Supreme Court dismisses divorce appeal citing lower court's proper assessment of marital breakdown facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's divorce judgment. The appellant argued the lower court ignored specific complaints regarding the husband's conduct and factual discrepancies, but the court ruled these were merely conclusions drawn from evidence rather than independent facts requiring re-examination. Consequently, the appeal was rejected because the lower court had properly evaluated the material facts and the strength of the marital breakdown without needing to reconsider the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1439 para. 1 A.C. and 559 para. 8 K.Pol.D.: An appeal based on the claim that the lower court failed to consider specific arguments is inadmissible if those arguments were merely negative assertions refuted by the facts or conclusions drawn from the evidence, as the Supreme Court does not review the factual assessment of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 642 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 642/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. - Ε. συζ. Α. Π. το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πουλάκο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ρηγόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.03.2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1302/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6924/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Απριλίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 18 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι` αυτόν.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 Α.Κ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ.1 ΑΚ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Εξετέρου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π.533/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα εξής: <<Οι διάδικοι συνήψαν νόμιμο γάμο στις 5/7/1975. Απέκτησαν δυο τέκνα την Χριστίνα και τον Κίμωνα, που γεννήθηκαν το 1977 και το 1985 αντίστοιχα. Ο ενάγων είναι ηλικίας σήμερα 62 ετών, αρχιτέκτων πολεοδόμος και η εναγόμενη 55 ετών.
Η τελευταία παρείχε την εργασία της ως συντηρήτρια έργων τέχνης στο Υπουργείο Πολιτισμού, καθόσον είχε πτυχίο της μέσης τεχνικής σχολής Δοξιάδη. Δεν εργάζεται πλέον στο Δημόσιο (έχει λάβει σύνταξη, δεν προέκυψε όμως ο χρόνος έναρξης της συνταξιοδότησής της), αλλά παρέχει την εργασία της ως ελεύθερη επαγγελματίας.
Από τον Ιανουάριο του 2006 οι διάδικοι, όπως αμφότεροι δέχονται, ζουν χωριστά και δεν έχουν ουδεμία επικοινωνία μεταξύ τους για οποιοδήποτε θέμα. Επικοινωνούν μέσω των πληρεξουσίων τους δικηγόρων. Για την πορεία της έγγαμης συμβίωσής τους από την έναρξή της μέχρι την διάσπασή της και τους λόγους της τελευταίας κατέθεσε με σαφήνεια ο μάρτυρας του ενάγοντος αδελφός του, που εξετάσθηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής επιρρωνύεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν αναιρείται από την κατάθεση ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου της μάρτυρος της εναγομένης - φίλης της, η οποία κατέθεσε ό,τι γνώριζε από διηγήσεις της εναγομένης, η ίδια δε (μάρτυρας) δέχθηκε πως δεν ήταν ιδιαίτερα "στενή" φίλη του ζεύγους των διαδίκων (βλ.
κατάθεσή της, όπου αναφέρει "σας είπα ούτε το ξέρω και ούτε ήταν το στυλ της Ελίζας, αλλά ούτε και το δικό του να συζητάει προσωπικά του"). Εδώ και δέκα και πλέον έτη οι διάδικοι είχαν χωριστές κλίνες και η εναγόμενη επεδείκνυε στο σύζυγό της βίαιη συμπεριφορά (βλ. κατάθεση άνω μάρτυρας τον κτύπησε με σεσουάρ το βράδυ στο κεφάλι την ώρα που κοιμόταν χάραξε με κλειδιά το καινούργιο αυτοκίνητό του).
Η τυχόν ύπαρξη συμπεριφοράς εκ μέρους του εναγομένου προς την ενάγουσα πρόσφορης να δημιουργήσει στην τελευταία θυμό και αγανάκτηση, δεν είναι γεγονός ικανό να δικαιολογήσει τοιαύτες βίαιες αντιδράσεις εκ μέρους της , στην περίπτωση που επιθυμούσε τη διατήρηση της έγγαμης συμβίωσής τους. Προς τούτο απαιτείτο η διάνοιξη διόδου για την ανεύρεση τρόπου ισορροπίας των σχέσεών τους.
Οι βίαιες αντιδράσεις της εναγομένης δικαιολογημένα απομάκρυναν και ψυχικά το σύζυγό της απ' αυτήν. Είναι αλήθεια ότι οι βίαιες αντιδράσεις δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση το αξιόλογο της προσωπικότητας της εναγομένης που προκύπτει από την καταξίωσή της στα πλαίσια του επαγγέλματός της και τη συμβολή της στη σωστή ανατροφή των τέκνων της, ώστε και τα δύο να αποκτήσουν Πανεπιστημιακή μόρφωση, όμως στις προσωπικές σχέσεις των συζύγων πρωτεύοντα ρόλο έχει η νηφαλιότητα.
Το ότι οι σχέσεις των διαδίκων είχαν πολύ σοβαρά διαταραχτεί, προκύπτει και από το γεγονός της μη επίσκεψης της εναγομένης και των τέκνων των διαδίκων στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός όπου επί πέντε περίπου ημέρες τον Ιανουάριο του 2004 νοσηλεύτηκε ο ενάγων με πνευμονία. Το γεγονός αυτό το δέχεται η εναγομένη, αλλά ισχυρίζεται (στην έφεσή της και στις ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της), ότι η ίδια και η θυγατέρα της ήταν άρρωστες και δεν τον επισκέφτηκαν από φόβο της δυσμενούς επίπτωσης της ασθένειάς τους στην πορεία της υγείας του, ενώ η μάρτυράς της κατέθεσε πως δεν πήγαν γιατί o ίδιος (ο ενάγων) είχε πει "μην έρθετε μην κολλήσετε".
