Legislator Case Law & Legislation
641/2021 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding employer's improper set-off claim against employee's severance pay.

Case Number 641/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the employee's appeal against the Court of First Instance's dismissal of her claim for additional severance pay. The employer argued that a sum of 6,103.32 euros paid during the notice period should be set off against the severance debt, but the Court found this payment was made for wages, not without legal cause. Consequently, the Court ruled that the employer's set-off claim was unfounded and remanded the case for further examination on this specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The employer's claim to set off a sum paid during the notice period against severance pay is inadmissible if the payment was made for wages and not without legal cause.

Keywords

AI generated
labor dispute severance pay set-off claim notice period wages payment legal cause remand for trial

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 299, 573(1), 577(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 641 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 641/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου δικηγόρου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Συνεταιρισμού Περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ ΕΥΒΟΙΑΣ ΣΥΝ.Π.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Χαλκίδα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Νικολίτσας Σκούφη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 42/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 37/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 20.3.2019 και αριθ. κατάθεσης 94/8/21.3.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ήδη περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 37/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, επί της από 29.3.2017 και με αριθ. κατάθ. 860/57/31.3.2017 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και της από 3.4.2017 και αριθ. κατάθ. 953/62/7.4.2017 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ` ουσίαν οι ανωτέρω εφέσεις κατά της με αριθ. 42/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.

2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο (μετέπειτα) αναιρεσείων μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδοχή δε αυτή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της μετά ταύτα ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, και υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτής, χωρίς να απαιτείται γι` αυτό η τήρηση ορισμένου τύπου.

Επομένως, η αποδοχή μπορεί να γίνει είτε με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του ΚΠολΔ (με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο ή με δήλωση στις προτάσεις), είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά όμως από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν χωρεί σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφομένους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά.

Εξ άλλου δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή της απόφασης η εκ μέρους του οφειλέτη καταβολή του συνόλου των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών στον δικαιούχο, αφού η καταβολή των επιδικασθέντων, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, χρηματικών ποσών, γίνεται προδήλως προς αποφυγή των από τη μη πληρωμή συνεπειών, ήτοι της αναγκαστικής εκτέλεσης (με την έκδοση διαταγής πληρωμής επί αναγνωριστικής απόφασης) ή την επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας (ΑΠ 113/2016, ΑΠ 1306/2014, ΑΠ 1268/2009, ΑΠ 1003/2008, ΑΠ 880/2007).

Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει ασφαλώς οσάκις ο οφειλέτης, που κατέβαλε το σε βάρος του επιδικασθέν χρηματικό ποσό, ρητώς επιφυλάχθηκε του δικαιώματος αυτού ν` ασκήσει αναίρεση (ΟλΑΠ 15/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται με τις από 22.8.2020 προτάσεις του, ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η αναιρεσείουσα αποδέχτηκε σιωπηρά την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως συνάγεται από το ότι αυτή στις 14.5.2019 της κατέβαλε ήδη το σύνολο του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των 4.577,49 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και δικαστικής δαπάνης, γεγονός που αποδεικνύεται από την από 14.5.2019 ηλεκτρονική απόδειξη καταβολής αυτού στον τραπεζικό της λογαριασμό.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης είναι απαράδεκτος, καθόσον η ως άνω καταβολή έγινε μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης στις 21.3.2019, οπότε δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά παραίτηση αυτής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).

Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1922/2007, ΑΠ 561/2007).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 έως 351, 361 Α.Κ., 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο εκ μέρους του εργοδότη, δεν συνεπάγεται τη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό, εφόσον αυτός δεν αποδέχεται την μεταβολή, είτε να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είτε να αξιώσει την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του με τους ίδιους όρους όπως πριν από την μεταβολή, οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη, μπορεί να ζητήσει την καταβολή των αποδοχών του, λόγω της υπερημερίας στην οποία ο τελευταίος περιήλθε (ΑΠ 657/2018, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015).

Και είναι μεν αληθές ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 648, 652 και 361 Α.Κ., ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τα θέματα τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του, για να επιτύχει τους σκοπούς της. Δεν μπορεί όμως να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της εργασιακής σχέσης, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να επέρχεται στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική αυτού βλάβη (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015).

