Supreme Court partially allows appeal on employment contract nature but dismisses equal treatment claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding employment contracts. The appellants argued their fixed-term contracts violated equal treatment principles and should be deemed open-ended, while the respondent claimed the contracts were for temporary training needs. The court rejected the equal treatment argument due to the temporary nature of the work but found the dismissal of holiday benefits illegal because the contracts actually met permanent staffing requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 22(1) of the Constitution; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The principle of equal treatment does not apply when employment is for temporary needs, yet a dismissal for non-payment of statutory benefits is void if the employment relationship objectively satisfied the conditions for permanent contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 641 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 641/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 2) Δ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 3) Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., 4) Ο. Μ. του Β., κατοίκου ..., 5) Ε. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 6) Β. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 7) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., 8) Σ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 9) Β. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 10) Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 11) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 12) Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 13) Η. Δ. του Α., κατοίκου ..., 14) Π. Τ. Π. του Π., κατοίκου ..., 15) Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., και 16) Χ. Π. του Τ., κατοίκου .... Οι 5η, 9ος και 14ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται και διατηρεί υποκατάστημα στην Καρδίτσα με την επωνυμία "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Καρδίτσας", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και 2) Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα. Το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δερμιτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. στην οποία σημειώνει ότι παρίσταται το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), όπως μετονομάσθηκε ο ΕΦΚΑ, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του 1ου αναιρεσιβλήτου και δεν κατέθεσε προτάσεις. Το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αγγελική Βερροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου ανέγνωσε την έκθεσή της που κατατέθηκε στη γραμματεία στις 14-2-2023, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 927/2017).
Σε κάθε περίπτωση όμιος ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2013). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 86/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και της οποίας οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση, ούτε αυτή προκύπτει από τα έγγραφα, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του εναγομένου και πρώτου των αναιρεσιβλήτου, κατά την πρωτοβάθμια δίκη και είχε μετάσχει της δευτεροβάθμιας δίκης, αφού η έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων είχε στραφεί και κατ' αυτού, είναι μεν απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ. 2 ΚΠολΔ), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώ οι λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην όμως εκτιμάται ως κλήση για το παραδεκτό της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Κατά τα λοιπά, η αίτηση έχει ασκηθεί νόμιμα 552, 553, 556 ΚΠολΔ και εμπρόθεσμα, πριν παρέλθει τριετία από την έκδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του από το άρθρο 1 άρθρο 3 ν. 4335/2015, (ΟλΑΠ 10/2018, ΑΠ 52/2019) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του.
η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή.
για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017,780/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 4052/2012).
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 218/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ενόψει, λοιπόν, των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (ΟλΑΠ19 και 20/2007).
Σύμφωνα δε με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νόμιμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος).
Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε A.E.I.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου." (1).
Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.
Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α')." (ΑΠ 514/2020). Εξάλλου, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης με το Δημόσιο ή τα ν.π. του ευρύτερου δημόσιου τομέα που καλύπτεται κάτω από άλλη μορφή, με σκοπό να παρακαμφθεί η αυστηρότητα της νομοθεσίας περί προσλήψεων σε αυτά (ΟλΑΠ 18/2006, ΕλλΔνη 2006.1606· 58/2015, ΝΟΜΟΣ 598/2019, ΝΟΜΟΣ-ΕφΑθ 125/2019, ΝΟΜΟΣ), ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε παροχή της συμφωνημένης εργασίας, ούτε και έχει συμβατική αξίωση κατά του εργοδότη για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής.
Δεν αποκλείεται, όμως, παρά την ακυρότητά της, η σύμβαση να λειτουργήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργαζόμενος παρέχει στον εργοδότη τη συμφωνηθείσα εργασία του. Πρόκειται, τότε για απλή σχέση εργασίας, που σημαίνει την πραγματική κατάσταση που δημιουργείται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της σύμβασης εργασίας, οπότε ο μισθωτός αποκτά αξίωση με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, σύμφωνα με το νόμο και για λόγους προστασίας του εργαζόμενου, προβλέπεται ότι και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας διατηρούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, με τη συνδρομή απλώς του πραγματικού γεγονότος της απασχόλησης.
Ειδικότερα, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νομοθέτης αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία.
Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής που απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως νόμω αβάσιμη προκύπτει ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες ιστορούσαν ότι απασχολήθηκαν από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νπδδ, που προσεπικάλεσε στη δίκη το Ελληνικό Δημόσιο και τον ΟΑΕΔ, εκ των οποίων το πρώτο παρενέβη προσθέτως υπέρ του εναγομένου.
