικο ..., ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-1993 αγωγή του αρχικού διαδίκου Β. Λ. και την από 3/7/1995 προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/1998, 14/2010 μη οριστικές, 53/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2014 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-9-2014 αίτησή του.

Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 20ης Μαΐου 2015 με αριθμό πινακίου 19. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 246/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 24-2-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔικ νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στις 20.5.2015, λόγω παραιτήσεως του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερα μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔικ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ’ αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος, είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Για το κύρος της γνωστοποιήσεως δεν απαιτείται αυτή να συνοδεύεται και από τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν την επέλευσή της και τη νομιμοποίηση του γνωστοποιούντος, ως δικαιουμένου στην επανάληψη της δίκης, αν δε ο αντίδικος προβάλλει αμφισβήτηση οι αποδείξεις πρέπει να προσκομισθούν στον δικαστή.

Επομένως δεν είναι άκυρη η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων ή αν έχει αμφιβολίες και δεν έχει πειστεί για την επέλευσή του, και η συζήτηση χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως (σχετ.

ΟλΑΠ 31/2009). Περαιτέρω η ακυρότητα αυτή, ως αναγομένη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδα ΚΠολΔικ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 73 ΚΠολΔικ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι ο προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. Λ. του Β., η οποία μαζί με την έτερη αναιρεσίβλητη αδελφή της Α. Λ. του Β., είχαν υπεισέλθει κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης στη θέση του αρχικού διαδίκου και πατέρα τους Β. Λ. του Α. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, απεβίωσε στις 26.4.2013, ήτοι μετά την άσκηση της εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας υπ’ αριθμ. 53/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που έλαβε χώρα στις 7-7-2011.

Κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο στις 16.5.2013, ήτοι μετά τον θάνατο της εν λόγω εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ο παραστάς ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Μπουρμπούλης δεν γνωστοποίησε στο ακροατήριο ή με άλλο τρόπο τον θάνατο της εν λόγω εφεσίβλητης, ώστε να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης, προφανώς γιατί ενόψει του μεσολαβήσαντος μεταξύ του θανάτου και της συζητήσεως στο ακροατήριο 20ημέρου δεν το γνώριζε.

Επομένως κατά τα αναφερόμενα, στη νομική σκέψη παραδεκτά χώρησε η συζήτηση και εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου στο όνομα της αποβιώσασας, η οποία απόφαση ενόψει τούτων είναι υποστατή. Η δημοσιευθείσα στις 28.3.2014 υπ’ αριθμ. 111/2014 απόφαση του Εφετείου επιδόθηκε στον εκπροσωπήσαντα τον εκκαλούντα στο ακροατήριο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν.

Μ. από τον δικηγόρο Ιωάννη Μπουρμπούλη που εκπροσώπησε τις εφεσίβλητες στο ακροατήριο, όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../13.5.2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Κεφαλληνίας Α. Β.. Η επίδοση από τον εν λόγω δικηγόρο έγινε για λογαριασμό της πρώτης εφεσίβλητης, ενώ γνωστοποιήθηκε και το γεγονός του θανάτου της δεύτερης και της υποκαταστάσεως στη θέση της του εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμου και συζύγου της Ν.

Λ. του Β.. Η προφορική αυτή εκτός ακροατηρίου γνωστοποίηση, κατά χρόνο της διενέργειας της διαδικαστικής ενέργειας της επιδόσεως της αποφάσεως, καλύπτει μεν τις κατά το άρθρο 287 ΚΠολΔικ προϋποθέσεις του νόμου, πλην όμως ο χρόνος που είχε μεσολαβήσει από του χρόνου του θανάτου και που ήταν μεγαλύτερος του έτους και προγενέστερος του χρόνου συζητήσεως της εφέσεως και της παραλείψεως της γνωστοποιήσεως στο ακροατήριο του Εφετείου, ώστε να επέλθει βίαιη διακοπή ή εκούσια επανάληψη της δίκης, δημιούργησε αμφιβολίες στον εκκαλούντα ως προς τη βασιμότητα του περιστατικού και γιαυτό άσκησε την ένδικη αναίρεσή του και κατά της αποβιώσασας, η οποία (αναίρεση) ενόψει τούτων παραδεκτά ασκήθηκε στο όνομά της και η δίκη της αναίρεσης ως προς αυτήν παραδεκτά συνεχίστηκε από τον εκ διαθήκης κληρονόμο και σύζυγό της, με σχετική δήλωσή του στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, ο οποίος προσκόμισε και τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά για την υποκατάσταση στη θέση της συζύγου του έγγραφα.

Ως εκ τούτου η υποβληθείσα από τον εν λόγω ήδη αναιρεσίβλητο με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔικ) ένσταση ακυρότητας της αναίρεσης ως προς την εν λόγω αποβιώσασα πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή κατά το άρθρο 59 αρ. 2 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ.α του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 300, 301, 304 και 305 ΚΠολΔικ, η δημοσίευση της απόφασης, ως τυπική ενέργεια, μπορεί να γίνει από το δικαστήριο και με διαφορετική σύνθεση, δηλαδή και χωρίς τη συμμετοχή των δικαστών που συμμετείχαν στη σύνθεση που την εξέδωσε, εφόσον οι δικαστές που έλαβαν μέρος στη σύνθεση για τη δημοσίευση υπηρετούν στο ίδιο δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία η προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ενώ κρίθηκε και αποφασίστηκε από τους ίδιους τρείς δικαστές, εν τούτοις δημοσιεύθηκε μόνο από ένα δικαστή και δη τον Πρόεδρο του δικαστηρίου, όπως τούτο αναφέρεται στα μη προσβληθέντα ως πλαστά ομοιάριθμα με την προσβαλλομένη πρακτικά.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο προέβη σε δημοσίευσή της σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28.3.2014 με σύνθεση αποτελούμενη από τρείς δικαστές και δη τον συμμετασχόντα στην εκδίκαση και έκδοση της αποφάσεως Εφέτη Γ.

Ο. και τους υπηρετούντες στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Πατρών) Μ. Κ. Πρόεδρο Εφετών και Α. Κ. Εφέτες. Η συμμετασχούσα στην εκδίκαση και έκδοση της αποφάσεως Π. Μ. είχε, λόγω μεταθέσεως, αποχωρήσει από το δικαστήριο, πράγμα το οποίο και αν ακόμη δεν είχε γίνει δεν εμποδιζόταν η δημοσίευση της αποφάσεως από άλλο Πρόεδρο.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ενώ τα επικαλούμενα και ομοιάριθμα με την προσβαλλομένη πρακτικά δεν προσκομίζονται ώστε να ελεγχθεί η επικαλούμενη αιτίαση, η οποία για την περίπτωση που είναι υπαρκτή, αφορά σε τυπική παράλειψη του δικαστηρίου και όχι στην άσκηση του δικαιοδοτικού του έργου και γιαυτό αποκαθίσταται με διόρθωση κατά τα άρθρα 315 επ.

ΚΠολΔικ, με σχετική αίτηση που υποβάλλεται στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου τα πρακτικά συντάχθηκαν και δεν στοιχειοθετεί την ένδικη αναιρετική πλημμέλεια, η δε προαναφερομένη διόρθωση δεν εμποδίζεται από το ότι κατά της αποφάσεως έχει ασκηθεί αναίρεση. Πρέπει λοιπόν ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναιρέσεως να απορριφθεί.

Επειδή κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, με την δε μεταγραφή η κυριότητα επί ακινήτου, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σ’ αυτό μεταβαίνουν αναδρομικώς στον κληρονόμο από τον θάνατο του κληρονομουμένου.

