Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment due to inadmissible substantive appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the University of West Attica's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment. The appellant argued that the lower court failed to examine substantive appeal grounds regarding evidence and contract conditions. The court ruled these grounds inadmissible because they require a substantive review which was impossible since the first instance court rejected the claim without entering the evidentiary process.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure; Substantive appeal grounds require a review of the case's substance and therefore do not arise when the court of first instance rejects the claim without entering the evidentiary process.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 641 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 641/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σπυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Σ. και ΣΙΑ ΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σταύρο Λιναρδάκη, Γεώργιο Ροδόπουλο και Ειρήνη Ξεντίδη με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι οποίοι στις εν λόγω από 4-4-2024 δηλώσεις, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις τους δήλωσαν ότι τα πλήρη στοιχεία της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας είναι "Ν. Α. Σ. και ΣΙΑ ΕΕ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17-10-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 693/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2868/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1, 495 παρ. 1 και 2, 496 και 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και τελειώνει κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 εδ. α' του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26-6/10-7-1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. 3514/2006: "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.
Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 4938/2022, οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους.
Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 εδ. α του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, ρητώς σ' αυτήν ορίζεται ότι δεν ισχύει μόνο υπέρ του Δημοσίου, αλλά και υπέρ των ιδιωτών αντιδίκων του (Α.Π. 486/2016, Α.Π. 745/2015, Α.Π. 1447/2015).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α` του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του K.Πολ.Δ. και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Α.Π. 1165/2022, Α.Π. 415/2016, Α.Π. 1337/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 12-9-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 7721/855/11-10-2022) αίτηση του ν.π.δ..δ. με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής" για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2868/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 614 παρ. 1, 615 Κ.Πολ.Δ.), επιδόθηκε, όπως επικαλείται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται την 1-9-2022. Επομένως, η γνήσια προθεσμία των τριάντα ημερών (άρθρο 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), για την άσκηση αίτησης αναίρεσης άρχισε την επομένη (2-9-2022) και λόγω της αναστολής αυτής κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 1-7-2022 έως 15-9-2022) και εν προκειμένω κατά το διάστημα από 2-9-2022 έως 15-9-2022 (14 ημέρες) συμπληρώθηκε στις 16-10-2022.
Συνεπώς, η άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 11-10-2022, έλαβε χώρα εντός της προαναφερθείσας νόμιμης τριακονθήμερης προθεσμίας. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1-2 και 144 του Κ.Πολ.Δ.).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2868/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19-7-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 74354/1407/25-7-2018) αγωγή του, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Σ. και Σια ΕΕ", τα πλήρη στοιχεία της οποίας, κατά δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, είναι "Ν.
Α. Σ. και Σια ΕΕ", ήδη αναιρεσίβλητη, εκμίσθωσε στις 27-7-2017 στο τότε ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας", το οποίο, κατόπιν συγχωνεύσεως των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ΤΕΙ Αθηνών και ΤΕΙ Πειραιά και απορροφήσεώς τους από το ενάγον "Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής" με το ν. 4521/2018, το τελευταίο υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του συγχωνευμένου Ιδρύματος και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες, ένα ακίνητο, κείμενο στην Αθήνα, συνολικής επιφάνειας 6.996,22 τ.μ., αντί μηνιαίου μισθώματος 45.000 ευρώ, με διάρκεια τριετή, της μίσθωσης αρχομένης από την 1-1-2018, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από το ΤΕΙ Αθήνας για την εξυπηρέτηση των πάσης φύσεως εκπαιδευτικών και διοικητικών αναγκών του.
Ότι, μετά την υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης υπήρξαν καταγγελίες των τμημάτων του ΤΕΙ Αθήνας, ως προς την καταλληλότητα του μισθίου, καθώς αυτό γειτνίαζε με πρατήριο υγρών καυσίμων και για το λόγο αυτό το ενάγον απηύθυνε στις 5-1-2018 ερώτημα προς την Πολεοδομία Αθηνών, η οποία είχε εν τω μεταξύ εκδώσει την υπ' αριθμ. ...
πολεοδομική άδεια αλλαγής χρήσης του μισθίου, προκειμένου να διευκρινισθεί α) αν είναι σύννομο να γειτνιάζει κτίριο που στεγάζει εκπαιδευτικές δραστηριότητες με πρατήριο υγρών καυσίμων και β) αν οι υπηρεσίες της Πολεοδομίας Αθηνών κατά την έκδοση της ως άνω άδειας είχαν λάβει υπόψη τους την ύπαρξη του ως άνω πρατηρίου.
Ότι επί του ερωτήματος αυτού, στις 5-7-2018 έλαβαν απάντηση από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, σύμφωνα με την οποία: α) δεν δημιουργεί κώλυμα στη λειτουργία εκπαιδευτηρίου η γειτνίαση με το πρατήριο υγρών καυσίμων, θα πρέπει όμως το πρατήριο καυσίμων να λάβει πρόσθετα προστατευτικά μέτρα και β) ελήφθη υπόψη η γειτνίαση αυτή στην έκδοση της ως άνω πολεοδομικής άδειας.
Ότι το ενάγον στις 14-3-2018 αποφάσισε τη δια καταγγελίας λύση της μισθωτικής σύμβασης, ώστε να εξοικονομηθούν πόροι που θα διατεθούν σε παραγωγικότερους φορείς και θα εξασφαλίσουν την καλύτερη και ποιοτικότερη δημόσια εκπαίδευση, στην απόφαση δε αυτή συνετέλεσε ιδίως η μείωση των τμημάτων και συγχωνευόμενων ΤΕΙ, το γεγονός ότι τα συγχωνευόμενα εκπαιδευτικά ιδρύματα διαθέτουν πολύ καλές κτιριακές υποδομές, ικανές να καλύψουν το σύνολο των αναγκών του ενάγοντος, η αποφυγή των άσκοπων δαπανών, το γεγονός ότι είχαν υπάρξει διαμαρτυρίες για τη γειτνίαση του μισθίου με το πρατήριο υγρών καυσίμων και τέλος ότι στα πλαίσια της εν γένει αναδιοργάνωσης του ενάγοντος καθίσταται μη αναγκαία η συνέχιση της μίσθωσης.
Ότι στις 19-3-2018 το ενάγον κοινοποίησε στην εναγομένη εξώδικη καταγγελία, στην οποία δήλωσε ότι τα αποτελέσματα της καταγγελίας που επιφέρουν τη λύση της μίσθωσης, άρχονται από την κοινοποίηση αυτής, η δε εναγόμενη στις 23-3-2018 με εξώδικη απάντηση ζήτησε την ανάκληση της καταγγελίας. Ότι στις 27-4-2018 το ενάγον κοινοποίησε στην εναγομένη εξώδικη δήλωση στην οποία επισήμανε ότι εκ παραδρομής στην από 19-3-2018 εξώδικη καταγγελία δεν είχε τηρηθεί η 60ήμερη προθεσμία που προβλεπόταν τόσο στη μισθωτική σύμβαση, όσο και στο άρθρο 36 του π.δ. 715/1979 και επομένως τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται στις 19-5-2018.
