Legislator Case Law & Legislation
642/2008 AI generated

Supreme Court annuls labor contract duration ruling due to violation of prohibition on indefinite conversion.

Case Number 642/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeals' decision regarding the duration of a labor contract with the OTE. The appellant argued that the lower court incorrectly classified the employment relationship as fixed-term despite the employee's subordination and the employer's threats. The court held that the lower court violated the statutory prohibition on converting fixed-term contracts to indefinite ones, as the duration was clearly defined by the specific work periods.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 669 of the Civil Code; A labor contract is deemed fixed-term when the duration is explicitly agreed upon or implied by the nature and purpose of the work, and the law strictly prohibits the automatic conversion of such contracts into indefinite-term agreements.

Keywords

AI generated
fixed term contract indefinite term conversion labor law duration subordination test statutory prohibition

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 648 and 669 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1624/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 642 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 642/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού. Του αναιρεσιβλήτου: ......., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2429/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7757/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 23-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ..... προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει δε ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (Ολ.

ΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον.... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1929 ή 1, 3, 5 του β.

δ. 16/18-7-1920) ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).

Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Περαιτέρω, από το άρθρο 21 του ν. 2190/1994 (παρ. 3) ορίζεται ότι "κατ' εξαίρεση για το προσωπικό προγραμμάτων ή έργων που χρηματοδοτούνται από διεθνείς Οργανισμούς ή ερευνητικών προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς, επιτρέπεται η διάρκεια των συμβάσεων να είναι μέχρι ένα έτος και να ανανεώνεται ή να παρατείνεται μέχρι το τέλος του προγράμματος ή του έργου ή την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποκλειομένης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισης τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου".

Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 24 του Γ.Κ.Π. Ο.Τ.Ε., που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ` του Α. Ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568/8.9.1969 και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973) προκύπτει, ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται δια συμβάσεως ορισμένου, είτε αορίστου χρόνου.

Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24α του Γ.Κ.Π - Ο.Τ.Ε που τέθηκε σε ισχύ με την 95917/1989 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εργασίας και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 747 Β της 9.10.1989), από την οποία προκύπτει, ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την εκτέλεση έργου οιουδήποτε κλάδου ή ειδικότητας με σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 1), ότι ειδικά για την εκτέλεση έργου των λοιπών κλάδων και ειδικοτήτων (πλην των κλάδων Διοικητικού - Εκμεταλλεύσεως Οικονομικού και Τεχνικού) και για την εκτέλεση ειδικού έργου των εξαιρούμενων κλάδων, εφ' όσον πρόκειται για κάλυψη προσκαίρων ή εποχιακών αναγκών, επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού, με σύμβαση ορισμένου χρόνου η οποία δεν επιτρέπεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 3).

Για το προσωπικό αυτό, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και οι διατάξεις αυτές της εκτός του κανονισμού κείμενης νομοθεσίας (παρ. 5), ως τέτοια δε νοείται η νομοθεσία η σχετική με τις προσλήψεις που διέπει το δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1286/1982 που τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 14 του ν. 2190/1994 στον οποίο υπάγεται και ο Ο.Τ.Ε., ήτοι η περιλαμβανόμενη στο ν. 1735/1987 "προσλήψεις στο Δημόσιο Τομέα κ.λ.π.".

Η ως άνω απαγόρευση της προσλήψεως στον ΟΤΕ εκτάκτου προσωπικού με σύμβαση ορισμένου χρόνου διατηρήθηκε και μετά την ισχύ από 27.8.1993 του ν. 2167/1993, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 3 εδ. δ' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι "από 1.11.1993 καταργείται πάσα απαγόρευση ή περιορισμός προσλήψεων προσωπικού στον ΟΤΕ", δεν καταργήθηκε και η διάταξη του άρθρου 24α του ΓΚΠ-ΟΤΕ, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2257/1994 "Για την οργάνωση και λειτουργία του ΟΤΕ" εξακολουθεί να έχει ισχύ νόμου.

Τέλος, κατά το άρθρο 67β του ισχύσαντος μέχρι 10-6-1999 ΓΚΠ-ΟΤΕ "ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΟΤΕ δύναται προς αντιμετώπιση εξαιρετικών αναγκών, να προσλαμβάνει έως 15 άτομα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας μέχρι τριών ετών, ειδικούς συμβούλους ή ειδικούς συνεργάτες. Η παράταση ή ανανέωση της συμβάσεως αυτής μετά τη λήξη της τριετίας απαγορεύεται.