Υπό την ισχύ όμως του Ιονίου Αστικού Κώδικα, δηλαδή μέχρι τις 23.2.1946 η σχετική αποδοχή κληρονομίας μπορούσε να είναι ρητή η σιωπηρή και στην τελευταία περίπτωση σιωπηρή εθεωρείτο η αποδοχή όταν ο κληρονόμος ενεργούσε κάποια πράξη, δηλαδή για την αποδοχή ήταν απαραίτητο να προβούν οι κληρονόμοι σε εμφανείς υλικές πράξεις, οι οποίες να μαρτυρούν σαφώς τη θέλησή τους να εξουσιάζουν τα κληρονομιαία ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος κληρονομουμένου.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ του ίδιου κώδικα η νομή, ως δικαίωμα μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του νομέως, από δε τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984 και 994 ΑΚ, οι οποίες κατά τα άρθρα 1113 και 1884 ΑΚ εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ των συγκυρίων ή των συγκληρονόμων επί ιδίου πράγματος, συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως και ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ή συγκληρονόμος του ακινήτου, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό πράγμα, λογίζεται ότι το κατέχει στο όνομα και των λοιπών κοινωνών συγκυρίων - συγκληρονόμων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), πριν καταστήσει σ’ αυτούς γνωστό ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του, ως κύριος για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό.

Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται σε περίπτωση εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, παραχώρηση, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κάτοχος του κοινού σαφώς εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, οι δε λοιποί που μετείχαν στη σχετική συμφωνία αποδέχθηκαν τη βούλησή του αυτή.

Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ., 1033 και 1192 ΑΠ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνο η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της συμβάσεως, πλην όμως, έναντι του αληθινού κυρίου, δεν είναι ισχυρή η εν λόγω μεταβίβαση, αφού γι’ αυτήν απαιτείται να είναι κύριος αυτός που μεταβιβάζει.

Συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο. Ο αληθής κύριος στην περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου προστατεύεται με την διεκδικητική αγωγή, την οποία όμως, εφόσον το ακίνητο το νέμεται ή το κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής, μπορεί να τη στρέψει μόνο κατ’ αυτού (αγοραστή) και όχι και κατά του πωλητή.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041 επ. 1094 του ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας (διάφορος τρόπος κτήσεως).

Για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται, όπως τούτο συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα, αν χρειάζεται, να υπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας, στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

‘ Ασκηση νομής αποτελούν, εφόσον πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, μεταξύ άλλων, είναι εφόσον πρόκειται για αγροτικό ακίνητο η καλλιέργεια, η φύτευση δέντρων, η συλλογή των καρπών, η μίσθωση, η συντήρηση η ανοικοδόμηση βοηθητικών χώρων και η περιτοίχηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Εξ ετέρου κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκη από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολ.ΑΠ 5/2011).

Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια. Περαιτέρω ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρ. 19 του ίδιου άρθρου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην σύμβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την από 15.10.1993 διεκδικητική αγωγή του αρχικού ενάγοντος Β.

Λ. του Α., (στη θέση του οποίου μετά από μεσολαβήσαντες θανάτους έχουν υπεισέλθει λόγω καθολικής διαδοχής οι ήδη αναιρεσίβλητοι) και των κατ’ αυτής ενστάσεων του εναγομένου - αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας και περί καταχρηστικής ασκήσεως του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος. "Ο Α. Λ. του Σ., κάτοικος εν ζωή του χωρίου ...

Κεφαλληνίας, πατέρας του αρχικού ενάγοντος Β. Λ. και παππούς των ήδη εναγουσών-που συνεχίζουν τη δίκη λόγω του επελθόντος στις 7.3.2003 θανάτου του και εν συνεχεία του θανάτου της συζύγου του Μ. Λ. στις 17.4.2004 και πατέρας του άμεσου δικαιοπαρόχου του εναγομένου ήταν κύριος ενός ακινήτου (αγροτεμαχίου) που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού "..." του τέως Δήμου και νυν Δημοτικής Ενότητας ...

Δήμου Κεφαλονιάς, ήτοι κτήματος συσσωματωμένου, άλλοτε σταφιδαμπέλου, αποτελούμενου από το χωράφι μετά των εντός αυτού δύο ελαιοδένδρων (ενός μεγάλου) και είκοσι οκτώ (28) τριετών ελαιοφύτων (κατά το έτος 1943) και συκής, κερασιάς αμυγδαλιάς αχλαδιών και κυδωνιών και της εντός αυτού πετροκαλύβης β) σταφιδάμπελο ακαλλιέργητη, με το εντός αυτής φρέαρ και ένα μεγάλο ελαιόδενδρο και γ) άμπελο ακαλλιέργητο συνολικής εκτάσεως πέντε βατσελίων ή όσης και αν είναι που συνόρευε ανατολικώς με χωράφι κληρονόμων Δ.

Π., παλαιό δρόμο, βορειοοανατολικώς με χωράφι κληρονομιάς Ε. Π., δυτικώς με χωράφι I. Λ., νοτιοδυτικώς με άμπελο Ν. Π. και νοτίως με δρόμους , που είχε περιέλθει σ’ αυτόν, κατά το έτος 1918, λόγω πωλήσεως, δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου νομίμως μεταγραφέντος 2) αμπέλου, κείμενης στην ίδια θέση, εκτάσεως ως έγγιστα ημίσεως βατσελίου ή όσης και αν είναι, που συνόρευε με δρομίσκο, κτήματα Ν.

Π. και το ως άνω συνεχόμενο αυτού ακίνητο, που είχε περιέλθει σ’ αυτόν, λόγω πωλήσεως κατά το έτος 1921, δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου νομίμως μεταγραφέντος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής [έτη 1941-1944], ο ως άνω Α. Λ., συνταξιούχος δημοδιδάσκαλος, ηλικίας τότε 69 ετών, έχοντας περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση, εξαιτίας των επικρατουσών συνθηκών, δυνάμει του .../30.6.1943 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ανδρέα Δημητρίου Τραυλού - Τζαννετάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του άλλοτε Δήμου Άνω ...

Κεφαλληνίας, στον τόμο ..., πώλησε το ως άνω ακίνητο, από κοινού και κατ’ ισομοιρία, ήτοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, στους αδερφούς Λ., Π. και Σ. Σ. του Δ., έναντι τιμήματος 450,000 δρχ. προκειμένου με το τίμημα που εισέπραξε να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη οικονομικά μέσα για την διαβίωση της οικογένειας του, αφού οι γιοι του Β.

και Μ.-Σ. που γεννήθηκαν τα έτη 1925 και 1932, ήταν ηλικίας 18 ετών και 11 ετών αντιστοίχως. Μετά την πάροδο εννέα περίπου μηνών από την κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης και συγκεκριμένα στις 19 Μαρτίου του έτους 1944 στα ... Κεφαλληνίας αποβίωσε, ο ως άνω πωλητής Α. Λ. του Σ., λόγω προϊούσας εξάντλησης συνεπεία αποβιταμίνωσης, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, που ίσχυαν κατά το χρόνο του θανάτου του [άρθρο 92 εδάφιο α’ ΕισΝΑΚ], ήτοι κατά τα οριζόμενα στο Νόμο 2310/1920, ενόψει του ότι με το άρθρο 13 § 1 αυτού είχαν καταργηθεί οι αντίστοιχες διατάξεις του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, που ρύθμιζαν τις κληρονομικές σχέσεις των εξ αδιαθέτου κληρονόμων στην Κεφαλονιά μέχρι το έτος 1920.

Έτσι, στην κληρονομιά του Α. Λ. κλήθηκαν τα τρία εν ζωή τέκνα του, Β., Π. Π. και Μ.-Σ. Λ. [άρθρο 1], καθώς και η σύζυγος του Α. Λ. το γένος Γ. και Π. Π. [άρθρο 7], σε ποσοστό 1/4 έκαστος. Την κληρονομιά που κατέλιπε ο δικαιοπάροχος τους, οι προαναφερθέντες τέσσερις κληρονόμοι αποδέχθηκαν σιωπηλά με την ενεργή ανάμιξή τους σ’ αυτή και δια της εκπροσώπου μητέρας τους οι ανήλικοι, χωρίς να συντάξουν συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής, αφού δεν βαρύνονταν με τέτοια νομική υποχρέωση από τον ισχύοντα τότε Ιόνιο Πολιτικό Κώδικα [άρθρο 667].