Επομένως, εάν ο εργοδότης επιχειρήσει να προβεί στην κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού και στη συνέχεια, λόγω άρνησης του εργαζομένου ν` αποδεχθεί τη βλαπτική μεταβολή, καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ως άνω καταγγελία ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 2188/2014, ΑΠ 922/2010, ΑΠ 1407/2009).

Ειδικώς, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για οικονομικούς λόγους που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στην διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητας.

Η καταγγελία, όμως, της εργασιακής συμβάσεως εργαζομένου στην επιχείρηση, που αποτελεί το έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της, ελέγχεται από τα δικαστήρια από την άποψη της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών της επιχειρήσεώς του με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέσων, όπως απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή μερική απασχόληση αυτού.

Όπως επίσης ελέγχεται δικαστικώς και ο τρόπος επιλογής του συγκεκριμένου εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, κατά γενική αρχή, που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 388 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 651, 658, 660 και 662-667 του ίδιου Κώδικα, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη προς τους μισθωτούς, κατά την απόλυση κάποιου από το προσωπικό της επιχειρήσεώς του για οικονομικοτεχνικούς λόγους, ο εργοδότης οφείλει, συγκρίνοντας μεταξύ εκείνων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από απόψεως ικανότητας, προσόντων και αποδόσεως (την οποία απόδοση οφείλει να πληροφορηθεί) να επιλέξει τον απολυτέο βάσει των κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης, της δυνατότητας εξεύρεσης απ` αυτόν άλλης εργασίας, έτσι ώστε να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση του υπαλλήλου ή των υπαλλήλων για τους οποίους η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής (AΠ 1279/2019, ΑΠ 877/2017, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 125/2015, ΑΠ 13/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 1267/2011, ΑΠ 581/2011 , ΑΠ 638/2008, ΑΠ 1837/2008, ΑΠ 922/2010, ΑΠ 827/2001, ΑΠ 301/2001, ΑΠ 722/1999).

Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα παραπάνω κριτήρια καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αντίθετη με την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής και με την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα να παρίσταται άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ).

Συνεπώς, όταν ο εργοδότης κατά αγωγής με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η καταγγελία οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, δικαιούται ο μισθωτός αντικρούοντας το σχετικό ισχυρισμό του εργοδότη, να επικαλεσθεί, είτε καθ` υποφοράν με την αγωγή του είτε αντενιστάμενος με τις νομότυπες προτάσεις του, ότι ο εργοδότης δεν έλαβε υπόψη του εν λόγω κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.

Για το ορισμένο όμως του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος εργαζόμενου, απαιτείται, πλέον της αναφοράς των δικών του αναγκών, της αρχαιότητας, της ηλικίας, της απόδοσης, της οικογενειακής και οικονομικής του κατάστασης, και αναφορά των αντίστοιχων στοιχείων συγκεκριμένων συναδέλφων του, της ίδιας ειδικότητας, όταν πρόκειται για ειδικότητα σε επιστήμη ή τέχνη, την οποία μπορεί να ασκήσει μόνο ο μισθωτός που έχει εξειδικευμένη γνώση ή συστηματική ενασχόληση, τους οποίους και θα πρέπει να κατονομάζει και να αναφέρει ότι έπρεπε ν` απολυθούν αντ` αυτού.

Διαφορετικά, αν δεν πρόκειται για ειδικότητα με την παραπάνω έννοια, αλλά για διαφορετικό είδος απασχόλησης των μισθωτών της ιδίας γενικής κατηγορίας, καθένας από τους οποίους μπορεί να εκτελέσει όλα τα είδη εργασίας της κατηγορίας του, η επιλογή εκείνων που θα απολυθούν θα πρέπει να γίνει ανάμεσα σε όλους τους μισθωτούς της ίδιας γενικής κατηγορίας, αφού εκείνοι που θα παραμείνουν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της επιχειρήσεως σε όλα τα διαφορετικά είδη εργασίας (ΑΠ 827/2001, ΑΠ 301/2001, ΑΠ 722/1999).

Περαιτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, μπορεί να είναι τακτική η οποία σκοπεύει τη λύση της σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και επιφέρει αυτή μετά την παρέλευση της νόμιμης ή συμβατικής προθεσμίας, ή άτακτη, η οποία γίνεται χωρίς την τήρηση, από το μέρος που καταγγέλλει της νόμιμης ή συμβατικής προθεσμίας προειδοποίησης.