Ότι κατόπιν των ανωτέρω η ως άνω μισθωτική σχέση είναι εξαρχής άκυρη, άλλως η από 19-3-2028 καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης είναι έγκυρη διότι: α) εξαιτίας του όμορου πρατηρίου υγρών καυσίμων δεν παραχωρήθηκε από την εναγομένη ακώλυτη η χρήση του μισθίου, β) εξαιτίας της ίδρυσης του ενάγοντος και της απορρόφησης του ΤΕΙ Αθήνας, επήλθε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ και γ) σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 3 του ΠΔ 715/1979, το ενάγον διατηρεί το δικαίωμά του να καταγγείλει τη μίσθωση, παρά τα περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενα στη μισθωτική σύμβαση, που ορίζεται ότι το ενάγον μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση για τους λόγους του άρθρου 36 παρ. 3 του ΠΔ 715/1979 μετά το πρώτο έτος της μίσθωσης.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η από 27-7-2017 μισθωτική σύμβαση είναι εξαρχής άκυρη, άλλως επικουρικά να αναγνωρισθεί ότι η από 19-3-2018 καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης, η οποία παρήγαγε τα αποτελέσματά της στις 19-5-2018 είναι έγκυρη. Η εναγόμενη, ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου την από 17-10-2018 (αριθμ.
έκθ. κατ. 96878/1811/18-10-2018) αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος και του Μ. Μ. (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η συναφθείσα με το από 27-7-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης είναι έγκυρη και να αναγνωρισθεί, μεταξύ άλλων, ότι η καταγγελία στην οποία προέβη το εναγόμενο είναι απολύτως άκυρη, παράνομη και καταχρηστική και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
Επί των ως άνω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 693/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία: α) απέρριψε την από 19-7-2018 αγωγή του αναιρεσείοντος, ως νόμω αβάσιμη και β) διέταξε το χωρισμό των σωρευόμενων στο από 17-10-2018 δικόγραφο αγωγών. Κατόπιν άσκησης από το αναιρεσείον της από 18-9-2019 έφεσής του και των δια του από 14-1-2021 δικογράφου πρόσθετων λόγων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2868/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 3 του π.δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των Ν.Π.Δ.Δ. προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων εν γένει κ.λπ." ορίζεται ότι "Το Ν.Π.Δ.Δ., ως μισθωτής, δύναται να προέλθη διαρκούσης της μισθώσεως άνευ ουδεμιάς αποζημιώσεως του εκμισθωτού, εις μονομερή λύσιν της μισθώσεως εάν : α) καταργηθή το σύνολον ή μέρος των στεγαζομένων εις το μίσθιον υπηρεσιών, β) μεταφέρη στεγαζομένην υπηρεσίαν εις ακίνητον ιδιοκτησίας του, γ) προσφερθή εις αυτό παρά τρίτου, η δωρεάν χρήσις καταλλήλου ακινήτου διά τον υπόλοιπον χρόνον της μισθώσεως, δ) αναδιοργανωθή η υπηρεσία του Ν.Π.Δ.Δ.
κατά την διάρκειαν της μισθώσεως, ώστε το μίσθιον να μην εξυπηρετή τας ανάγκας αυτής ή να μην είναι απαραίτητον, ε) μεταφερθή εις άλλον τόπον, η εν τω μισθίω εγκατεστημένη υπηρεσία του Ν.Π.Δ.Δ., έστω και προσωρινώς. Διά την κατά τα ανωτέρω λύσιν της μισθώσεως απαιτείται έγγραφος ειδοποίησις προς τον εκμισθωτήν εξήκοντα τουλάχιστον ημέρας προ της εν τη σχετική ειδοποιήσει καθοριζομένης ημερομηνίας λύσεως της μισθώσεως, αφ ης παύει και πάσα υποχρέωσις του Ν.Π.Δ.Δ.
προς καταβολήν μισθώματος", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 44 του π.δ. 34/1995 "Οι μισθώσεις του παρόντος διατάγματος εφ' όσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Ο Ν. 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", ο οποίος κωδικοποιήθηκε στο Π.Δ. 34/1995, εισήγαγε ειδικό σύστημα ιδιαίτερης προστασίας της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικονομίας και ως εκ τούτου οι διατάξεις του, καθώς και οι διατάξεις των νόμων, που τροποποιούν ή συμπληρώνουν αυτόν ή περατώνουν αναγκαστικώς τη συμβατική διάρκεια των υπαγόμενων στη ρύθμισή του μισθώσεων, είναι ειδικές και κατισχύουν άλλων διατάξεων, από την εφαρμογή των οποίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά εκείνων, που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω νόμου.
Συγκεκριμένα, οι διατάξεις που ρυθμίζουν την ειδική κατηγορία των εμπορικών μισθώσεων, στις οποίες κατά το άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. β` του Π.Δ. 34/1995 υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων που συνάπτονται για εγκατάσταση γενικώς εκπαιδευτηρίων, όπως είναι και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 43 του ως άνω Π.Δ., στην οποία κωδικοποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 813/1978 και 3 του Ν. 2041/1992 και με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις και οι συνέπειες της καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης από το μισθωτή πριν από τη συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου, δηλαδή πάροδος διετίας, έγγραφη καταγγελία, επέλευση των αποτελεσμάτων μετά εξάμηνο, αποζημίωση τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων, κατισχύουν και των διατάξεων του Π.Δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των Ν.Π.Δ.Δ.
προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων εν γένει κ.λπ.", όχι όμως γενικά, καθολικά και αδιακρίτως, αλλά υπό προϋποθέσεις και δη μόνον εάν από την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 715/1979 προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά από τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 34/1995, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 36 παρ. 3 του τελευταίου π.δ. 715/1979, που ρυθμίζει την αζήμια μονομερή λύση της μίσθωσης από τα Ν.Π.Δ.Δ.
σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων της εν λόγω διάταξης, οπότε κατισχύει η διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις και οι συνέπειες της καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης από το μισθωτή πριν από τη συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου, δηλαδή πάροδος διετίας, έγγραφη καταγγελία, επέλευση των αποτελεσμάτων μετά εξάμηνο, αποζημίωση τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων (Α.Π. 650/2022, Α.Π. 1063/2015, Α.Π. 885/2009, πρβλ Α.Π. 1809/2012, Α.Π. 16/2010, Α.Π. 1162/2009, Α.Π. 62/2008, Α.Π. 1429/2000, Α.Π. 553/1995, Α.Π. 480/1992, Α.Π. 1744/1991).
Στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α'του ν. 4242/2014 ορίζεται ότι "Οι μισθώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 και συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του π.δ. 34/1995, με την εξαίρεση των άρθρων 5-6,16-18, 20-26, 27 παρ. 2, 28-40, 43, 46 και 47 αυτού.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με τον οποίο ισχυριζόταν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 693/2019 απόφασή του έκρινε ότι στην επίδικη από 27-7-2017 μίσθωση εφαρμόζονται αποκλειστικά ως ειδικότερες οι διατάξεις του ΠΔ 34/1994 περί εμπορικών μισθώσεων και όχι αυτές του ΠΔ 715/1979.
Κρίνοντας έτσι, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ως άνω άρθρων, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο υποστηρίζει ότι η επίδικη μίσθωση διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του π.δ. 715/1979 και συνεπώς η μονομερής λύση της μίσθωσης επιτρέπεται αζημίως για το μισθωτή στις περιπτώσεις που ορίζονται στη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 36 του ως άνω π.δ./τος 715/1979.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, οι διατάξεις που ρυθμίζουν την ειδική κατηγορία των εμπορικών μισθώσεων, στις οποίες κατά το άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. β' του Π.Δ. 34/1995 υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων που συνάπτονται για εγκατάσταση γενικώς εκπαιδευτηρίων, όπως είναι και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.), κατισχύουν και των διατάξεων του Π.Δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των Ν.Π.Δ.Δ.
προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων εν γένει κ.λπ.", εάν από την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 715/1979 προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά από τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 34/1995, όπως τούτο συμβαίνει, όπως εν προκειμένω, στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 36 παρ. 3 του π.δ. 715/1979, που ρυθμίζει την αζήμια μονομερή λύση της μίσθωσης από τα Ν.Π.Δ.Δ., οπότε κατισχύει η διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις και οι συνέπειες της καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης από το μισθωτή πριν από τη συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου, δηλαδή πάροδος διετίας, έγγραφη καταγγελία, επέλευση των αποτελεσμάτων μετά εξάμηνο, αποζημίωση τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρου 17 Ν.3853/2010 (ΦΕΚ Α 90/17.6.2010), "Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση.
Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης". Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον μισθωτή κάθε μίσθωσης, που υπάγεται στις διατάξεις του παραπάνω π.δ., το δικαίωμα να την καταγγείλει (καταγγελία μεταμέλειας), με τους όρους που προβλέπονται σε αυτό.
Για το κύρος της καταγγελίας αρκεί η έγγραφη δήλωση του μισθωτή ότι καταγγέλλει τη μίσθωση χωρίς να απαιτείται η συνδρομή κάποιου λόγου που να δικαιολογεί τη μεταμέλειά του. Ακολούθησε ο ν.4242/2014, ο οποίος ισχύει για τις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την 28-2-2014. Κατά το άρθρο 13 παρ 1.
Ν.4242/2014: "Οι μισθώσεις, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 και συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του π.δ. 34/1995, με την εξαίρεση των άρθρων 5-6,16-18, 20- 26, 27 παρ. 2, 28-40, 43, 46 και 47 αυτού. Οι μισθώσεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν για τρία (3) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, και μπορεί να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.
Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση της". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 άρθρου 17 Ν.3853/2010 (ΦΕΚ Α 90/17.6.2010), δεν έχει εφαρμογή στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν.4242/2014, (Α.Π. 357/2017), από τις διατάξεις του οποίου δεν προκύπτει ότι παρέχεται στον μισθωτή δυνατότητα καταγγελίας της μίσθωσης οποτεδήποτε και μάλιστα εντελώς αζημίως πλέον για αυτόν, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αλλά και της νόμιμης τριετούς διάρκειας της μίσθωσης, η οποία δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, ενώ δεν είναι δυνατή η παραίτηση των εκμισθωτών από τη δέσμευση της τριετούς διάρκειας σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, το οποίο εφαρμόζεται και στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν.4242/2014.
Προφανώς η προβλεπόμενη στο νόμο τρίμηνη προθεσμία εφαρμόζεται στην περίπτωση που, μετά τη λήξη της τριετίας και την παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο, η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου κατ' άρθρο 611 Α.Κ (Α.Π. 971/ 2022). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 13 παρ.1 εδ. γ` του ν. 4242/2014 (όπως άλλωστε γινόταν δεκτό και ως προς την άλλοτε ισχύουσα διάταξη του άρθρ. 43 του π.δ. 34/1995), αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και επομένως τα προβλεπόμενα από αυτή δικαιώματα διέπονται από τη διάταξη του άρθρ. 45 του π.δ. 34/1995, κατά την οποία "Η παραίτηση οποιουδήποτε από τα μέρη από τα δικαιώματα του παρόντος, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, είναι άκυρη, εφόσον το παρόν δεν ορίζει διαφορετικά".
Με την τελευταία αυτή διάταξη ο νομοθέτης, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία προς αμφότερους τους συμβαλλομένους, υποδεικνύει ότι εξέρχονται από την εξουσία διάθεσης αυτών οι "κατά την κατάρτιση" της σύμβασης μίσθωσης συμφωνίες, με τις οποίες αυτοί (συμβαλλόμενοι) παραιτούνται δικαιωμάτων που θεμελιώνονται στο π.δ. 34/1995.
Σε σχέση δε προς τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρ. 13 §1 εδ. γ` ν. 4242/2014, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διάταξης αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γένεσης του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την τρίμηνη αναβλητική προθεσμία είτε συνομολογώντας άλλη ποινή ή οικονομική επιβάρυνση των μερών που ασκούν το εν λόγω δικαίωμα καταγγελίας (Α.Π. 1000/2019, Α.Π. 593/2017).
Η ακυρότητα όμως αυτή καταλαμβάνει την παραίτηση και τις ως άνω συμφωνίες, μόνον όταν αυτές γίνονται κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του άρθρ. 45 του π.δ. 34/1995 (Α.Π. 1000/2019). Επομένως, η παραίτηση και οι ως άνω συμφωνίες που εμπεριέχουν παραίτηση, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον γίνονται μετά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρ. 5 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρ. 361 Α.Κ.
και αποτελεί εκδήλωση της ιδιωτικής αυτονομίας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιοσδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από τον νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ.ΑΠ 1/2007, Α.Π. 874/2018, Α.Π. 166/2016).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 14/2004, Α.Π. 971/2022, Α.Π. 73/2020, Α.Π. 87/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του K.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται παραδεκτά κατά το άρθρο 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ. για τις ανάγκες του ερευνώμενου δεύτερου αναιρετικού λόγου, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α' του ν.4242/2014 "Οι μισθώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ.34/1995 και συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Π.Δ. 34/1995, με την εξαίρεση των άρθρων 5-6, 16-18, 20-26, 27§2, 28-40, 43, 46 και 47 αυτού". Με τη διάταξη αυτή καταργήθηκε η δυνατότητα καταγγελίας της μίσθωσης από το μισθωτή, συμπεριλαμβανομένων και των Ν.Π.Δ.Δ. που συνάπτουν εμπορικές μισθώσεις για την εγκατάσταση εκπαιδευτηρίων, χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου (καταγγελία μεταμέλειας).