Κατά το χρονικό διάστημα 1999-2001 με τη συναίνεση του ενάγοντος η εναγομένη πραγματοποίησε partime σπουδές μουσειολογίας στην Αγγλία στο Πανεπιστήμιο του Leicester. To 2005 αποφάσισε (η εναγόμενη) παρά την αντίθετη γνώμη του ενάγοντος να μεταβεί και εγκατασταθεί στην Αγγλία προκειμένου να φοιτήσει στο πανεπιστήμιο Northumbre στο Newcastle στο μεταπτυχιακό τμήμα προληπτικής συντήρησης έργων τέχνης και για το σκοπό αυτό αναχώρησε στις 19.9.2005, επέστρεψε για λίγες ημέρες τον Οκτώβριο και επανήλθε στην Ελλάδα στα τέλη Δεκεμβρίου 2005.
Επισημαίνεται πως δεν αποδείχθηκε ότι οι σπουδές αυτές ήσαν απαραίτητες για την επαγγελματική επιβίωση της εναγομένης.
Την 1/1/2006 διαπίστωσε ότι ο ενάγων είχε συνάψει ερωτική σχέση με άλλη γυναίκα. Η λόγω του γεγονότος αυτού, το οποίο δεν αμφισβητεί ο ενάγων, αγανάκτηση της εναγομένης εκφράσθηκε με σε βάρος του ενάγοντος, συμπεριφορά που υπερέβαινε κατά πολύ αυτή που το ίδιο το γεγονός θα δικαιολογούσε, κυρίως εν όψει του γεγονότος της από ετών σωματικής και ψυχικής απομάκρυνσής τους. Συγκεκριμένα μετέβη στις 2-1-2006 στο γραφείο του ενάγοντος όπου τον εξύβρισε, του επιτέθηκε και του προκάλεσε ελαφρά σωματική βλάβη, τον απείλησε, αποσύνδεσε τη συσκευή του FAX και την έσπασε , πράξεις τις οποίες έχει καταγγείλει ο ενάγων ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα με την από 9-1-2006 μήνυσή του, αλλά και η εναγομένη έχει υποβάλει μήνυση κατά του ενάγοντος για ελαφρά σωματική βλάβη και απειλή που έλαβαν χώρα την 1-1-2006 στην οικογενειακή τους στέγη.
Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι λόγω της συμπεριφοράς της εναγομένης έναντι του ενάγοντος συζύγου της, οι σχέσεις των διαδίκων έχουν κλονιστεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα, κι εντεύθεν η αγωγή του πρέπει να γίνει δεκτή και v' απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων>>.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε λυθεί ο γάμος των διαδίκων για ισχυρό κλονισμό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1439 Α.Κ.
που εφάρμοσε ούτε και εκ πλαγίου καθόσον περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του. Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εναγομένης ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Κατ'ακολουθίαν οι λόγοι της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1. εδ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγεται στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας στο ακροατήριο (γίνεται και ειδική αναφορά στη σχετική κατάθεση) την υπ.
αριθ. 4933/2008 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα αυτής Ι. Λ. (αναφέρεται ειδικά η τελευταία στην απόφαση) και τα δελτία συμβάντων της 3-1-2006 και 4-1-2006, την ιατροδικαστική έκθεση και έκθεση προφορικής μηνύσεως και τις φωτογραφίες που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής ,ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Εξάλλου δεν αποτελούν πράγματα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Κατ' ακολουθίαν ο σχετικός λόγος, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη προταθέντες από την αναιρεσείουσα ισχυρισμούς (περιστατικά ανάρμοστης συμπεριφοράς σε βάρος της από τον ενάγοντα) είναι απαράδεκτος διότι δεν πρόκειται για πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως αλλά για αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς οι οποίοι και αποκρούσθηκαν εκ του πράγματος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν εκ μέρους του ενάγοντος και συγκεκριμένα: 1) ότι επήλθε σωματική απομάκρυνση των διαδίκων δεχόμενο ειδικότερα ότι εδώ και δέκα και πλέον χρόνια οι διάδικοι είχαν χωριστές κλίνες, 2) ότι ο αναιρεσίβλητος νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο επί πέντε περίπου ημέρες ενώ στην αγωγή αναφέρεται χρόνος τριών ημερών και 3) ότι τα τέκνα τους δεν επισκέφθηκαν τον ενάγοντα κατά το χρόνο της νοσηλείας του στο νοσοκομείο, είναι απαράδεκτος καθό μέρος αφορά τα υπό τους αριθ. 1και 2 πραγματικά περιστατικά διότι αυτά είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα λοιπά κλονιστικά γεγονότα δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης, καθό δε μέρος αφορά τα υπό τον αριθ. 3 πραγματικά περιστατικά διότι πρόκειται για συμπεράσματα από τις αποδείξεις και την σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την επελθούσα σοβαρή διαταραχή των σχέσεων των διαδίκων, που δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως.
Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2009 αίτηση της Ε.-Ε. συζ. Α. Π., το γένος Μ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 6924/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