Ειδικότερα ιστορούσαν ότι, δυνάμει συμβάσεων δεκαοκτάμηνης διάρκειας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του νπδδ, Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2005 προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του εναγομένου σε υποκαταστήματα της πόλης και του νομού Καρδίτσας, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι οι αρχικές συμβάσεις τους παρατάθηκαν διαδοχικά, με ανανεούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μέχρι τις αναφερόμενες ημερομηνίες των ετών 2009 και 2010. Ότι, οι ως άνω συμβάσεις τους στην πραγματικότητα δεν αφορούσαν την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε συνιστούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, όπως καταρτίστηκαν, αλλά έφεραν τα χαρακτηριστικά για καθένα απ' αυτούς της μιας και ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστούν οι διαδοχικές συμβάσεις μαθητείας τους ως μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί ότι η μη ανανέωση των συμβάσεών τους συνιστούσε άκυρη καταγγελία αυτών εκ μέρους του εναγομένου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο δέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και, τέλος, να υποχρεωθεί να τους ασφαλίσει για το χρονικό διάστημα που παρείχαν της εργασία τους.
Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 102/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 86/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση. Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, αιτιολογώντας την ως άνω κρίση του, δέχθηκε ότι οι συμβάσεις των αναιρεσειόντων έχουν καταρτισθεί υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ακόμη και στην περίπτωση που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο νπδδ, στο οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη αρχή του ΑΣΕΠ, ούτε είναι δυνατή η εφαρμογή σ' αυτές της διάταξης του άρθρου 8 του ν.2112/1920.
Ότι, ακόμη, οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν, ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθόσον έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), το οποίο, κατά ρητή επιταγή του. δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας και με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της EE, προβλέπει δε στο άρθρο 11 αυτού συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, περίσταση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Ότι, συνεπώς, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται, τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού δεν συνδέονταν με το εναγόμενο με έγκυρες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά μόνον εκείνες που καθορίστηκαν με τις καταρτισθείσες συμβάσεις μαθητείας και τις συναφείς ειδικές διατάξεις. Περαιτέρω, έκρινε το Εφετείο, ότι απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι η αγωγή και ως προς τη βάση της για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, αφενός διότι οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί ως μαθητευόμενοι και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και αφετέρου δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το σκέλος που οι αναιρεσείοντες αιτούνταν την αναγνώριση της σύμβασης εργασίας τους ως αορίστου χρόνου με τις παρεπόμενες συνέπειες (ακυρότητα καταγγελίας, υπερημερία εργοδότη κ.λπ.) ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ.
ΑΚ, 21 του ν. 2190/1994. 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα, δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτό προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και αν οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ώστε να δικαιούνται τα αιτούμενα ποσά με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ούτε, επίσης, παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν.2112/1920, που δεν ήταν εφαρμοστέες και τις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004 είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, σε κάθε δε περίπτωση, από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του π.δ. 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τη βάση της για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, καθόσον αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα που δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, αφού, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες αφενός μεν είχαν προσληφθεί με συμβάσεις προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, γνωρίζοντας ότι θα απασχολούνταν για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα απασχόλησής τους, αφετέρου δε η πρόσληψη αυτών έλαβε χώρα, χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης αρχής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον πλήττεται η απόφαση ως προς την παραδοχή ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί η σύμβαση των αναιρεσειόντων ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι αβάσιμος. Ωστόσο κατά το σκέλος κατά το οποίο η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα των αναιρεσειόντων για καταβολή επιδομάτων δώρων εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της ως άνω διάταξης παραβιάζοντας τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δεδομένου ότι στην αγωγή οι αναιρεσείοντες ιστορούσαν ότι στην πραγματικότητα οι συμβάσεις τους δεν συνιστούσαν σύμβαση μαθητείας, αλλά κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή εξέθεταν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, καθιστώντας την αγωγή νόμιμη ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Επομένως η αναιρεσιβαλλομένη η οποία απέρριψε ως μη νόμιμο και δεν ερεύνησε το σχετικό ισχυρισμό, πρέπει κατά το μέρος αυτό να αναιρεθεί, δεκτού γενομένου του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Λάρισας, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 86/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο της απόφασης που αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