Οι εν λόγω ειδικοί σύμβουλοι και συνεργάτες δύναται να προέρχονται από την ελεύθερη αγορά εργασίας. Η κατά τα ανωτέρω τρόπο πρόσληψη προσωπικού πραγματοποιείται με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου στην οποία ορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τρόπος και η διάρκεια της εκτέλεσης του έργου ως και οι αποδοχές του προσωπικού αυτού.

Εκείνοι που προσλαμβάνονται ως ειδικοί σύμβουλοι ή ειδικοί συνεργάτες εξομοιώνονται κατ' ουσία από άποψη συνεπειών με τους μετακλητούς υπαλλήλους". Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται ενόψει της διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και του άρθρου 24α του ΓΚΠ-ΟΤΕ, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2257/1994 "Για την Οργάνωση και Λειτουργία του ΟΤΕ" έχει ισχύ νόμου, με τον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατό υπό την ισχύ των άρθρων 103 του Συντάγματος και 24 α του ΓΚΠ-ΟΤΕ να εφαρμοστεί η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο, την οποία συνήψαν διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις Σ.Σ.Ε. ή την πρακτική του κάθε κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:

α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή της δραστηριότητα της επιχείρησης...

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.

Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών από την αρχική σύμβαση . Η επιλογή με το ανωτέρω ΠΔ των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ αυτού (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Στις ..... καταρτίστηκε μεταξύ του εναγομένου Ο.Τ.Ε. και του ενάγοντος, πτυχιούχου της Ανώτατης Σχολής Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων του Ε.Μ.Π. σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός έτους, η οποία άρχιζε την 19-5-1997 και έληγε την ..., σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. .....

απόφασης του τότε Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΤΕ, με την οποία ο τελευταίος, αφού έλαβε υπόψη τις ανάγκες του ΟΤΕ σε θέματα επίβλεψης τεχνικών έργων του Οργανισμού, αποφάσισε την πρόσληψη αυτού ως Συμβούλου της Διοίκησης σε θέματα επίβλεψης των επιδοτουμένων από την Ευρωπαϊκή Ένωση τεχνικών έργων του Οργανισμού.

Η απόφαση αυτή του Διευθύνοντος Συμβούλου ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 67 β' του ΓΚΠ-ΟΤΕ η οποία ορίζει...... Με το 2ο όρο της ως άνω σύμβασης ορισμένου χρόνου ορίστηκε ότι ο ενάγων θα ακολουθεί το ημερήσιο ωράριο εργασίας που προβλέπεται από τον κανονισμό ωρών εργασίας προσωπικού του ΟΤΕ. Με τον 3ο όρο αυτής ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να εργάζεται στα γραφεία της Διοίκησης ή οπουδήποτε αλλού κρίνεται απαραίτητο, κατά το χρόνο που προβλέπεται ή επιβάλλεται από τις συνθήκες και να υποβάλλει στον Διευθύνοντα Σύμβουλο ανά δίμηνο, ειδική έκθεση περί του εκτελεσθέντος έργου ως και κάθε άλλης σχετικής δραστηριότητας, στην οποία προβαίνει εντός της ανωτέρω προθεσμίας των δύο μηνών, καθώς και των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί.

Με το 4ο όρο της ίδιας σύμβασης ορίστηκαν οι μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 250.000 δρχ. στις οποίες περιλαμβάνονται και όλα τα επιδόματα που προβλέπονται για το έκτακτο προσωπικό του ΟΤΕ, με βάση τις διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ, αποφάσεις του ΔΣ του ΟΤΕ ή πράξεων υπηρεσιακών οργάνων ΕΣΣΕ και ότι θα καταβάλλεται στο τέλος κάθε μήνα και θα υπόκειται σε κρατήσεις για φόρο, χαρτόσημο και ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ, ορίστηκε δε ότι η συνολική δαπάνη των 4.500.000 δρχ.

θα βαρύνει τους προϋπολογισμούς εκμετάλλευσης των ετών 1997-1998. μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής (19-5-1998), ο ενάγων κατάρτισε με τον εναγόμενο, την από ... δεύτερη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας 6 μηνών, η οποία άρχιζε την ...... και έληγε την ......, με την οποία προσελήφθη από τον εναγόμενο με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, ήτοι, ως σύμβουλος διοίκησης σε θέματα επίβλεψης των επιδοτουμένων από την Ευρωπαϊκή Ένωση Τεχνικών Έργων του Οργανισμού, πλην των μηνιαίων αποδοχών του που αυξήθηκαν στο ποσό των 400.000 δρχ.