Η τακτική καταγγελία της εργασιακής σχέσης δεν επιφέρει την άμεση λύση της, αλλά η τελευταία εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι τη λήξη του χρόνου της προμήνυσης κατά τη διάρκεια του οποίου εξακολουθούν να υφίστανται αναλλοίωτα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σχέση. Σκοπός της προμήνυσης (προθεσμίας) είναι η έγκαιρη προειδοποίηση του εργαζομένου, αλλά και του εργοδότη (εάν ο καταγγέλλων συμβαίνει να είναι ο εργαζόμενος) για την επικείμενη λύση της εργασιακής σχέσης, ώστε να φροντίσουν ο μεν εργαζόμενος να αναζητήσει αλλού εργασία, ο δε εργοδότης να βρει αντικαταστάτη του εργαζομένου, ο οποίος αποχωρεί.

Ο χρόνος της προμήνυσης (προειδοποίησης) έχει για συνέπεια να αναστέλλει την άμεση ενέργεια της καταγγελίας της σύμβασης για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η σύμβαση συνεχίζει την κανονική λειτουργία της, χωρίς να μετατρέπεται σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση λύεται με την πάροδο του χρόνου προειδοποίησης, οπότε καταβάλλεται και η αποζημίωση.

Στην περίπτωση δηλαδή της καταγγελίας μετά από προμήνυση, δεν σημαίνει ότι στο χρόνο κατά τον οποίο γίνεται η προμήνυση, προειδοποιείται απλώς ο αντισυμβαλλόμενος του καταγγέλλοντος για την επικείμενη, μετά την πάροδο του χρόνου της προειδοποίησης, καταγγελία της εργασιακής σχέσης, αλλά ότι από του χρόνου της προειδοποίησης καταγγέλλεται η σχέση και επέρχεται, μέσω αυτής (καταγγελίας) η λύση της, εφόσον συντρέξουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει ο νόμος.

Η μόνη διαφορά είναι ότι το αποτέλεσμα της λύσης της εργασιακής σχέσης δεν επέρχεται με την πραγματοποίηση της καταγγελίας, δηλαδή με την περιέλευση της σχετικής δήλωσης του καταγγέλλοντος προς τον αντισυμβαλλόμενό του, αλλά μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής λήξης της σχέσης.

Πρόκειται δηλαδή για καταγγελία υπό αναβλητική αίρεση (ΑΠ 55/2015, ΑΠ 295/2013). Η πάροδος του χρόνου της προειδοποίησης δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της καταγγελίας, αλλά αποτελεί υποχρέωση του καταγγέλοντα. Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία προμήνυσης και ο εργοδότης απολύσει το μισθωτό πριν τη λήξη του νόμιμου χρόνου, έστω και λίγες ημέρες πριν τη λήξη του, η καταγγελία συνεχίζει να είναι ισχυρή και έγκυρη και επιφέρει τα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της εργασιακής σχέσης, η οποία όμως επέρχεται ταυτόχρονα με την καταγγελία που μετατρέπεται πλέον σε απρόθεσμη, ήτοι σε άτακτη καταγγελία και ο εργαζόμενος δικαιούται ολόκληρη τη νόμιμη αποζημίωση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 6/2019, Ολ ΑΠ 4/2014).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βουλήσεως των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 426/2010) είτε προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 603/2017).

Ο δε προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 877/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009).

4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δέχθηκε ανελέγκτως ότι στις 14.10.1996, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από τον εναγόμενο συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ ΕΥΒΟΙΑΣ ΣΥΝ.Π.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ως υπάλληλος γραφείου, όπως προκύπτει από την από 21.10.1996 αναγγελία πρόσληψής της σε συνδυασμό με την από 14.10.1996 γνωστοποίηση ουσιωδών όρων εργασίας συμβάσεως κατά το Π.Δ. 156/1994, στην οποία ορίζεται, μεταξύ άλλων, η ειδικότητα της ενάγουσας ως υπάλληλος γραφείου και οι αποδοχές της, που καθορίζονται από τη Σ.Σ.Ε.

