Supreme Court dismisses appeal due to expired power of attorney and lack of valid representation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the appellant's lawyer lacked valid authority to represent her at the hearing. Although a 1993 power of attorney was presented, it had expired five years prior to the 2013 proceedings under the Code of Civil Procedure. The court ruled that without proof of a new mandate or proper summons, the hearing itself was invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; The power of attorney expires after five years, and without current explicit authorization or valid summons, the appeal hearing is declared inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 642 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 642/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Μ. Κ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση που ανακάλεσε την από 8/3/2013 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/1998 μη οριστική και 2023/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4060/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ως άνω αναιρεσίβλητο με την από 19/7/2000 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1392/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4060/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4637/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 1/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: α) Στο άρθρο 94 παρ.1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) στο άρθρο 96 παρ.1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, γ) στο άρθρο 97 παρ.1 ότι η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα ..., δ) στο άρθρο 97 παρ.3 ότι η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε έτη από τη χορήγησή της, ε) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, στ) στο άρθρο 576 παρ.1 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και ζ) στο άρθρο 576 παρ.2 ότι, αν ο μη εμφανισθείς ή ο εμφανισθείς αλλά μη παραστάς προσηκόντως διάδικος δεν έχει κλητευθεί, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο παριστάμενος κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και για να είναι παραδεκτή η συζήτηση της αναίρεσης θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο ίδιος είχε παράσχει στον παριστάμενο ως πληρεξούσιό του δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα, διαφορετικά κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εκτός αν αυτός (αναιρεσείων),έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, οπότε πλέον η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με εκφώνησή της στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-3-2013), η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος προσκόμισε το υπ' αριθμ. .../1-4-1993 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αττικής, Νίκης Μιχαήλ Κωβαίου, συζύγου Ανδρέα Γαρίνη, από το οποίο προκύπτει, ότι η ίδια διορίζει ως γενικό, ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητό της, μεταξύ των άλλων και τον παραπάνω αναφερόμενο δικηγόρο, για να την εκπροσωπεί και να παρίσταται για λογαριασμό της σε όλα γενικά τα ελληνικά δικαστήρια και σε όλες τις αρχές για όλες τις δίκες, επιπλέον δε παρέχει και σ' αυτόν ειδική εντολή παραιτήσεως από τις αναφερόμενες στο πληρεξούσιο αυτό δίκες και διεξαγωγής ορισμένων δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που δεν αφορούν την παρούσα δίκη.
Το πληρεξούσιο αυτό, όμως, έπαυσε να ισχύει μετά παρέλευση πενταετίας, ήτοι από 2-4-1998, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ.3 ΚΠολΔ και επομένως, κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (30-7-2012) και κατά τη συζήτηση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (12-3-2013), δεν ίσχυε η δοθείσα στον άνω δικηγόρο πληρεξουσιότητα, ενώ εξάλλου, δεν αποδεικνύεται από αυτήν πληρεξουσιότητα παρασχεθείσα στον ίδιο με κάποιο άλλο νόμιμο τρόπο.
Επομένως, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος δεν είχε πληρεξουσιότητα για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε για την εκπροσώπησή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά την προαναφερθεί σα δικάσιμο, αφού η ισχύς του ειρημένου πληρεξουσίου είχε ήδη παύσει από 2-4-1998 και συνεπώς η παράσταση της αναιρεσείουσας δεν ήταν νόμιμη.
Δεν αποδεικνύεται δε από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, και μάλιστα με την προσκόμιση από το αναιρεσίβλητο σχετικής εκθέσεως επιδόσεως, ότι η αναιρεσείουσα έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-7-2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 4637/ 2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