Κατά το χρόνο του θανάτου του το επίδικο δεν ήταν στοιχείο της κληρονομίας που κατέλιπε στα τέκνα και στη σύζυγο του ο Α. Λ., καθώς ο τελευταίος το είχε ήδη πωλήσει στους αδερφούς Σ.. Ακολούθως, στις 14 του μηνός Ιανουαρίου του έτους 1949 στα ... Κεφαλληνίας, αποβίωσε, η Α. χήρα Α. Α., το γένος Γ. και Π. Π., η οποία δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε - σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του ήδη ισχύοντος το χρονικό σημείο εκείνο Αστικού Κώδικα - κατ’ ισομοιρία από τα τρία εν ζωή τέκνα της, Β., Π.

Π. και Μ. - Σ. Λ.. Την κληρονομία, που κατέλιπε η Α. Λ., τα προαναφερθέντα τέκνα της αποδέχθηκαν σιωπηρά, με την παρέλευση δηλαδή άπρακτης της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης [άρθρα 1846, 1847 και 1849 Α.Κ] και ο ενάγων μετέπειτα με την πιο κάτω αναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομιάς. Στις 25 Νοεμβρίου 1949 εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος αριθμός 1323/1949 "περί αγοραπωλησιών ακινήτων συναφθεισών επί κατοχής".

Κατά την 1η παράγραφο του άρθρου 1 αυτού, στις ρυθμίσεις του υπήχθησαν οι συμβάσεις πώλησης ακινήτων ή μεταβίβασης εμπράγματων δικαιωμάτων, που συνήφθησαν από την 27η Απριλίου του έτους 1941 έως την 14η Οκτωβρίου του έτους 1944, ενώ κατά την 1η παράγραφο του δεύτερου άρθρου του ίδιου Νόμου, δικαίωμα να ζητήσουν την ακύρωση της πώλησης είχαν ο ίδιος ο πωλητής αφενός και αφετέρου οι κατ’ άρθρο 1825 ΑΚ αναγκαίοι κληρονόμοι του κατά τη σειρά στην οποία καλούνταν στη διαδοχή.

Έτσι, οι Β. και ο ανήλικος τότε Μ. - Σ. Λ., με βάση τις ρυθμίσεις του ως άνω Αναγκαστικού Νόμου, ήγειραν ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Κεφαλληνίας την από 22 Μαΐου 1950 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αύξοντα αριθμό ...24.05.1950 και η οποία καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο που ετηρείτο στο Δικαστήριο αυτό, βάσει των διατάξεων του Α.Ν. 1323/1949, ζητώντας την ακύρωση της προαναφερθείσας με αριθμό .../30.6.1943 σύμβασης αγοραπωλησίας ακινήτου μεταξύ του Α.

Λ. του Σ. αφενός και αφετέρου των Λ., Π. και Σ. Σ. του Δ. ενώ η αδελφή τους Π. Π. Λ. και τότε σύζυγος Α. Κ., ζούσε στη ... της Ιταλίας και δεν άσκησε αγωγή ακύρωσης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 25/6.3.1951 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Κεφαλληνίας, με την οποία κηρύχθηκε άκυρη η πώληση του επίδικου ακινήτου, όχι εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το αιτηθέν ποσοστό των 2/3 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούσε αθροιστικά στα κληρονομιαία μερίδια του Β.

Λ. (1/3 εξ αδιαιρέτου) και Μ. - Σ. Λ. (ομοίως 1/3 εξ αδιαιρέτου), καθένας από τους οποίους είχε κληρονομήσει αρχικά από τον πατέρα τους Α. Λ. ποσοστό 1/4 ή 3/12 επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, στην οποία - μετά τη γενόμενη ακύρωση περιλαμβανόταν και το πωληθέν ακίνητο και στη συνέχεια από τη μητέρα τους Α.

Λ. ποσοστό 1/12 (ήτοι 1/4:3), συνολικά δηλαδή (3/12+1/12 =) 4/12 ή 1/3. Με την έκδοση της παραπάνω απόφασης, η οποία επικυρώθηκε τελεσιδίκως με την 237/1954 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την έφεση των αγοραστών, ακυρώθηκε αναδρομικά, η ως άνω πώληση και το ακίνητο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 184 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, αφότου η αγωγή ακύρωσης ακυρώσιμης δικαιοπραξίας γίνει τελεσιδίκως δεκτή, η προσβαλλόμενη δικαιοπραξία εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη, λογίζεται δηλαδή - κατά το άρθρο 180 ΑΚ - ως μηδέποτε γενόμενη, απέκτησε και πάλι την ιδιότητα του κληρονομιαίου κατά το ποσοστό των 2/3 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούσε στο μερίδιο των Β.

και Μ. Λ., υπό τον όρο της επιστροφής στους ως άνω αγοραστές του ορισθέντος από το παραπάνω Δικαστήριο τιμήματος [άρθρο 3 § 1 του Α.Ν. 1323/1949]. Πράγματι, οι αδελφοί Β. και Μ. -Σ. Λ., σε εκπλήρωση της υποχρέωσης τους προς επιστροφή του τιμήματος, που ορίστηκε από τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, κατέβαλαν ατούς αδελφούς Σ., συμμέτρως, το ποσό των 1) (1.085) νέων δραχμών (1.085.000) παλαιών, που ορίστηκε με την ως άνω απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών (σε τέσσερις τετράμηνες δόσεις από την τελεσιδικία της απόφασης εντόκως), 2) (22) δραχμών για τόκους από την τελεσιδικία της απόφασης από 1.11.1954 προς 6% ετησίως καθώς και 3) (500) νέες δραχμές (500.000 δρχ.

παλαιές) για την ανταγωγικώς ασκηθείσα επιπλέον αξίωση των αγοραστών και συνολικά το ποσό (1.607) νέων δραχμών, συνταχθείσης προς τούτο της .../ 24.02.1955 πράξης εξόφλησης του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ανδρέα Δημητρίου Τραυλού - Τζαννετάτου. Στην πράξη αυτή συμβλήθηκαν ο Μ. - Σ. Λ., ενεργώντας για τον εαυτό του ατομικώς και κατά δήλωση του για λογαριασμό του αδελφού του Β.

Λ. και δια κοινών χρημάτων, δυνάμει προφορικής εντολής του τελευταίου, και οι αδελφοί Σ., της οποίας (πράξης) έγινε σχετική σημείωση στην στήλη μεταγραφών του .../ 30.6.1943 συμβολαιογραφικού εγγράφου, μαζί με τις δικαστικές αποφάσεις περί ακύρωσης της γενομένης πώλησης, ενώ το παραπάνω ποσόν καταβλήθηκε ολοσχερώς στους αδελφούς Σ., ενώπιον του Συμβολαιογράφου.

Κατά το χρόνο σύνταξης της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης εξόφλησης, ο αρχικός ενάγων Β. Λ., απουσίαζε από την Κεφαλονιά, καθώς απασχολείτο, ως ναυτικός, σε ποντοπόρα εμπορικά πλοία και για το λόγο αυτό, κατά την κατάρτιση της πράξης αυτής, τον εκπροσώπησε ο αδερφός του Μ.- Σ. Λ., ενεργώντας, όπως δηλώθηκε στην ίδια την πράξη για τον εαυτό του και για λογαριασμό του αδελφού του με κοινά τους χρήματα.

Ταυτόχρονα, με τη σύνταξη της πράξης εξόφλησης, συντάχθηκε και το .../24.2.1955 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ως άνω Συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του άλλοτε Δήμου Άνω ... Κεφαλληνίας στον τόμο ..., σύμφωνα με το οποίο οι αδελφοί Β. Λ. και Μ.-Σ. Λ., ο τελευταίος για τον εαυτό του και εκπροσωπώντας, δυνάμει προφορικής εντολής, τον αδελφό του αγόρασαν από τους αδελφούς Σ., από κοινού και κατ’ ισομοιρίαν και με κοινά χρήματα, το υπόλοιπο ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, για το οποίο δεν είχε ακυρωθεί η σύμβαση, και παρέμεινε κατά συγκυριότητα στους τρεις αγοραστές Σ., έναντι τιμήματος (6.000) νέων δραχμών.

