Legislator Case Law & Legislation
642/2007 AI generated

Appeal partially allowed; appeal against insurer dismissed; appeal against family member allowed due to distinct legal roles.

Case Number 642/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the insurance company but allowed the appeal against the family member, remanding the case for retrial. The court held that while the insurance company is a co-defendant in the liability suit, the family members are distinct parties in the subsequent reduction suit. Consequently, the appeal against the insurer was rejected as unfounded, whereas the appeal against the family member was upheld because the parties hold different legal statuses in the reduction proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 247, 251, 248, 914, 937 of the Civil Code; Article 261, 221 of the Code of Civil Procedure; Article 268 of the Civil Code; Article 559(3), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: In a reduction suit, co-defendants in the liability suit are not co-defendants in the reduction suit; therefore, an appeal by one co-defendant cannot be directed against another co-defendant in the liability suit.

Keywords

AI generated
reduction suit co-defendant status joint liability separate legal personality appeal admissibility civil procedure indemnification

Cited Legislation

AI generated
Articles 247, 251, 248, 914, 937 of the Civil Code
Article 261, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 268 of the Civil Code
Article 559, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 642 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 642/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. .... , παρισταμένης για τον εαυτό της ατομικά και ως ενασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πατσίκα και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Ζήση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Νοεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 499/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2005 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 31 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 248, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα η δε παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι κατ' αρχήν πενταετής και εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξίωσης είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η εν λόγω παραγραφή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. α΄ ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφασή ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή" εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωσης.

Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίασή του στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, που υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικά με την παραδεκτά, κατά τα άρθρα 527 αριθ. 3 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, με λόγο έφεσης προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα, που ήταν ιδιοκτήτης του ΔΧΦ αυτοκινήτου, που προκάλεσε σε τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 25.11.1990, το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου και πατέρα των αναιρεσιβλήτων, ένσταση πενταετούς παραγραφής του από 28.11.2000 αγωγικού αιτήματος των τελευταίων περί αποζημίωσης, λόγω στέρησης διατροφής, για το χρονικό διάστημα από 1.12.1995 έως 30.6.2008, ενώ για την ίδια αξίωση του αμέσως προηγούμενου χρονικού διαστήματος, είχε εκδοθεί, επί της από 1.11.1992 αγωγής τους, η 217/1997 απόφαση του ίδιου Εφετείου, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ένσταση αυτή..........είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.............αφού με την 217/1997 απόφαση του δικαστηρίου τούτου αναγνωρίστηκε η αξίωση αποζημίωσης των εναγόντων οι οποίοι στερήθηκαν της διατροφής τους στο μέλλον λόγω θανάτωσης του έναντι αυτών υπόχρεου προς διατροφή από το δεδικασμένο της οποίας καλύπτεται ολόκληρη, αφού δεν αποτελεί αξίωση περιοδικής παροχής αλλά μια ενιαία αξίωση καταβαλλόμενη σε δόσεις και συνεπώς η ένδικη αξίωσή τους υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή σύμφωνα με τη διάταξη του εδ.

α΄ του άρθρου 268 ΑΚ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή επιμήκυνση σε 20 έτη της παραγραφής της επίδικης αξίωσης αν και η τελευταία είχε ήδη υποκύψει στη βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή κατά το χρόνο δημοσίευσης της 217/1997 τελεσίδικης απόφασης, παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 268 εδαφ. α΄ και 937 ΑΚ και συνεπώς ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, που αφορά μόνο την με διπλή ιδιότητα παριστάμενη πρώτη αναιρεσίβλητη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 516 και 517 εδαφ. α ΚΠολΔ συνάγεται ότι η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά των αντιδίκων του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, όχι δε και κατ' εκείνων που διατέλεσαν ομόδικοι αυτού, οι οποίοι υφίστανται την ίδια μετ' αυτού βλάβη από την εκκαλούμενη απόφαση. Κατ' εξαίρεση η έφεση μπορεί παραδεκτά να απευθύνεται και κατά των ομοδίκων του εκκαλούντος ή κατά κάποιου απ' αυτούς, αν η εκκαλούμενη απόφαση περιέχει επιβλαβή διάταξη για κάποιον από τους ομοδίκους και υπέρ άλλου ή απέρριψε την αίτηση που υπέβαλε κάποιος ομόδικος κατ' άλλου ομοδίκου.

Αυτό μπορεί να συμβεί, όταν η διαδικασία επιτρέπει την ανάπτυξη αντιδικίας μεταξύ των ομοδίκων για την προάσπιση αντιθέτων συμφερόντων τους (π.χ. στη δίκη διανομής). Ειδικότερα στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι σε δίκη αποζημίωσης εξ αυτοκινητικού ατυχήματος, αντικείμενο της δίκης είναι μόνο η αξίωση του τρίτου προς αποζημίωση όχι δε και η εξ αναγωγής του ενός εις ολόκληρον ευθυνομένου προς τον άλλο.

Στην δίκη αυτή οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα.

Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων. Η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη που έκρινε την αξίωση αποζημίωσης δεν αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη που συνήθως ακολουθεί για την εξ αναγωγής αξίωση και όταν ακόμη στη δίκη αποζημίωσης ο εξ αναγωγής εναγόμενος ήταν συνεναγόμενος, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας αφού η αξίωση αποζημίωσης στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ ή του Ν.

ΓΠΝ/1911 ή άλλη διάταξη η οποία τυχόν την καθιερώνει ενώ η αξίωση αναγωγής στο νόμο (άρθρο 927 ΑΚ), ούτε ταυτότητα διαδίκων, αφού στη δίκη αποζημίωσης οι συνοφειλέτες είναι απλοί ομόδικοι ενώ στη δίκη αναγωγής οι συνοφειλέτες παρίστανται με διαφορετική ιδιότητα και είναι αντίδικοι. Επομένως η έφεση του ενός από τους εις ολόκληρον ευθυνομένους δεν μπορεί να απευθύνεται και κατά του άλλου, διότι το συμφέρον του εκκαλούντος εξαντλείται στην απόρριψη της αγωγής ως προς αυτόν, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να περιλάβει στην απόφασή του διάταξη που να μεταβάλει ως προς τον εφεσίβλητο ομόδικο του εκκαλούντος τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την εκκαλούμενη απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της δεύτερης εφεσίβλητης - δεύτερης αναιρεσίβλητης απλής ομοδίκου του ασφαλιστικής εταιρείας, εις ολόκληρον συνυποχρέου μετ' αυτού έναντι των υπό στοιχ. 1 εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων συγγενών του θανόντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, διότι η διαφοροποίηση με την απόφαση της έκτασης των υποχρεώσεων των ως άνω εις ολόκληρον ευθυνομένων έναντι των παθόντων, δεν δικαιολογούν την αντιδικία μεταξύ τους αλλά το ζήτημα αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Συνεπώς ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, που αφορά μόνο τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει το μεν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της τελευταίας (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε και προτάσεις, το δε να αναιρεθεί, ως προς την, με διπλή ιδιότητα παριστάμενη πρώτη αναιρεσίβλητη, η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.10.2005 αίτηση, όσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της 96/2005 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της ως άνω δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Αναιρεί την 96/2005 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα .... , παριστάμενη ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της .... .

Παραπέμπει την υπόθεση προ περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την ως άνω πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουάριου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