Συνεπώς, τα Ν.Π.Δ.Δ., που συνάπτουν εμπορικές μισθώσεις, για τη στέγαση εκπαιδευτηρίων μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4242/2014, έχουν τη δυνατότητα να καταγγείλουν τη μίσθωση μόνο κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Π.Δ. 34/1995, μη ισχυουσών των διατάξεων των άρθρων 43 του ως άνω Π.Δ., το οποίο ρητώς καταργήθηκε με τον ως άνω νόμο και 36 παρ.3 του Π.Δ. 715/1979, διότι όπως αναφέρθηκε το Π.Δ. 34/1995 κατισχύει ως ειδικότερος νόμος (...).
Ενόψει τούτων, τα υποστηριζόμενα από το ενάγον με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, περί εφαρμογής στην επίδικη μίσθωση του Π.Δ.715/1979, λόγω του ότι κατέστη μέρος της σύμβασης και συμβατικός όρος αυτής, τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα και επομένως ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη έκρινε ότι στην επίδικη από 27.7.2017 μίσθωση εφαρμόζονται αποκλειστικά ως ειδικότερες οι διατάξεις του ΠΔ 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων...".
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. α' και γ'του ν. 4242/2014, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο υποστηρίζει ότι στο συμβατικό πλαίσιο της μισθωτικής σύμβασης, που καθορίσθηκε τόσο από την υπ' αριθμ. 4858/26-5-2017 προκήρυξη του διαγωνισμού για τη μίσθωση κτιρίου, τους όρους της οποίας αποδέχθηκε η αναιρεσίβλητη, όσο και από την καταρτισθείσα από 27-7-2017 σύμβαση μίσθωσης, ρητά προβλέφθηκε ότι η Συνέλευση του Τ.Ε.Ι.
μπορούσε να λύσει μονομερώς τη μίσθωση και πριν τη λήξη του χρόνου μίσθωσης, χωρίς κανένα δικαίωμα αποζημίωσης του εκμισθωτή, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 36 του πδ/τος 715/1979 και επομένως οι λόγοι αζήμιας λύσης της μίσθωσης που προβλέπονται στην προκήρυξη και τη σύμβαση αποτέλεσαν συμβατικούς όρους της μίσθωσης και σπουδαίους λόγους καταγγελίας της.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, τα Ν.Π.Δ.Δ., που συνάπτουν εμπορικές μισθώσεις, για τη στέγαση εκπαιδευτηρίων μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4242/2014, έχουν τη δυνατότητα να καταγγείλουν τη μίσθωση μόνο κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Π.Δ. 34/1995, ενώ είναι άκυρη η παραίτηση του εκμισθωτή κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, το οποίο εφαρμόζεται και στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν.4242/2014, ως παραίτησης εννοουμένης και της συνομολόγησης συμβατικού όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο τους όρους και τις προϋποθέσεις καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης από το μισθωτή, αλλά και περί εφαρμογής στην επίδικη μίσθωση του Π.Δ.715/1979.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με το να δεχθεί το Εφετείο τα παραπάνω και συγκεκριμένα, με το να απορρίψει ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επικαλέστηκαν ότι το π.δ. 715/1979 και κατ'επέκταση το άρθρο 36 παρ. 3 αυτού είχε αποτελέσει συμβατικό όρο της μισθωτικής σύμβασης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, καθώς έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν, και δη τον ισχυρισμό περί συμβατικού όρου που προέβλεπε τη μονομερή αζήμια λύση της μίσθωσης από το αναιρεσείον και τον απέρριψε, ρητώς, αλλά και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή αντιθέτων εκείνων που συγκροτούν τον λόγο έφεσης, δεχόμενο ότι "τα Ν.Π.Δ.Δ., που συνάπτουν εμπορικές μισθώσεις για την εγκατάσταση εκπαιδευτηρίων μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4242/2014 έχουν τη δυνατότητα να καταγγείλουν τη μίσθωση μόνο κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του ΠΔ 34/1995, μη ισχυουσών των διατάξεων των άρθρων 43 του Π.Δ. 34/1995 και 36 παρ. 3 του ΠΔ 715/1979, διότι το ΠΔ 34/1995 κατισχύει ως ειδικότερος νόμος".
Επομένως, τα υποστηριζόμενα με τον τρίτο, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Με τον ίδιο (3ο) λόγο, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 K.Πολ.Δ. και ειδικότερα αποδίδεται στο ως άνω Δικαστήριο ότι, με όλως ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσής του, καθώς ουδόλως αξιολόγησε εάν ο λόγος καταγγελίας του, καθό μέρος, έχοντας έρεισμα τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 3 του π.δ. 715/1979 είχε αναχθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη σε σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με τον όρο της διακήρυξης και της σύμβασης, που προέβλεπαν ότι η Συνέλευση του ΤΕΙ Αθήνας με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της μπορεί να λύσει μονομερώς τη μίσθωση και πριν τη λήξη του χρόνου μίσθωσης, χωρίς κανένα δικαίωμα αποζημίωσης του εκμισθωτή, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 36 του πδ. 715/1979, ούτε εάν ως συμβατικός όρος της μίσθωσης υπερισχύει ή κατισχύει τυχόν άλλων διατάξεων που ρυθμίζουν διαφορετικά το θέμα της καταγγελίας της μίσθωσης, ούτε εάν αντίκειται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που τον καθιστούν άκυρο και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, για το λόγο ότι η επικαλούμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια στοιχειοθετείται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας ερευνά την ουσία της υπόθεσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Α.Π. 1406/2023).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ένδικη από 19-7-2018 αγωγή, το δικόγραφο της οποίας, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του ερευνώμενου τέταρτου αναιρετικού λόγου εκτίθενται σ' αυτήν τα ακόλουθα: "Στο άρθρο 14 της από 27.07.2017 μισθωτικής σύμβασης υπάρχει η εξής διατύπωση περί μονομερούς λύσεως της συμβάσεως: "Η Συνέλευση του ΤΕΙ Αθήνας με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της, μπορεί να καταγγέλλει και λύει τη σύμβαση και πριν από τον συμφωνηθέντα χρόνο, την παρ. 3 του άρθρου 36 ΠΔ 715/1979, χωρίς κανένα δικαίωμα αποζημίωσης της Εκμισθώτριας με έγγραφη ειδοποίηση προ 60 ημερών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διακήρυξη και την παρ. 3 του άρθρου 36 ΠΔ 715/1979.