Κατά την περιγραφή του συμβολαίου αυτού στο ακίνητο τότε φύονταν, εκτός των παλαιότερων ελαιοδένδρων σαράντα (40) επιπλέον νεόφυτα μικρά ελαιόδεντρα και άμπελος στο τμήμα του ημίσεως βατσελίου ενώ η σταφιδάμπελος ήταν κατεστραμμένη. Για τη σύνταξη της ως άνω πράξης εξόφλησης, ο Β. Λ., λόγω της απουσίας του από την Κεφαλονιά από το έτος 1954, οπότε ναυτολογήθηκε, ανέθεσε στον αδελφό του Μ., που τότε ζούσε στα ....

την μέριμνα για την διεκπεραίωση της υπόθεσης σύνταξης της εξοφλητικής πράξης, καθώς και τις διαπραγματεύσεις για την αγορά του υπολοίπου ποσοστού. Με την από 16.3.1955 επιστολή, που απέστειλε ο Β. Λ. από το ... στον αδελφό του Μ.-Σ., η οποία έχει γραφεί εξ ολοκλήρου και υπογραφεί από τον Β. Λ. και αποτελεί γνήσιο έγγραφο, απάντησε στον αδελφό του, όταν ο τελευταίος, του ζήτησε να του αποστείλει πληρεξούσιο, ενημερώνοντάς τον ότι το οφειλόμενο (στους αδελφούς Σ.) χρηματικό ποσό ανερχόταν σε 10.000.000 δρχ. (10.000) νέες δραχμές και ζητώντας από αυτόν να του αποστείλει τα χρήματα, έγραψε επί λέξει, μεταξύ άλλων και τα εξής "Τετάρτη ...

τη 16.3.55. Αγαπημένε μου αδελφέ σε φιλώ ... πήρα δύο σου γράμματα ... μήπως έχεις ακόμη παράπονα ούτε ποτέ χωρίς χρήματα σε άφησα, βέβαια από εκείνα που έχω γιατί δυστυχώς είμαι φτωχός ούτε και από ρούχα, δηλαδή απ’ ότι μπορώ ... Επίσης μου γράφεις ότι προ καιρού ξενοδουλεύεις για ένα πιάτο φαΐ ... εγώ σε συμβούλευσα επανειλημμένως αλλά δυστυχώς αγρόν ηγόρασες και το σχολείο σου επαράτησες τι έκαμες τόσα χρόνια ...

τα κυνήγια και τα μπάνια που να σε αφίσουν ... θα μου πεις τα πολλά που μου έστελνες εγώ κατά τη δύναμή μου ποτέ δεν σε άφησα και κάλλιστα μπορούσες να ζεις αν ήθελες όμως μεγάλη ζωή να κάνεις εγώ δεν μπορούσα να στη δώσω ... διότι πάλι σου λέω είμαι φτωχός ... ακόμη τέσσερις μήνες λείπω και σου έχω στείλει 20 λίρες γιατί δεν έχω περισσότερα, εγώ γυρίζω μέσα στο καράβι σαν κουρελιάρης δε παίρνω ένα παντελόνι να φορέσω ...

τι ... πέρνω 30 λίρες το μήνα αυτά είναι όλα ... παρ’ όλο που ακόμη είσαι μπέμπης που έπρεπε να με σέβεσαι και εκτιμάς, γιατί αν με άκουγες θα ήσουν άλλος άνθρωπος τι περισσότερο άφησες το σπίτι μας και το κατάκλεψαν ... τώρα μου γράφεις ότι για την ... εχάλασες 10 εκατ. Ωραία δεν μου λες παιδί μου μην νομίζεις πως εγώ έχω καμμία μηχανή που κόβω λεφτά ...

όλα μου τα χρήματα είναι 70 λίρες τι να σου στείλω ... έπρεπε νομίζω πριν προβείς σε τίποτε να μου γράψεις ότι έτσι έχουν τα πράγματα ... τίποτε δεν μου έγραψες παρά μόνο σήμερα έλαβα ένα λογαριασμό εχάλασα 10 εκ. στείλε τα ... όχι ότι δεν θέλω να τα στείλλω δεν έχω που να τα βρω και ξέρεις ότι στην επιστροφή θα μείνω στην Αγγλία να κάνω την εγχείριση ...

Μου γράφεις για πληρεξούσιο να σου στείλω πότε και που θα το βγάλω να στο στείλω ... άκουσε παιδί μου χωρίς να ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ και να κουράζεσαι, κράτεισετο βράσετο και κάμετο ότι θέλεις, δεν έχω ουδεμία απαίτησιν εγώ, διότι, μετ’ απορίας μου βλέπω ότι δεν ημπόρεσα να συνεννοηθώ, βλέπω ότι γράφεις αν θέλεις στείλετα, δεν με ρώτησες έχεις Β.

μόνο στείλετα ... εγώ σου είχα γράψει να συμφωνούσες 3 το πολύ 4, εσύ χωρίς να με ερωτήσεις πάρε όσα θέλεις στο κάτω κάτω να έπαιρνες τα 2/3 όχι να τους δώσουμεν 8 εκ.. Τώρα λυπούμαι που δεν έχω να σου στείλλω ίσως αργότερο μπορέσω κάμε ότι θέλεις και να το χαίρεσαι. Δεν είναι καθόλου ανάγκη να ανησυχείς, γράψε το όλο στο όνομά σου εγώ στο χαρίζω και το ιδικό μου ... .

Τώρα βέβαια θα πας και στρατιώτης ... Με συγχωρείς λίγο αυθαδίασα και ίσως στενοχωρηθείς . Με αγάπη Β.". Από το περιεχόμενο της ως άνω επιστολής από το οποίο αναδεικνύεται μία πλευρά των σχέσεων των αδελφών, της οικονομικής τους κατάσταση και των σχετικών με το ακίνητο στη θέση "..." συνεννοήσεων, είναι φανερό ότι ο Β.

Λ., αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις, που ακολούθησαν για την μεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του 1/3 επί του ακινήτου, ως προς το οποίο δεν είχε επέλθει ακύρωση της πώλησης, οι οποίες οδήγησαν τελικά στη σύνταξη του .../24.02.1955 συμβολαίου αγοραπωλησίας, αφού ως προς τα κληρονομιαία ποσοστά [2/3] των Β.α και Μ. - Σ.

Λ., δεν έλαβε χώρα καμία απολύτως διαπραγμάτευση, εφόσον το τίμημα που έπρεπε να καταβληθεί καθορίστηκε από το Δικαστήριο, που ακύρωσε τη σύμβαση ενώ οι αντιρρήσεις του Β. Λ., που εκφράζονται στην επιστολή, αφορούν το ύψος του τιμήματος αγοράς του υπόλοιπου ποσοστού, διότι το ποσό αυτό ήταν σημαντικά μεγαλύτερο από εκείνο που αυτός είχε υποδείξει στον αδελφό του να προσφέρει.

Ουδόλως, όμως, από το περιεχόμενο της επιστολής προκύπτει ότι εξέλιπε το ενδιαφέρον του Β. Λ. να καταβάλει το ποσό που του αναλογούσε με βάση τις δικαστικές αποφάσεις για το επίδικο ποσοστό, για το οποίο είχε επιτευχθεί η, εν μέρει, ακύρωση της πώλησης και ο ίδιος, μετά την τελεσιδικία της απόφασης ακύρωσης επιπλέον ενδιαφέρθηκε να αποκτήσουν και οι δύο αδελφοί το εξ αδιαιρέτου μερίδιο, που παρέμεινε στους αδελφούς Σ..

Πράγματι αποδείχθηκε ότι ο Β. Λ. κατέβαλε το ποσό που αναλογούσε στο μερίδιο των 1/3 εξ1 αδιαιρέτου της ακυρωθείσας σύμβασης, ήτοι 804 δραχμές [(1.607 δρχ. οφειλόμενο ποσό των δικαστικών αποφάσεων: 2), πλέον τελών σύνταξης της πράξης εξόφλησης και των φόρων, αφού είχε την οικονομική δυνατότητα, εργαζόμενος ως ναυτικός, ενώ σε καμία περίπτωση δεν δήλωσε ότι θέλησε να περιέλθει πραγματικά το ακίνητο κατά το μερίδιο αυτό στον αδελφό του Μ.