υπαλλήλων γραφείου. Ότι, αν και είχε προσληφθεί ως υπάλληλος γραφείου, η ενάγουσα απασχολήθηκε ως βοηθός λογιστηρίου, αναλαμβάνοντας κυρίως εξωτερικές εργασίες, όπως συναλλαγές με τράπεζες (εμφάνιση και είσπραξη επιταγών πελατών) και δημόσιες υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ., Ι.Κ.Α), υπό την εποπτεία της προϊσταμένης του λογιστηρίου.

Ότι στις 8.9.2014, κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα απόσπασμα του υπ' αριθ. …/….8.2014 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου συνεταιρισμού, με το οποίο αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων θεμάτων, να προταθεί σε αυτήν η μετακίνησή της από τη θέση του βοηθού λογιστηρίου στη θέση του υπαλλήλου αποθήκης, ενόψει των επικρατούντων στην αγορά εμπορίας φαρμάκων και παραφαρμάκων δυσμενών οικονομικών συνθηκών, οι οποίες επέβαλαν την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του εναγομένου συνεταιρισμού, σε συνδυασμό με την αποχώρηση στις 31.8.2014 δύο υπαλλήλων της αποθήκης (της Π.

Δ. και του Κ. Κ.) και την ανακύπτουσα ανάγκη για την πλήρωση των θέσεων αυτών, αλλά και τη μείωση του όγκου των εργασιών του λογιστηρίου, που καθιστούσε μη απαραίτητη τη θέση του βοηθού λογιστηρίου. Ότι, ταυτόχρονα γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα ότι σε περίπτωση μη αποδοχής της προαναφερόμενης απόφασης του Δ.Σ.

περί μετακίνησής της, τότε το τελευταίο θα ήταν αναγκασμένο να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ότι, ακολούθως η ενάγουσα κοινοποίησε στον εναγόμενο την από 9.9.2014 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση - δήλωσή της, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την προτεινόμενη μετακίνησή της, την οποία θεώρησε ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, επικαλούμενη τη φύση των καθηκόντων της θέσης του βοηθού αποθήκης ως υποδεέστερων και επαχθέστερων σε σχέση με τα καθήκοντα του βοηθού λογιστηρίου, και η οποία συνιστούσε, κατ' αυτήν ανεπίτρεπτο υποβιβασμό και προσβολή της προσωπικότητάς της, επικαλούμενη δε περαιτέρω λόγους υγείας (οστεοαρθρίτιδα δεξιού ισχύου επί εδάφους δυσπλαστικού ισχύου, ιερολαγονίτιδα δεξιά και σκολίωση οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης), συνεπεία των οποίων της είχαν γίνει συστάσεις από τους θεράποντες ιατρούς για αποφυγή ορθοστασίας και βαριάς εργασίας, ζήτησε από τον εναγόμενο να ανακαλέσει την προαναφερόμενη απόφαση του Δ.Σ..

Ότι στις 23.9.2014 κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η από 22.9.2014 εξώδικη απάντηση- διαμαρτυρία- πρόσκληση - δήλωση - όχληση του εναγομένου, με την οποία εξειδικεύοντας την ανωτέρω από 25.8.2014 απόφαση του Δ.Σ. και λαμβάνοντας υπόψη τα επικαλούμενα ως άνω προβλήματα υγείας της, πρότεινε σε αυτήν να αποδεχτεί τη μετακίνησή της στον τομέα της αποθήκης, μη υποβαλλόμενη όμως σε βάρη και ορθοστασία, αλλά αναλαμβάνοντας τη θέση της υπαλλήλου παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων, θέση που δεν απαιτούσε σωματική επιβάρυνση και ορθοστασία, θέτοντας ως προθεσμία προφορικής ή έγγραφης αποδοχής την 30.9.2014, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας θα προέβαινε σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Ότι, αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε σιωπηρά την εν λόγω πρόταση του εναγομένου, αναλαμβάνοντας από την 1.10.2014 τα νέα της καθήκοντα ως υπάλληλος παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων στον Τομέα Αποθήκης του εναγομένου συνεταιρισμού. Ότι, στις 6.10.2014 κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η από 6.10.2014 ενημέρωση για την μεταβολή των όρων, που διέπουν την εργασιακή της σχέση, σύμφωνα με την οποία η ειδικότητα της ενάγουσας στην επιχείρηση μεταβαλλόταν από βοηθός λογιστηρίου σε υπάλληλο αποθήκης, οι δε μηνιαίες αποδοχές της θα ανέρχονταν από το ποσό των 1.525, 83 ευρώ στο ποσό των 1.293,96 ευρώ.