Τούτο, δεν θα ισχύσει για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης, διότι στην προκειμένη περίπτωση η εκμισθώτρια προβαίνει ήδη σε δαπάνες για την πλήρη διαμόρφωση του κτιρίου, όπως περιγράφεται στη διακήρυξη και δεσμεύεται να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες εργασίες για τη διαμόρφωση των χώρων". Όμως, ο όρος τούτος περί απαγορεύσεως καταγγελίας της μίσθωσης κατά το πρώτο έτος ευρίσκεται σε αντίθεση:
α) με το άρθρο 36 παρ.3 ΠΔ 715/1979 β) τη νομολογία των δικαστηρίων (σύμφωνα με την οποία δεν είναι νόμιμη η παραίτηση από δικαίωμα κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου) γ) την Προκήρυξη, η οποία δεν προβλέπει τέτοιο όρο. Τέλος, ο όρος αυτός που τέθηκε, αντιβαίνει σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, δημοσίας τάξεως δεν αποτελεί όρο, ο οποίος μπορεί να διατυπωθεί ως συμβατικός όρος, στα πλαίσια συμφωνιών ενδοτικού δικαίου, και ως εκ τούτου τυγχάνει ακυρωτέος.
Επομένως, αιτούμαστε την αναγνώριση ως ακύρου του όρου αυτού και κατ'επέκταση ως ακύρου όλης της συμβάσεως, άλλως ως εγκύρου της λύσεως δια της από 19-3-2018 καταγγελίας της μισθωτικής συμβάσεως με την αντίδικο...
ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ Να αναγνωρισθεί για τους λόγους που αναφέρουμε ως άκυρη, στο σύνολό της και εξαρχής της, η από 27.07.2017 συναφθείσα με την αντίδικο μισθωτική σύμβαση και ειδικότερα α)...β)...γ) λόγω της ακυρότητας του όρου 14 της από 27-7-2017 μισθωτικής συμβάσεως...". Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 2868/2022 απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τον πέμπτο λόγο της έφεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο του αναιρεσείοντος, με τους οποίους παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της αγωγής ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης ως μη νόμιμης, τα ακόλουθα: "Με τον πέμπτο λόγο της ένδικης έφεσης και πρώτο πρόσθετο λόγο, το ενάγον - εκκαλούν παραπονείται ότι η εκκαλουμένη με εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 14 της επίδικης σύμβασης, δηλαδή ότι δεν επιτρέπεται καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης κατά τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης.
Ωστόσο το ενάγον - εκκαλούν, αλυσιτελώς προβάλει το σχετικό λόγο με την έφεση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, καθόσον δεν περιέλαβε στην αγωγή του αυτοτελές αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας του άρθρου 14 της επίδικης μίσθωσης. Έτσι ακυρότητα του σχετικού όρου, δηλαδή έλλειψη χρονικού περιορισμού στη δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης για συγκεκριμένους λόγους, δεν θα μπορούσε να σημαίνει και δικαίωμα του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής να καταγγείλει μονομερώς και αζημίως και οποτεδήποτε τη μισθωτική σύμβαση.
Θα μπορούσε όμως να σημαίνει έλλειψη χρονικού περιορισμού στο όποιο δικαίωμα καταγγελίας του, όχι γενικώς και αορίστως, αλλά μόνο στην περίπτωση συνδρομής των λοιπών όρων του άρθρου 36§3 του Π.Δ. 715/1979. Έχει όμως ήδη κριθεί ότι δεν υφίσταται περίπτωση εφαρμογής του νομοθετικού αυτού πλαισίου, παρά μόνο του Π.Δ. 34/1995, ως ειδικότερου.
Έτσι, ακόμη και αν με την εκκαλουμένη είχε εξεταστεί αυτοτελώς η εγκυρότητα του χρονικού αυτού περιορισμού, είχαν γίνει αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του ενάγοντος-εκκαλούντος και είχε κριθεί άκυρος, τούτο θα σήμαινε μόνο, ότι το όποιο δικαίωμά του να καταγγείλει τη μίσθωση κάτω από τις πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις του άρθρου 36§3 του Π.Δ.715/1979 δεν θα περιοριζόταν χρονικά και δεν θα αποκλειόταν για το πρώτο έτος της μίσθωσης.
Τέτοια κρίση όμως, δεν θα συνεπαγόταν ασφαλώς ότι η επίδικη καταγγελία θα ήταν άνευ ετέρου έγκυρη. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος (πέμπτος) που προβάλλεται με την έφεση και το δικόγραφο προσθέτων λόγων (πρώτος), είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού ακόμη και αν γινόταν δεκτός, δεν θα οδηγούσε σε αναγνώριση της εγκυρότητας της επίδικης καταγγελίας για τους λόγους που το ενάγον - εκκαλούν επικαλείται".
Με το να κρίνει το Εφετείο ότι "ο σχετικός λόγος (πέμπτος) που προβάλλεται με την έφεση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων (πρώτος), είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού ακόμη και αν γινόταν δεκτός, δεν θα οδηγούσε σε αναγνώριση της εγκυρότητας της επίδικης καταγγελίας", καθώς η ακυρότητα του σχετικού όρου, δηλαδή ή έλλειψη χρονικού περιορισμού στη δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης για συγκεκριμένους λόγους, δεν θα μπορούσε να σημαίνει και δικαίωμα του αναιρεσείοντος να καταγγείλει μονομερώς και αζημίως και οποτεδήποτε τη μισθωτική σύμβαση, κατά τα προαναφερόμενα, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 36 παρ. 3 του Π.Δ. 715/1979, αλλά του Π.Δ. 34/1995, ως ειδικότερου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως προσάπτεται με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αφού έλαβε υπόψη του τον προβαλλόμενο με τους παραπάνω λόγο έφεσης και πρόσθετο λόγο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και ρητώς τον απέρριψε, δεχόμενο όσα ανωτέρω εκτίθενται.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το σκέλος του που προβάλλεται πλημμέλεια για εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, για το λόγο ότι η επικαλούμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια στοιχειοθετείται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας ερευνά την ουσία της υπόθεσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 585 του Α.Κ., οι οποίες κατά το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995, εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι, αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή του μισθίου πράγματος, τούτο έχει ελάττωμα ή έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας, που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση, τότε ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εκτός από αυτά των άρθρων 575 και 576 του Α.Κ., να καταγγείλει τη σύμβαση, υπό τους όρους του άρθρου 585 του ίδιου Κώδικα, εφόσον, εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος ή ελλείψεως της συμφωνηθείσας ιδιότητας, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση, κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 του Α.Κ., αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα της καταγγελίας κατά το ανωτέρω άρθρο 585 του Α.Κ. παρέχεται για κάθε είδους αθέτηση της κύριας υποχρέωσης του εκμισθωτή να παραδώσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα πραγματικά ελαττώματα και η έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας, ανεξαρτήτως εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα.