Λ., επειδή ο τελευταίος θα εξοφλούσε από δικά του αποκλειστικά χρήματα το οφειλόμενο ποσό. Απεναντίας από το μέρος της επιστολής, που αφορά τις σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφών, ηλικίας τότε 30 ετών ο Β. και 23 ετών ο Μ., προκύπτει ότι ο πρώτος, έχοντας επωμισθεί το ρόλο του μεγαλύτερου αδελφού, συνέδραμε οικονομικά τον αδελφό του, τον συμβούλευε για τη συνετή διαχείριση των χρημάτων και του υποδείκνυε, τις κατά την άποψή του, σωστές επιλογές και στο πνεύμα αυτό, με τα όσα έγραψε ότι δεν έχει καμία απαίτηση και να το γράψει ο αδελφός του όλο στο όνομά του, εξέφρασε την αντίδρασή του, επειδή ο αδελφός του δεν ακολούθησε τις υποδείξεις του να διαπραγματευθεί για την αγορά του υπολοίπου και μη επιδίκου ποσοστού.

Άλλωστε και ο Μ. - Σ. Λ., εκπληρώνοντας την προφορική εντολή του αδελφού του, δήλωσε στην πράξη εξόφλησης ότι η καταβολή έγινε με κοινά χρήματα των δύο αδελφών, γνωρίζοντας ότι ο αδελφός του θα τα κατέβαλε. Μετά τη σύνταξη της πράξης εξόφλησης ο Μ. - Σ. Λ., άρχισε να επιμελείται των καλλιεργειών του ακινήτου στη θέση "..." στο οποίο κατά το έτος 1995, φύονταν, εκτός των παλαιών και τα νεώτερα (68) ελαιόδενδρα των ετών 1943 και 1955, την φροντίδα των οποίων, όπως και άλλων καλλιεργειών ο Μ. - Σ.

ανέθετε σε τρίτους, επειδή αρχικά αναχώρησε από την Κεφαλονιά για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια δεν άσκησε, κατά κύριο επάγγελμα αγροτικές εργασίες, διότι διέμενε κατά διαστήματα στην Αθήνα και από τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1970 απασχολήθηκε, ως ναυτικός σε ποντοπόρα πλοία μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1980 οπότε επανήλθε στη Κεφαλονιά.

Συγκεκριμένα για την καλλιεργητική περίοδο 1955-1956 ανέθεσε την καλλιέργεια του ακινήτου με σίτο στον Χ. Ν. ενώ τον Αύγουστο του 1958, με τα από 10.8.1958 και από 15.8.1958 ιδιωτικά συμφωνητικά, εκμίσθωσε το ακίνητο στον Ε. Μ. προς συλλογή του ελαιοκάρπου μέχρι τον Απρίλιο του 1959 και ανέθεσε σ’ αυτόν την καλλιέργεια του κτήματος και της αμπέλου, με την υποχρέωση να του παραδώσει ο μισθωτής τα 2/5 του ελαιοκάρπου και προβεί σε εργασίες ανανέωσης των καλλιεργειών, με αμοιβή (2.000) δρχ.

Μετέπειτα και κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών Μ. Λ. ανέθετε την συγκομιδή του ελαιοκάρπου και τον καθαρισμό του στον ως άνω Χ. Ν. ενώ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οπότε επανήλθε στην Κεφαλονιά επιμελείτο ο ίδιος της συγκομιδής του ελαιοκάρπου από το ως άνω ακίνητο και το έτος 1985 συνήψε στην Αγροτική Τράπεζα σύμβαση καλλιεργητικού δανείου με ανοιχτό λογαριασμό, με πίστωση 500.000 δρχ.

Ο ίδιος επιμελείτο των καλλιεργειών των κληρονομιαίων ακινήτων στις θέσεις "..." "..." της κοινότητας Σπαρτιών εντός των οποίων φύονταν ελαιόδενδρα. Ο Β. Λ., από το έτος 1955 διέμενε στην Αθήνα και συνέχισε να απασχολείται ως ναυτικός σε ποντοπόρα πλοία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 περίπου. Στις αρχές του 1988 ασθένησε σοβαρά από γενικευμένη αγγειοπάθεια, αρτηριακή υπέρβαση, ισχαιμία του μυοκαρδίου και σακχαρώδη διαβήτη, νοσηλευθείς στη Νευρολογική κλινική του ...

Νοσοκομείου από 13.1.1988 έως 19.2.1988, εξαιτίας δε του εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη, κατέστη ανάπηρος, με αδυναμία στην βάδιση και την κίνηση και καταβλήθηκε πνευματικά και έλαβε, την 1.6.1988, σύνταξη από το Ν.Α.Τ λόγω της αναπηρίας σε ποσοστό 67%, ενώ κατά τα τελευταία έτη της ζωής του μέχρι το θάνατο του στις 7.3.2003 παρέμεινε κλινήρης.

Πριν ασθενήσει, επισκεπτόταν περιοδικά την Κεφαλονιά, για θερινές διακοπές, όταν η εργασία του το επέτρεπε, και διέμενε στο χωριό της συζύγου του στα ..., όπου ο αδελφός του τον προμήθευε με ελαιόλαδο από τα ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας, το δε καλοκαίρι του 1991 μετέβη, ως ασθενής, στο νησί αλλά δεν ήταν σε θέση να επισκεφθεί το χωριό του.

Οι σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφών, από το έτος 1955 μέχρι το έτος 1987 περίπου ήταν καλές, έκτοτε όμως, ανέκυψε διαφωνία ως προς την εξώδικη διανομή των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας τους, και ο Β. Λ., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, την οπό 6.11.1991 (αρ. εκθ. ...9.11.1991) αγωγή διανομής, για τα ακίνητα της κοινής περιουσίας τους, στην οποία περιέλαβε το αγροτεμάχιο στη θέση "...", μετά των εντός αυτού (70) ελαιοδένδρων καθώς επίσης και τα ακίνητα στη θέση "...", "..." και το οικόπεδο εντός του χωρίου ..., μετά της εντός αυτού οικοδομής, η οποία συζητήθηκε στις 12.1.1993 και επ’ αυτής εκδόθηκε η 68/1993 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, λόγω μη κλήτευσης της Π.

Π. συζ. Α. Κ., κατοίκου ... Ιταλίας. Ενόψει της άσκησης της αγωγής αυτής ο Β. Λ., με την .../3.9.1991 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νίκης Ρασσιά-Κυριακάτου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου στον τόμο ..., εκπροσωπούμενος με το .../1991 πληρεξούσιο της ίδιας Συμβολαιογράφου από τη σύζυγο του Μ.

Λ., αποδέχθηκε την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας του Α. Λ. κατά ποσοστό 1/12 αδιαιρέτως επί του ακινήτου στη θέση "..." μετά των εντός αυτού (70) ελαιοδένδρων καθώς επίσης και επί των ακινήτων στη θέση "..." "..." και οικοπέδου εντός του χωρίου ... μετά της εντός αυτού οικοδομής, τα οποία περιέλαβε στην ως άνω αγωγή διανομής ενώ για τα αδέλφια του, μετέγραφε στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ..., το 65/30.10.1991 πιστοποιητικό της Γραμματέως Πρωτοδικών Κεφαλληνίας Ν.

Κ.. Εν τω μεταξύ, όμως, ο Μ.-Σ. Λ. το έτος 1989 ήρθε σε επαφή με τον εναγόμενο, που ενδιαφερόταν να αποκτήσει ακίνητο για να αναγείρει εξοχική κατοικία στο νησί της Κεφαλονιάς , τόπο καταγωγής του, και αφού του δήλωσε ότι είναι αποκλειστικός κύριος του ως άνω ακινήτου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού "..." του τέως Δήμου και νυν Δημοτικής Ενότητας ...