και ορίστηκε ότι η συνολική δαπάνη θα βαρύνει τον προϋπολογισμό του έτους 1998. Και μετά τη λήξη της άνω σύμβασης ο ενάγων κατάρτισε την από ..... τρίτη σύμβαση εργασίας διάρκειας δώδεκα μηνών με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και διατέθηκε στο Γραφείο του Προϊσταμένου της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου του εναγομένου στο οποίο ήδη υπηρετούσε ...

Στη συνέχεια, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η από .... σύμβαση μίσθωσης έργου με την οποία ο ΟΤΕ ανέθεσε στον ενάγοντα και εκείνος ανέλαβε να εκτελέσει το έργο το οποίο το οποίο περιγράφεται στη σύμβαση ως "Παροχή τεχνικής υποστήριξης στο ΟΤΕ μέσω της παρακολούθησης της πορείας υλοποίησης έργων τηλεπικοινωνιακής υποδομής στην Τηλεπικοινωνιακή περιφέρεια του Βορείου Αιγαίου".

Η διάρκεια του έργου ορίστηκε από 15-2-2001 έως 31-12-2001. Ως ημερομηνία παράδοσης του έργου και λήξης της σύμβασης ορίστηκε η 31-12-2001. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης η εκτέλεση του έργου θα γινόταν στις εγκαταστάσεις που διαθέτει ο ΟΤΕ, στην ως άνω περιφέρεια, ο οποίος θα εξασφαλίσει τον αναγκαίο εξοπλισμό....

η συνολική αμοιβή ανέρχεται στο ποσό των 6.500.000 δρχ. που θα καταβάλλεται με την πρόοδο των εργασιών του έργου και με την έκδοση από αυτόν θεωρημένων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών. Η σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. του ΑΚ και δεν δημιουργεί εργασιακή σχέση. Μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων δεύτερη σύμβαση μισθώσεως έργου διάρκειας δώδεκα μηνών η οποία άρχιζε την 7-1-2002 και έληγε την 31-12-2002 με τους ίδιους όρους όπως και η προηγούμενη, πλην της αμοιβής του που αυξήθηκε στο ποσό των 7.400.000 δρχ.

Μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων άλλη σύμβαση μίσθωσης έργου πλην όμως ο ενάγων εξακολούθησε να εργάζεται στον εναγόμενο ΟΤΕ δυνάμει της υπ' αριθμ. 6378/2003 αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως επί της κύριας αγωγής που είχε ασκήσει και στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 2429/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του επίσης με απειλή χρηματικής ποινής.

Στη συνέχεια δέχτηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων, τόσο κατά το χρόνο που προσέφερε τις υπηρεσίες του με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, όσο και κατά το χρόνου που παρείχε αυτές με τις συμβάσεις έργου, απασχολούνταν υπό τις εντολές και οδηγίες των οργάνων του εναγομένου, που ασκούσαν εποπτεία και καθόριζαν τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο εργασίας του, υποχρεούμενος να συμμορφώνεται με αυτούς και να δέχεται τον έλεγχο, τόσο για την τήρηση των εντολών και οδηγιών, όσο και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας, κάλυπτε δε πάγιες και πάγιες διαρκείς ανάγκες και ως εκ τούτου συνδέεται πράγματι με τον εναγόμενο με την έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η επιλογή δε αρχικά της σύμβασης ορισμένης χρόνου και στη συνέχεια της σύμβασης έργου έγινε προς καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920.

Μετά ταύτα, κατέληξε το Εφετείο, το Μονομελές πρωτοδικείο το οποίο με την υπ' αριθμ. 2429/2005 απόφαση του, δέχτηκε την ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι ο ενάγων συνδέεται με τον εναγόμενο με μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά έκρινε και για τους λόγους αυτούς, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πιο πάνω αποφάσεως.

Όμως, οι ανωτέρω συμβάσεις, οι οποίες δεν ήταν ενεργείς στις 19-7-2004, οπότε άρχισε η ισχύς του ΠΔ 164/2004, δεδομένου ότι η τελευταία από αυτές έληξε 31-12-2002, το γεγονός δε ότι ο αναιρεσίβλητος συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στον ΟΤΕ δυνάμει αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων η οποία εκδόθηκε για την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως, δεν επηρεάζει, ούτε μεταβάλλει το χαρακτήρα της συμβάσεως ως ορισμένου χρόνου και δεν επιφέρει παράταση του χρόνου αυτής (ΑΠ.1624/2006), καταρτίστηκαν ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αφενός και ως συμβάσεις έργου αφετέρου, κατ' επιταγή των προαναφερομένων διατάξεων, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Επομένως, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ως βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7757/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσείβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20-2-2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