Για την καταγγελία αυτή, η οποία προϋποθέτει μη έγκαιρη και ανεμπόδιστη παραχώρηση ή αφαίρεση της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου, πρέπει προηγουμένως να ταχθεί εύλογη προθεσμία στον εκμισθωτή για την αποκατάσταση της χρήσης και αυτή να περάσει άπρακτη, εκτός αν ο μισθωτής, εξαιτίας του λόγου που δικαιολογεί την καταγγελία, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης, ή αν από την όλη στάση του εκμισθωτή προκύπτει ότι η θέση της προθεσμίας θα ήταν άσκοπη (Α.Π. 704/2021, Α.Π. 509/2020, Α.Π. 420/2019, Α.Π. 1559/2018, Α.Π. 1516/2011).
Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα, εξάλλου, αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (Ολ. Α.Π. 50/2005, Α.Π.704/2021, Α.Π. 1291/2014, Α.Π. 1011/2011). Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672, 752 και 766 του ΑΚ, τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 44 του π.δ/τος 34/1995 ("Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων"), εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκής έννομη σχέση, όπως είναι και η εμπορική μίσθωση, για σπουδαίο λόγο.
Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό που, κατά την καλή πίστη σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντελεί ώστε να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής σχέσης έως το χρόνο της λήξης της. Μη ανεκτή είναι η συνέχισή της και όταν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, όπως συμβαίνει σε περίπτωση που επήλθε ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή όχι οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής.
Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο αφορούν συνήθως στον αποδέκτη της καταγγελίας, δεν αποκλείεται όμως να ευρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Περαιτέρω, η συνδρομή ή όχι σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλαδή, κατ' αρχήν, πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία.
Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι επίσης γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 200, 281 και 288 του ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά που οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ειδικά, για την πρόωρη καταγγελία της εμπορικής μίσθωσης, για την οποία ο νόμος έχει θεσπίσει και ειδικούς προς τούτο λόγους για αμφότερους τους συμβαλλομένους, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά.
Για τη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας του σπουδαίου λόγου μπορεί να γίνει και στάθμιση του συμφέροντος του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση της σύμβασης με το συμφέρον του αντισυμβαλλομένου για διατήρηση της σύμβασης μέχρι την κανονική λύση της. Και ναι μεν η συνδρομή ή όχι των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τον σπουδαίο λόγο ανήκει στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πλην όμως το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος γίνεται δια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1030/2015, Α.Π. 1582/2014, Α.Π. 1326/2013).
Αν δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι λόγοι της καταγγελίας, αυτή είναι άκυρη, δηλαδή θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 Α.Κ.), και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα (Α.Π.1548/2018). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 185 παρ. 1 του ν. 4070/2012 "Απαγορεύεται εφεξής η εγκατάσταση πρατηρίων υγρών καυσίμων και σταθμών αυτοκινήτων εξοπλισμένων με αντλίες καυσίμων, σε θέσεις που απέχουν από το πλησιέστερο σημείο του κτιρίου εκκλησιών, νοσοκομείων, κλινικών, ασύλων ανιάτων, γηροκομείων, οίκων ευγηρίας και γενικότερα κτιρίων υγείας και πρόνοιας, όπως αυτά ταξινομούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κτιριοδομικού Κανονισμού (υ.α. 3046/304/1989 Δ` 59/ 3.2.1989) και εκπαιδευτηρίων, ανεξαρτήτως αριθμού ατόμων, καθώς και κτιρίων ξενοδοχείων, γραφείων, καταστημάτων και χώρων συνάθροισης κοινού, των οποίων η χωρητικότητα ξεπερνά τα πενήντα (50) άτομα, απόσταση μικρότερη από τριάντα (30) μέτρα, μετρούμενη προς πάσα κατεύθυνση (ακτινικά και επί οριζοντίου επιπέδου προβολής) από το κέντρο της νησίδας των αντλιών ή των φρεατίων της δεξαμενής καυσίμου ή της προβολής του στομίου του σωλήνα εξαερώσεως, με την προϋπόθεση ότι οι ανωτέρω κτιριακές εγκαταστάσεις και χώροι βρίσκονται σε περιοχές όπου είτε επιτρέπονται από τις αντίστοιχες θεσμοθετημένες ισχύουσες χρήσεις γης και υφίστανται νομίμως είτε δεν υπάρχει ρητή απαγόρευση για την ίδρυση και λειτουργία τους σε περιοχές όπου δεν έχουν θεσμοθετηθεί χρήσεις γης.
Επιπλέον, είναι δυνατή η μείωση της ελάχιστης απόστασης ασφαλείας των τριάντα (30) μέτρων για την ίδρυση νέων πρατηρίων υγρών καυσίμων και σταθμών αυτοκινήτων εξοπλισμένων με αντλίες καυσίμων, από το πλησιέστερο σημείο των κτιρίων ή χώρων, με χρήσεις μίας εξ αυτών που αναφέρονται στο εδάφιο α` της παρούσας παραγράφου, εφόσον τα υπόψη υπό ίδρυση πρατήρια υγρών καυσίμων ή σταθμοί αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης εξοπλισμένοι με αντλίες καυσίμων, λάβουν συγκεκριμένα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας, των οποίων οι προδιαγραφές θα οριστούν και θα εξειδικευθούν με σχετική απόφαση των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, η οποία θα εκδοθεί εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως." Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 19-7-2018 αγωγή, το δικόγραφο της οποίας, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες των ερευνώμενων πέμπτου και έκτου αναιρετικών λόγων, εκτίθενται σ' αυτήν τα ακόλουθα: "Όπως προκύπτει από το ανωτέρω ιστορικό, το Ίδρυμά μας, ουδέποτε προέβη σε χρήση του εν λόγω ακινήτου της εναγομένης, πρωτίστως διότι προέκυψε σοβαρή αμφιβολία για την καταλληλότητα του κτιρίου, το οποίο εφάπτεται με πρατήριο καυσίμων λόγω του κινδύνου που ενδεχομένως διέτρεχαν εκατοντάδες φοιτητές, εκπαιδευτικοί και υπάλληλοι.
Συγκεκριμένα, λόγω υποβολής γραπτής καταγγελίας περί της εκ του λόγου αυτού ακαταλληλότητας του μισθίου, το Ίδρυμά μας απέστειλε προς το Δήμο Αθηναίων (Δ/νση Υπηρεσίας Δόμησης-Τμήμα έκδοσης Αδειών Δόμησης) το υπ.αρ. 10/05-01-2018 έγγραφό μας, με το οποίο γνωστοποιήσαμε, ότι στα πλαίσια της ανωτέρω μισθώσεως, η αντίδικος εταιρεία κατέθεσε στο Ίδρυμά μας την υπ.αριθμ. ...