Δήμου Κεφαλονιάς, ότι το απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό από το έτος 1955 μέχρι το έτος 1989, με το .../25.5.1989 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γ. Αυγερινού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου στον τόμο ... σε συνδυασμό με την .../1.9.1989 συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης υπολοίπου αγοραπωλησίας και μεταβίβασης της παρακρατηθείσας κυριότητας του ίδιου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε ομοίως στον τόμο ...

των βιβλίων μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου, πώλησε στον εναγόμενο, αντί τιμήματος 8.000.000 δρχ. (ισόποσου με την αξία του Ν. 950/1979), ως αποκλειστικός κύριος από έκτακτη χρησικτησία, το ακίνητο [αγροτεμάχιο] που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού "..." του τέως Δήμου και νυν Δημοτικής Ενότητας ...

Δήμου Κεφαλονιάς, εμβαδού (8.050 τ.μ ), όπως εμφαίνεται στο από 2-5-1989 τοπογραφικό διάγραμμα της πτυχιούχου υπομηχανικού Μ. Α., με τα κεφαλαία γράμματα ... και συνορεύει - κατά το διάγραμμα αυτό - Νοτιοανατολικά στην πλευρά Α-Β μήκους είκοσι ενός μέτρων (21 μ), στη συνέχεια Νοτιοδυτικά στην πλευρά Β-Γ μήκους δεκαεννιά, μέτρων (19μ) και Νότια στην πλευρά Γ-Δ μήκους είκοσι δύο μέτρων (22μ) με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.

Μ., Νότια στην πλευρά Δ-Ε μήκους είκοσι δύο (22μ) μέτρων εν μέρει με ιδιοκτησία ομοίως κληρονόμων Δ. Μ. και εν μέρει με αγροτικό δρόμο και στην πλευρά Ε-Ζ μήκους είκοσι δύο μέτρων (22μ) με αγροτικό δρόμο, Νοτιοδυτικά στην πλευρά Ζ-Η μήκους μέτρων σαράντα πέντε (45μ), Βορειοδυτικά στην πλευρά Η-Θ μήκους μέτρων είκοσι πέντε (25 μ) και Νοτιοδυτικά στην πλευρά Θ-Ι-Κ μήκους μέτρων δεκαεννιά (19μ) συν τριάντα οχτώ (38) με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Ν.

Π., στη συνέχεια πάλι Νοτιοδυτικά στην πλευρά Κ-Λ μήκους μέτρων σαράντα οχτώ (48μ) με ιδιοκτησία Β. Λ., Βορειοδυτικά στην πλευρά Μ-Ν-Ξ μήκους μέτρων δεκαεπτά (17μ) συν εξήντα πέντε (65) και Βόρεια στην πλευρά Ξ-Ο-Π μήκους μέτρων έντεκα και πενήντα εκατοστών (11,50μ) συν τριών (3) με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Π., Βορειοανατολικά στην πλευρά Π-Ρ μήκους οχτώ μέτρων και τριάντα εκατοστών (8,30μ), Νοτιοανατολικά στην πλευρά Ρ-Σ-Τ μήκους μέτρων έξι (6μ) συν έξι (6), Βορειοανατολικά στην πλευρά Τ-Υ μήκους μέτρων τριάντα οχτώ (38μ), Βορειοδυτικά στην πλευρά Υ-Φ μήκους μέτρων δεκαεννιά (19μ), Βορειοανατολικά στην πλευρά Φ-Χ μήκους μέτρων τριάντα τεσσάρων (3 4 μ) με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν.

Β. και τέλος Ανατολικά στην πλευρά Χ-Α μήκους μέτρων τριάντα τριών (33μ) με αγροτική οδό. Στα πλαίσια της δίκης επί της από 6.11.1991 αγωγής διανομής, που συζητήθηκε στις 12.1.1993, έγιναν γνωστοί στον Β. Λ., οι ισχυρισμοί του εναγόμενου αδελφού του Μ.-Σ. Λ. ότι είχε πωλήσει το ως άνω ακίνητο, με το ως άνω .../25.5.1989 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γ.

Αυγερινού, στον Γ. Β. (εναγόμενο), ως αποκλειστικός κύριος αυτού από έκτακτη χρησικτησία νεμόμενος ο ίδιος το ακίνητο από το έτος 1955, οπότε περιήλθε εξ ολοκλήρου σ’ αυτόν από άτυπη αγορά από τους αδελφούς Λ., Π. και Σ. Σ., αντί τιμήματος 12.000 δρχ. Ακολούθως ο Β. Λ. άσκησε την κρινόμενη από 15.10.1993 διεκδικητική αγωγή κατά του εναγομένου, για το επίδικο ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου και επί της οποίας προβλήθηκε η ένσταση του εναγομένου ότι ο δικαιοπάροχος του Μ. -Σ.

Λ. είχε καταστεί κύριος του επίδικου ποσοστού του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, νεμόμενος από το έτος 1955, αφότου περιήλθε η νομή σ’ αυτόν, κατά εν λόγω ιδανικό μερίδιο, από τους αδελφούς Σ. μέχρι το έτος 1989 που πώλησε το ακίνητο στον ίδιο. Τέτοια πραγματικά περιστατικά, όμως, περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από τον Μ. - Σ.

Λ. επί του ακινήτου, κατά το ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου, που περιήλθε στον αδελφό του Β. Λ. από την κληρονομιά του πατέρα του και της μητέρας του, ασκώντας για μια εικοσαετία τουλάχιστον τις πράξεις φυσικής εξουσίας με διάνοια κυρίου ως προς το μερίδιο αυτό δεν αποδείχθηκαν. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι δεν προέκυψε από τα προαναφερόμενα περιστατικά ότι περιήλθε στη νομή του Μ. - Σ.

Λ., το επίδικο ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου από άτυπη αγορά από τους αδελφούς Σ., ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός, έχοντας τη φυσική εξουσία του ακινήτου, αφού και στον ίδιο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου το ακίνητο από την κληρονομιά των γονέων του και καλλιεργώντας το ακίνητο είτε ο ίδιος είτε με τρίτα πρόσωπα,- ασκούσε επιπλέον του μεριδίου του τις πράξεις αυτές με διάνοια κυρίου και ως προς το κληρονομικό μερίδιο του αδελφού του Β.

Λ.. Ουδόλως δε, αποδείχθηκε ότι ο Μ. -Σ. Λ. μετά την κατάρτιση της εξοφλητήριας πράξης και από οποιοδήποτε χρονικό διάστημα από το έτος 1989 και αναδρομικά επί είκοσι έτη νεμήθηκε το ιδανικό μερίδιο του αδελφού του είτε κατόπιν συμφωνίας με τον αδελφό του είτε επειδή ο τελευταίος αποξενώθηκε από τη νομή του.

Από μόνη την αναγραφή του Μ. - Σ. Λ. στα ως άνω έγγραφα ανάθεσης της καλλιέργειας σε τρίτους των ετών 1956 έως 1959, ως ιδιοκτήτη, δεν προκύπτει ότι υπήρχε και θέληση αυτού να εξουσιάζει ως κύριος το ιδανικό μερίδιο του αδελφού του, ενώ όταν ο ίδιος το έτος 1989 πώλησε το ακίνητο ως αποκλειστικός κύριος δεν ενημέρωσε τον αδελφό του για την πώληση αλλά ούτε και τον αγοραστή για την ύπαρξη τυχόν συμφωνίας με τον αδελφό του, καθώς και για την κατάρτιση των ως άνω συμβολαιογραφικών εγγράφων, τα οποία παρότι ήταν μεταγεγραμμένα δεν ελέγχθηκαν ενδελεχώς από τον αγοραστή, που αρκέστηκε στη διαβεβαίωση του πωλητή ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα επί του πωλουμένου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία, όμως, ήταν αναληθής.

Το γεγονός ότι οι αδελφοί Λ. επέτυχαν την ακύρωση της πώλησης του ακινήτου και απέκτησαν το ακίνητο, που ο πατέρας τους αναγκάσθηκε, να πωλήσει στην γερμανική κατοχή αν και επιθυμούσε να το αφήσει στα τέκνα του, έγινε ευρέως γνωστό στο περιβάλλον του χωριού ... κατά το έτος 1955, σχετικά δε προς τούτο καταθέτει και ο μάρτυρας του εναγομένου Α.

Λ., που γεννήθηκε το έτος 1932, κάτοικος του χωριού ο οποίος, πριν ναυτολογηθεί το έτος 1962, έζησε τα περιστατικά αυτά, ο ίδιος δε, αποδίδει απλώς σε φήμη, διαδοθείσα εκ μέρους του μισθωτή Χ. Ν., τα λεγόμενα ότι ανέκτησε το ακίνητο, επειδή πλήρωσε αυτό με δικά του χρήματα, ο Μ. - Σ. Λ.. Η κατάθεση του γιου, του εν λόγω μάρτυρα, Γ.

Λ., που γεννήθηκε το έτος 1969, φίλου του Α. Λ. του Μ. -Σ. ότι το ακίνητο απέκτησε ο τελευταίος, καταβάλλοντας ο ίδιος αποκλειστικά τα χρήματα όταν ο αδελφός του Β. αρνήθηκε να εκπληρώσει τη σχετική υποχρέωση του και κατόπιν σχετικής συνεννόησης με αυτόν κατά το έτος 1955, δεν είναι πειστική, διότι αποκρούεται από όλα τα αποδεικτικά μέσα.

Εξ άλλου το γεγονός ότι κατά το έτος 1973 ο Μ.- Σ. Λ., προκειμένου να αποφύγει την κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του κατήρτισε εικονικά με την Α. Π., πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του και ιδιοκτήτρια όμορου ακινήτου, το .../3-4-1973 συμβόλαιο πώλησης του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γ. Σ. Αυγερινού, που νομίμως μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, στον τόμο ..., με το οποίο, μεταξύ άλλων ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας, φέρεται να μεταβιβάζει και το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του επί του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 4/12 εξ αδιαιρέτου ενός χωραφιού [άλλοτε σταφιδαμπέλου], κείμενου στη θέση "...", μετά των εντός αυτού τριάκοντα (30) ελαιοδέντρων, εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, με τίτλο κτήσης την .../24-2-1955 συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης τιμήματος και εξαγοράς, χωρίς ωστόσο να παραδώσει τη νομή του ιδανικού του μεριδίου στην εικονικώς συμβληθείσα, ούτε και η κληρονόμος αυτής Α.

Μ., που γνώριζε την εικονικότητα να αποδεχθεί την κληρονομιά της επ’ αυτού, εξυπηρετούσε μόνο την εμφάνιση του μεριδίου του Μ. - Σ., έναντι των δανειστών του ως ξένου, χωρίς να αποκλείει από μόνη την αναφορά του παραπάνω ποσοστού την άσκηση πράξεων νομής, τις οποίες όπως αποδείχθηκε δεν ασκούσε επί του ιδανικού μεριδίου του αδελφού του.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο Μ. -Σ. Λ. κατέστη συγκύριος του επιδίκου ιδανικού μεριδίου του αδελφού του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία έναντι του αληθούς συγκυρίου αρχικώς ενάγοντος Β. Λ., ο οποίος απέκτησε αυτό από την κληρονομιά των γονέων του και με την αποδοχή της κληρονομιάς της μητέρας του που έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος με τη μεταγραφή των προαναφερομένων μεταβιβαστικών της κυριότητας συμβολαίων, δεν απέκτησε την κυριότητα κατά το επίδικο ποσοστό ως αβασίμως ισχυρίζεται με την ένσταση ιδίας κυριότητας που προβάλλει.

Επομένως, η ως άνω ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Αποδείχθηκε επομένως ότι το επίδικο δικαίωμα κυριότητας του ποσοστού συγκυριότητας επί του ακινήτου [1/3 εξ αδιαιρέτου] είχε αποκτήσει ο αρχικώς ενάγων, από τις ως άνω κληρονομιές, χωρίς ουδέποτε να καταλυθεί το δικαίωμα του από τον από τον δικαιοπάροχο του εναγομένου, με έκτακτη χρησικτησία .

Ο εναγόμενος λοιπόν, με τη σύνταξη και τη μεταγραφή των ανωτέρω συμβολαίων το έτος 1989 και κατόπιν με την κατάληψη ολόκληρου του επιδίκου και με την ανέγερση εντός αυτού οικοδομής, κατέλαβε το ακίνητο κατά το ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου και με τον τρόπο αυτό προσέβαλλε τη συγκυριότητα του αρχικώς ενάγοντος.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν περιστατικά, από τα οποία να εμφανίστηκε συμπεριφορά τέτοια, που να δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στον εναγόμενο ότι δεν επρόκειτο ο αρχικός ενάγων Β. Λ. να ασκήσει τα πηγάζοντα από τη συγκυριότητα του στο ακίνητο δικαιώματα, δοθέντος ότι το χρονικό διάστημα από τη γενόμενη αγορά του ακινήτου από τον εναγόμενο, που ολοκληρώθηκε το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1989, με τη σύνταξη του με αριθμό .../01.09.1989 συμβολαίου εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας και μεταβίβασης της παρακρατηθείσας κυριότητας, μέχρι την έγερση της διεκδικητικής αγωγής [15.10.1993] τυγχάνει σύντομο, ώστε να θεωρηθεί ότι εκδηλώθηκε εκούσια αδράνεια του δικαιούχου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο εναγόμενος πρόλαβε εντός της τετραετίας αυτής να ανεγείρει εντός αυτού οικοδομή.

Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι από μόνο το γεγονός της ως άνω ανέγερσης στο επίδικο οικοδομής από τον εναγόμενο και των εξόδων στα οποία αυτός υποβλήθηκε για την περάτωση της δημιουργήθηκε κατάσταση τέτοια, η οποία να καθιστά μη ανεκτή την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δοθέντος ότι μεταξύ των ετών 1989 και 1993 ο ενάγων κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα, αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας και ως εκ τούτου ανυπαιτίως αδυνατούσε να επιμελείται της περιουσίας του, άρα και να επισκέπτεται το επίδικο, που πωλήθηκε εν αγνοία του από τον αδελφό του έτερο συγκύριο, ώστε να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή τη νομική και πραγματική του κατάσταση.

Αντίθετη άποψη θα στερούσε απ’ αυτόν ενός σημαντικού περιουσιακού του στοιχείου εντελώς αναιτιολόγητα. Άλλωστε, το ενδιαφέρον του για το επίδικο ο ενάγων το εκδήλωσε εμπράκτως στο μεσοδιάστημα της τετραετίας αυτής, όταν, χωρίς ακόμα να γνωρίζει την πώληση του από τον αδερφό του στον εναγόμενο, ήγειρε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την προαναφερόμενη αγωγή διανομής επίκοινων ακινήτων, μεταξύ των οποίων συμπεριελάμβανε και το επίδικο.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το έτος 1989 και πριν την άσκηση της αγωγής διανομής είχε γνώση της προηγηθείσας μεταβίβασης από τον αδελφό του, αφού έστρεψε την αγωγή, ως προς το ως άνω ακίνητο μόνο κατά του αδελφού του και όχι και κατά του διαδόχου αυτού εναγομένου. Επομένως, η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να αναγνωρισθεί ο αρχικός ενάγων κύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ο οποίος το κατέχει εξ ολοκλήρου, να αποδώσει στις ενάγουσες, οι οποίες υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση το ακίνητο κατά το ποσοστό αυτό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την ένδικη διεκδικητική αγωγή και απέρριψε τις κατ’ αυτής καταλυτικές ενστάσεις του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας και περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, επικυρώσαν την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 908-984, 994, 281 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του κατά νομική ακολουθία συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, χωρίς να αξιώσει περισσότερα από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη αποκτήσεως από τον δικαιοπάροχο του εναγομένου της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου κατά το επίμαχο 1/3 εξ αδιαιρέτου ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμόταν τούτο για λογαριασμό του συγκληρονόμου του αδελφού του αρχικού ενάγοντα, ο οποίος το απέκτησε με κληρονομική διαδοχή και ουδέποτε αποξενώθηκε από αυτό, ούτε με συμφωνία το παραχώρησε στον εν λόγω δικαιοπάροχο του εναγομένου, ο οποίος εναγόμενος δεν κατέστη κύριος αιτία αγοράς, αφού απέκτησε παρά μη κυρίου, ενώ προσέτι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος από τον αρχικό ενάγοντα, στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει πλέον οι αναιρεσίβλητοι δεν υπερβαίνει τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια.