άδεια δόμησης, προκειμένου να υλοποιηθεί το έργο "αλλαγή χρήσης από κτίριο γραφείων σε κτίριο εκπαίδευσης (αίθουσας διδασκαλίας, εργαστήριο γραφείων)". Το έργο ολοκληρώθηκε και εν όψει μετεγκατάστασης, τμημάτων σε αυτό, υπήρξε έγγραφη καταγγελία ότι, το ως άνω μισθωμένο κτίριο θεωρείται "ακατάλληλο" για τις εκπαιδευτικές ανάγκες, διότι εφάπτεται αε πρατήριο καυσίμων κατά παράβαση του αοθ.5 παρ.2γ του Π.Δ. 1224/1981 και του αοθ.185 παρ.1 του ν.4070/2012 κ.α.
και ζητήσαμε από την ως άνω αρμόδια υπηρεσία να μας γνωρίσει αν για την έκδοση της προαναφερομένης υπ.αρ. ... άδειας δόμησης- αλλαγής χρήσεως ελήφθη υπόψη το ως άνω καταγγελθέν στοιχείο, της ύπαρξης εφαπτόμενου πρατηρίου καυσίμων με το μισθωμένο από το Ίδρυμά μας ακίνητο και ως εκ τούτου αν ορθώς εξεδόθη η εν λόγω άδεια.
Μέχρι την 5-7-2018, δεν είχε δοθεί οποιαδήποτε την ως άνω υπηρεσία που εξέδωσε την άδεια για χρήση εκπαιδευτηρίου. Ας σημειωθεί ότι αποστείλαμε και δεύτερη υπ.αρ. ...-2018 σχετική επιστολή η οποία απευθύνθηκε στο Δήμαρχο Αθηναίων, με αποτέλεσμα να μην δύναται το Ίδρυμά μας να κάνει χρήση του κτιρίου και να διακινδυνεύσει τη ζωή και την υγεία των φοιτητών και του προσωπικού του.
Στις 5-7-2018, ήτοι μετά παρέλευση έξι (6) μηνών λάβαμε το με αρ. πρωτ. ...-2018 έγγραφο του Δήμου Αθηναίων με το οποίο γνωστοποιείται στο Ίδρυμά μας ότι κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών ελήφθη υπόψη η γειτνίαση με πρατήριο υγρών καυσίμων χωρίς να προκύπτει κώλυμα. Πλην όμως, στο ίδιο έγγραφο γίνεται μνεία ότι μετά την έκδοση της αδείας, θα πρέπει το πρατήριο καυσίμων να λάβει πρόσθετα προστατευτικά μέτρα.
Επομένως, κατά το χρόνο καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως (ήτοι 19-3-17) δεν είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε ακώλυτη χρήση του μισθίου και ουδέν συμφέρον είχαμε από την εκτέλεση της συμβάσεως. Κατά τα άρθρα 574, 575, 576 και 585 ΑΚ προκύπτει ότι αν δεν παραχωρήθηκε στον μισθωτή, ολικά ή μερικά, ανεμπόδιστη η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση χωρίς προθεσμία και να αρνηθεί την καταβολή του μισθώματος, αν εξαιτίας του λόγου της καταγγελίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης.
Επομένως, επικαλούμενοι τον λόγο αυτό αιτούμαστε α) την αναγνώριση ως ακύρου εξαρχής και στο σύνολό της, της από 27.07.2017 μισθωτικής συμβάσεως, στο σύνολό της β) άλλως την αναγνώριση ως εγκύρου της από ... λύσεως δια καταγγελίας της εν λόγω μισθωτικής συμβάσεως...". Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 2868/2022 απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της αγωγής ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης ως μη νόμιμης, τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης το εκκαλούν παραπονείται για εσφαλμέ¬νη απόρριψη του κύριου αιτήματος του για την αναγνώριση της ακυρότητας της μι¬σθωτικής σύμβασης λόγω του ότι το μίσθιο εφάπτεται με πρατήριο υγρών καυσίμων, καθώς και του επικουρικού αιτήματος του για την αναγνώριση της εγκυρότητας της καταγγελίας του για σπουδαίο λόγο, ήτοι για την ύπαρξη του εφαπτόμενου πρατηρίου υγρών καυσίμων.
Το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της μισθωτικής σύμ¬βασης, τυγχάνει μη νόμιμο, αφού και αληθών υποτιθέμενων των εκτιθέμενων στην υπό κρίση αγωγή πραγματικών περιστατικών, δεν στοιχειοθετείται κάποιος λόγος α¬κυρότητας της συγκεκριμένης σύμβασης, όπως αυτοί (λόγοι ακυρότητας) παρατίθε¬νται περιοριστικά στον αστικό κώδικα (λ.χ.
οι διατάξεις των άρθρων 128 επ., 159, 138 Α.Κ.).
Εξάλλου, μόνη η αντίθεση μιας διάταξης της μισθωτικής σύμβασης στο άρ¬θρο 36§3 του Π.Δ. 715/1979, δεν καθιστά τη συναφθείσα μισθωτική σύμβαση άκυρη, δοθέντος ότι, κατά τα προεκτιθέμενα επί μισθώσεων στις οποίες συμβάλλονται Ν.Π.Δ.Δ. με σκοπό την μίσθωση ακινήτων για τη στέγαση εκπαιδευτηρίων εφαρμό¬ζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του Π.Δ. 34/1995 και, κατά συνέπεια, στην επίδικη μισθωτική σύμβαση δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 36§3 του Π.Δ.715/1979.
Ακόμη, όμως και αν ήθελε υποτεθεί ότι η ως άνω διάταξη ίσχυε εν προκειμένω, μόνη η αντίθεση του όρου της μισθωτικής σύμβασης σε αυτή θα καθιστούσε τον συμβατι¬κό αυτό όρο άκυρο παρέχοντας στο μισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση κατά τους όρους του άρθρου 36§3 του Π.Δ 715/1979, χωρίς να θεωρείται εξ υπαρχής άκυρη η μισθωτική σύμβαση στο σύνολο της, διότι η διάταξη του άρθρου 36 του Π.Δ. 715/1979 δεν εισάγει απαγορευτικό κανόνα κατά την έννοια του άρθρου 174 ΑΚ.
Περαιτέρω, το αίτημα περί αναγνώρισης της εγκυρότητας της από ... καταγ¬γελίας της μισθωτικής σύμβασης ομοίως τυγχάνει μη νόμιμο. Ειδικότερα, το ενάγον- εκκαλούν δεν επικαλέστηκε πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν σπουδαίο λόγο της καταγγελίας υπό την έννοια να καθιστούν την εξακολούθηση της μισθωτικής σχέσης επαχθή και μη αξιώσιμη.
Έτσι σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αγωγή πραγματικά περιστατικά ότι αρχικώς το Τ.Ε.Ι. Αθήνας και στη συνέχεια το ενάγον στερήθηκε τη δυνατότητα να προβεί σε ακώλυτη χρήση του μισθίου, εξαιτίας της γειτνίασης του μισθίου με το πρατήριο υγρών καυσίμων.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής ήδη μετά την υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης και πριν την έναρξη λειτουργίας της μισθωτικής σχέσης, η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία είχε εξετάσει το μίσθιο και κατέληξε στο συμπέρασμα, αφού έλαβε υπόψη την ύπαρξη του όμορου πρατηρίου, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη στέγαση εκπαιδευτηρίου στο συγκεκριμένο ακίνητο, εκδίδοντας μάλιστα σχετική πολεοδομική άδεια.
Επιπλέον, προκύπτει ότι το ενάγον είχε τη δυνατότητα να προβεί σε ακώλυτη χρήση του μισθίου από την 01.01.2018, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιο άλλο πραγματικό ή νομικό ελάττωμα ή έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας που να του στερεί το δικαίωμα αυτό. Κατ' ακολουθία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η γειτνίαση του μισθίου με πρατήριο υγρών καυσίμων δεν στοιχειοθετεί λόγο ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης, ούτε νόμιμο λόγο καταγγελίας αυτής, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος...".
Με το να κρίνει το Εφετείο ότι το κύριο αγωγικό αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης μισθωτικής σύμβασης, λόγω της γειτνίασης του μισθίου με πρατήριο υγρών καυσίμων, τυγχάνει μη νόμιμο, καθώς δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (άρθρ. 174 Α.Κ.), ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 174 Α.Κ.
και την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 185 παρ. 1 του ν. 4070/2012, αφού από τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ήδη μετά την υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης (27-7-2017) και πριν την έναρξη λειτουργίας της μισθωτικής σχέσης (1-1-2018), η αρμόδια πολεοδομική αρχή είχε εξετάσει το μίσθιο και κατέληξε στο συμπέρασμα, αφού έλαβε υπόψη την ύπαρξη του όμορου πρατηρίου υγρών καυσίμων, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη στέγαση εκπαιδευτηρίου στο συγκεκριμένο ακίνητο, εκδίδοντας την υπ' αριθμ. ...
άδεια δόμησης για υλοποίηση του έργου "αλλαγή χρήσης από κτίριο γραφείων σε κτίριο εκπαίδευσης (αίθουσας διδασκαλίας, εργαστήριο γραφείων)", ενώ κατόπιν αίτησης του, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2018 έγγραφο του Δήμου Αθηναίων γνωστοποιήθηκε στο αναιρεσείον ότι κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών για την έκδοση της υπ' αριθμ. ...
άδειας δόμησης λήφθηκε υπόψη η γειτνίαση με πρατήριο υγρών καυσίμων, χωρίς να προκύπτει κώλυμα, αλλά θα πρέπει το πρατήριο καυσίμων να λάβει πρόσθετα προστατευτικά μέτρα. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τον αναφερόμενο στον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας, ισχυριζόμενο ότι δεν είχε τη δυνατότητα ακώλυτης χρήσης του μισθίου, εξαιτίας μη λήψης πρόσθετων προστατευτικών μέτρων στο εφαπτόμενο πρατήριο υγρών καυσίμων και τον απέρριψε, εκ των πραγμάτων, δεχθέν ότι το αναιρεσείον δεν επικαλέστηκε πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν σπουδαίο λόγο της καταγγελίας, υπό την έννοια να καθιστούν την εξακολούθηση της μισθωτικής σχέσης επαχθή και μη αξιώσιμη, καθώς και ότι από τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι αρχικώς το Τ.Ε.Ι.
Αθήνας και στη συνέχεια το αναιρεσείον στερήθηκε τη δυνατότητα να προβεί σε ακώλυτη χρήση του μισθίου από 1-1-2018 και ότι η γειτνίαση του μισθίου με πρατήριο υγρών καυσίμων δεν στοιχειοθετεί λόγο ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης, ούτε νόμιμο λόγο καταγγελίας αυτής, απορρίπτοντας το επικουρικό αγωγικό αίτημα για αναγνώριση εγκυρότητας της καταγγελίας της επίδικης μίσθωσης για σπουδαίο λόγο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως προσάπτεται με τον έκτο λόγο αναίρεσης, αφού έλαβε υπόψη του τον προβαλλόμενο με τον παραπάνω λόγο έφεσης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και εκ των πραγμάτων τον απέρριψε, δεχόμενο όσα ανωτέρω εκτίθενται. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του 559 Κ.Πολ.Δ.
πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το σκέλος του ανωτέρω λόγου που αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ. ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή στοιχειοθετείται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας ερευνά την ουσία της υπόθεσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Α.Π. 1392/2017, Α.Π. 701/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 687/2024, Α.Π. 1230/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 380/2023, Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (Α.Π. 146/2022, Α.Π. 218/2020, Α.Π. 96/2019, Α.Π. 1081/2019).
Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 11 και 12 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, οι απ' αυτές προβλεπόμενοι αναιρετικοί λόγοι προϋποθέτουν έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και επομένως δεν ιδρύονται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων αλλά απέρριψε την αγωγή, την ένσταση και γενικά τον προβληθέντα ισχυρισμό προς απόδειξη ή αντίκρουση των οποίων αυτά (αποδεικτικά μέσα) προσκομίσθηκαν, ως αόριστο, μη νόμιμο ή αβάσιμο (Ολ.
ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1938/2017, Α.Π. 1546/05, Α.Π. 1665/2005, Α.Π. 1809/2007). Κατ' ακολουθίαν αυτών ο έβδομος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αριθ. 11γ και 12 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα απ' αυτό προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητος της ένδικης αγωγής του μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα και λεπτομερώς στο αναιρετήριο αναφερόμενα αποδεικτικά δημόσια έγγραφα κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον, η αγωγή, προς απόδειξη της οποίας αυτά είχαν προσκομισθεί, απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως νόμω αβάσιμη, γεγονός που καθιστά ανεπίτρεπτη την ίδρυση του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου.
Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται και ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 11, 12 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι με ανεπαρκή αιτιολογία και χωρίς να λάβει υπόψη του τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από το αναιρεσείον αποδεικτικά μέσα- έγγραφα, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του περί απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών ως σπουδαίο λόγο καταγγελίας της επίδικης μίσθωσης, καθώς οι ανωτέρω πλημμέλειες προϋποθέτουν ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, όπως εν προκειμένω, την αγωγή ως μη νόμιμη.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1 και 191 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
Σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη δίκη, το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική παράσταση του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α.Π. 1321/2022, Α.Π. 589/2015, Α.Π. 294/2014, Α.Π. 1362/2013).
Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ. παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, ως Ν.Π.Δ.Δ., κατ' άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2868/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