Ειδικότερα εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ο αρχικός ενάγων κατέστη κύριος του ενδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά των γονέων του, που απεβίωσαν στις 19.3.1944 ο πατέρα του και στις 14.1.1949 η μητέρα του, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις (667 του Ιονίου Αστικού Κώδικα και 1193, 1199 του Αστικού Κώδικα) και που ανατρέχουν στο χρόνο θανάτου των κληρονομουμένων και ως προς το ακίνητο αυτό, που επανήλθε στην κληρονομιαία περιουσία μετά την ακύρωση της αφορώσας και τούτο, όπως και εκείνο του αδελφού του και δικαιοπαρόχου του εναγομένου επίσης 1/3 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου, κατοχικής αγοραπωλησίας κατά τις διατάξεις του Ν. 1323/1949.

Ότι μετά την επανάκτηση της νομής του ακινήτου με την καταβολή του ορισθέντος με την εκδοθείσα κατά το νόμο αυτό και καταστάσας τελεσίδικης υπ’ αριθμ. 25/5.3.1951 απόφασης του Προέδρου Πρωτοδικών Κεφαλληνίας και τη σύνταξη της υπ’ αριθμ. .../24.2.1955 συμβολαιοπράξης εξοφλήσεως με κοινά χρήματα του ενάγοντος και του αδελφού του για το αντιστοιχούν σε καθένα τους 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, ο εν λόγω αδελφός του ενάγοντα νεμήθηκε ως συγκληρονόμος για λογαριασμό του ενάγοντα και το κληρονομιαίο ποσοστό που ανήκε στο τελευταίο, ο οποίος ουδέποτε με αντίθετη συμφωνία παραχώρησε τη νομή στον αδελφό του, ούτε αποξενώθηκε από αυτήν, ούτε μέχρι το 1991 που άσκησε αγωγή διανομής των κληρονομιαίων έμαθε οτιδήποτε για αντιποίηση της νομής του επί του επιδίκου, ο δε αδελφός του (ανάθεση καλλιέργειας και συλλογής ελαιοκάρπου, εκμίσθωση) ενόψει τούτων εξακολούθησε τις αναφερόμενες πράξεις νομής να τις ασκεί στο επίδικο για λογαριασμό του συγκληρονόμου του αδελφού του και συνακόλουθα όταν το 1989 το μεταβίβασε με πώληση στον εναγόμενο, δεν ήταν κύριος ώστε να μπορεί να μεταβιβάσει τέτοιο δικαίωμα και ότι γιαυτό ο εναγόμενος, ως αποκτήσας παρά μη κυρίου, δεν κατέστη κύριος με παράγωγο τρόπο, που είναι η βάση της περί ιδίας κυριότητας ενστάσέως του, ενώ το διάστημα που μεσολάβησε από την πώληση αυτή το 1989 και της έκτοτε αποκτήσεως από τον εναγόμενο της νομής του επιδίκου μέχρι του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής στις 15.10.1993 είναι σύντομο και δεν προδίδει αδράνεια προς άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ούτε η ανέγερση από τον εναγόμενο στο διάστημα αυτό οικοδομής στο περιλαμβάνον και το ένδικο ακίνητο δημιουργεί κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενόψει και της περιγραφομένης συμπεριφοράς του αρχικού ενάγοντος, που κατοικούσε κατά το διάστημα αυτό στην Αθήνα, είχε βεβαρημένη υγεία (ποσοστό αναπηρίας 67%), δεν γνώριζε την μεταβίβαση στον εναγόμενο του ενδίκου, ασκήσας προσέτι και αγωγή διανομής που περιλάμβανε και αυτό και η όλη κατάσταση αυτή δεν δικαιολογεί πεποίθηση του εναγομένου περί μη ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω μνημονευθεισών διατάξεων και των αυτεπαγγέλτως προστιθεμένων 787 και 1884 ΑΚ. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρίτος, πέμπτος καθώς και ο τέταρτος (κατά τις αφορώσες τις διατάξεις αυτές αιτιάσεις του) από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και που είναι αντίθετο με εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Προσέτι απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις που αφορούν σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε. Ενόψει τούτων οι ερευνώμενοι λόγοι τρίτος, τέταρτος (κατά τις αιτιάσεις του από τις διατάξεις των αρ. 1 και 19) και πέμπτος από τους λόγους αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη αυτή οι αποδείξεις οι οποίες παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, αφού μόνο ένας τέτοιος ουσιώδης ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του και να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού και οι κρίσιμες παραδοχές της αποφάσεως ενώ προσέτι πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης προς αποδοχής της αγωγής έλαβε υπόψη του τα κατονομαζόμενα τέσσερα έγγραφα, τα οποία οι εφεσίβλητοι με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους επικαλέσθηκαν, χωρίς να αναφέρουν ότι τα προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος γιατί δεν προσδιορίζεται ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα, ώστε να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και επιδρούσε στο διατακτικό της αποφάσεως, ενώ προσέτι από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, προκύπτει ότι το ένδικο απαράδεκτο δεν προτάθηκε στο δικαστήριο αυτό, αλλά ούτε και στο αναιρετήριο αναφέρεται ότι έλαβε χώρα τέτοια υποβολή.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο συνιστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πάντως για να θεμελιωθεί o προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση με αιτιάσεις του τέταρτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 και άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 16.3.1955 επιστολής του αρχικού ενάγοντα προς τον αδελφό του και δικαιοπάροχο του εναγομένου αναιρεσείοντος, που απεστάλει από το ...

Αγγλίας, στην οποία ενώ αυτός αναφέρει ότι αποξενώνεται από τη συννομή του επιδίκου, το δικαστήριο δέχθηκε ότι από την επιστολή αυτή δεν προκύπτει αποξένωση, μολονότι αναφέρεται σ’ αυτήν "εγώ στο χαρίζω και το δικό μου, να το χαίρεσαι, κράτησέ το". Ο λόγος αυτός είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτος, γιατί δεν αγορά σε "διαγνωστικό λάθος" του εγγράφου, το οποίο ορθά αναγνώσθηκε, αλλά σε λανθασμένη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εκτίμηση του περιεχομένου του, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό:

Δηλαδή η επικαλουμένη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου. Εξάλλου από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του ότι ο αρχικά ενάγων δεν θέλησε να παραιτηθεί από τη νομή του επιδίκου δεν την στήριξε αποκλειστικά στο περιεχόμενο της επιστολής αυτής, αλλά κατέληξε στην εν λόγω κρίση από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως την ασκηθείσα από αυτόν από 6.11.1991 αγωγή διανομής, στην οποία συμπεριέλαβε και το περιέχον το επίδικο μεγαλύτερο ακίνητο, στην υπ’ αριθμ. .../3.9.1991 πράξη αποδοχής της κληρονομιάς της αποβιώσασας το 1949 μητέρας του, στην οποία συμπεριέλαβε και το 1/12 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου (ήτοι του περιέχοντος και το επίδικο μεγαλύτερου ακινήτου) και στην εικονική μεταβίβαση από τον αδελφό του το 1973 προς αποφυγή των πιστωτών του του 1/3 του όλου ακινήτου που του ανήκε και όχι του ενδίκου ποσοστού του εν λόγω ενάγοντος.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (ήτοι ο τέταρτος κατά τις αιτιάσεις του από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ) πρέπει να απορριφθεί.

Ενόψει των προεκτεθέντων και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτός (αναιρεσείων), λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.9.2014 αίτηση του Γ. Β. του Κ. κατά των Α. Λ. του Β. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 111/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