Ότι, εντούτοις, η ενάγουσα, παρότι είχε ήδη αναλάβει τη νέα θέση εργασίας της, κατά τα προαναφερθέντα, αρνήθηκε να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο, με αποτέλεσμα να της κοινοποιηθεί στις 3.11.2014 η από 31.10.2014 έγγραφη τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της με τετράμηνη προειδοποίηση, με την οποία κλήθηκε να παραλάβει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως την επομένη ημέρα της εκπνοής του τετραμήνου από την επίδοση της καταγγελίας.

Ότι ακολούθως η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 5.11.2014, καλώντας τον εναγόμενο να ανακαλέσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και να συνεχίσει να την απασχολεί είτε ως βοηθό λογιστηρίου είτε ως υπάλληλο παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων. Ότι ο εναγόμενος δήλωσε την πρόθεσή του να προβεί στην ανάκληση της ένδικης καταγγελίας υπό τον όρο ότι η ενάγουσα θα δεχόταν να υπογράψει μέχρι την 30.11.2014 την προαναφερόμενη από 6.10.2014 ενημέρωση για την μεταβολή των όρων που διέπουν την εργασιακή τους σχέση και επιπλέον θα διαβεβαίωνε ότι θα ήταν απόλυτα συνεργάσιμη και ότι δεν θα προκαλούσε καμία περαιτέρω βλάβη στον εργοδότη της από τη νέα θέση εργασίας της στο τμήμα παραγγελιοληψίας.

Ότι, η ενάγουσα αποδέχθηκε να υπογράψει την μεταβολή των όρων της εργασιακής της σχέσης υπό τον όρο της απάλειψης του αορίστου κατ' αυτήν όρου "υπάλληλος αποθήκης" και της περιγραφής των καθηκόντων της, ενώ επέμενε στην τήρηση των όρων της σύμβασης εργασίας της ως προς το ύψος των καταβαλλόμενων αποδοχών, επισημαίνοντας ότι σε περίπτωση, που ο εναγόμενος θεωρούσε ότι δύναται μονομερώς να προβεί σε μείωση των αποδοχών της, θα αμφισβητούσε δικαστικώς τη νομιμότητα της εν λόγω ενέργειάς του.

Ότι, με την από 11.2.2015 εξώδικη πρόσκληση- δήλωση της ενάγουσας που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 16.2.2015, αιτήθηκε εκ νέου την ανάκληση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και τη συνέχιση της απασχόλησής της ως υπαλλήλου παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων, επιφυλασσόμενη να αμφισβητήσει δικαστικώς τη μονομερή μείωση των αποδοχών της, επισημαίνοντας ότι σε περίπτωση εμμονής του εναγομένου στην καταγγελία της σύμβασής της θα προέβαινε σε δικαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και ηθικής βλάβης.

Ότι, εν τούτοις, ο εναγόμενος επέμεινε στην εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εγχειρίζοντας στην ενάγουσα το προσκομιζόμενο από 3.11.2014 έντυπο καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με προειδοποίηση- τακτική καταγγελία, ενώ στις 3.3.2015 προέβη στη λύση της εργασιακής σχέσης και στην καταβολή αποζημίωσης, ποσού 10.680,81 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε αποδοχές δύο μηνών, καταβλητέες ανά δίμηνο.

Ότι, κατόπιν των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών, προέκυψε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας που έγινε στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης του εναγομένου συνεταιρισμού, ο οποίος εμφάνιζε παθητικό ισολογισμό για τρεις συνεχόμενες περιόδους, μετά και την εκ μέρους της ενάγουσας απόρριψη της πρότασης του εναγομένου να παραμείνει εργαζόμενη σε αυτόν με άλλη ειδικότητα και με χαμηλότερο μισθό, δεν ήταν καταχρηστική, αφού δεν είναι καταχρηστική η απόλυση του μισθωτού που συντελείται στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησης μετά την εκ μέρους του τελευταίου απόρριψη της προταθείσας από τον εργοδότη εναλλακτικής λύσης (της απασχόλησης σε άλλη θέση, της ανάληψης άλλων καθηκόντων κλπ), και αν ακόμη αυτή αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης.

Ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ότι δηλαδή ο εργοδότης που επιχειρεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης της επιχείρησής του, διατηρεί τη δυνατότητα, εφόσον ο μισθωτός δεν αποδέχεται τη μεταβολή αυτή, να καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική από μόνο το λόγο ότι έγινε ύστερα από την απόκρουση της βλαπτικής μεταβολής, εκτός εάν συντρέχουν και άλλα κρίσιμα περιστατικά, όπως η ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων του εργοδότη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και συνεπώς ο σχετικός λόγος της από 29.3.2017 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.

Ότι, ειδικότερα αποδείχτηκε ότι η μετακίνηση της ενάγουσας σε άλλη θέση εργασίας κρίθηκε επιβεβλημένη για λόγους εύρυθμης λειτουργίας του εναγομένου συνεταιρισμού και στα πλαίσια αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών του, ενόψει της αποχώρησης των προαναφερόμενων υπαλλήλων από την αποθήκη και της ανακύτπουσας ανάγκης αναπλήρωσης των θέσεων εργασίας αυτών, και λαμβανομένου υπόψη ότι η θέση βοηθού λογιστηρίου, που κατείχε η ενάγουσα δεν ήταν πλέον απαραίτητη, λόγω της μείωσης του όγκου και του κύκλου των εργασιών του τμήματος αυτού, λόγω της μειωμένης ανάγκης διενέργειας εξωτερικών εργασιών σε Τράπεζες και σε Δημόσιες Υπηρεσίες εξαιτίας της καθιέρωσης και της επέκτασης του συστήματος των ηλεκτρονικών συναλλαγών, αλλά και λόγω της κάλυψης των αναγκών του λογιστηρίου από τους δύο εναπομείναντες υπαλλήλους, και συγκεκριμένα από την Π.

Μ., απόφοιτη οικονομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που είχε προσληφθεί ως λογίστρια ήδη από το έτος 1982 και από τον Γ. Β., απόφοιτο του Τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τ.Ε.Ι. Χαλκίδας, που είχε προσληφθεί ως βοηθός λογιστή το έτος 2007. Ότι, επιπλέον, αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός κατά την ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος και προκειμένου να επιτευχθεί η αναδιάρθρωση και ο εξορθολογισμός της λειτουργίας του, μετά την κατάργηση της θέσης του βοηθού λογιστηρίου, που κατείχε η ενάγουσα, για τους προαναφερόμενους οικονομοτεχνικούς λόγους, με σκοπό να διαφυλαχθεί η θέση εργασίας αυτής, αποφάσισε τη μετακίνησή της από τη θέση του βοηθού λογιστηρίου στη θέση του υπαλλήλου αποθήκης.

Ότι, στη συνέχεια, αφού έλαβε υπόψη του τα υφιστάμενα προβλήματα υγείας της ενάγουσας, εξαιτίας των οποίων της είχαν συστήσει οι θεράποντες ιατροί την αποφυγή ορθοστασίας και βαρειάς εργασίας, αποφάσισε την τοποθέτησή της στο τμήμα παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων. Ότι, τα καθήκοντα της ενάγουσας ως υπαλλήλου στο τμήμα αυτό συνίσταντο ιδίως στην αποδοχή των τηλεφωνικών παραγγελιών των φαρμακοποιών - μελών του Συνεταιρισμού και στην προώθηση αυτών στο τμήμα προμήθειας- αποθήκευσης- διανομής, και επομένως συνεπάγοντα μικρότερη σωματική καταπόνηση σε σχέση με τα καθήκοντα αυτής ως βοηθού λογιστηρίου, απασχολούμενης κυρίως σε εξωτερικές εργασίες.

Ότι, ακολούθως, η απόφαση του εναγομένου για την τοποθέτηση της ενάγουσας στη θέση του υπαλλήλου αποθήκης και συγκεκριμένα στη θέση του υπαλλήλου παραγγελιοληψίας δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αυτής, αφού δεν συνεπαγόταν σοβαρή καταπόνηση των δυνάμεών της, ούτε κίνδυνο επιδείνωσης των προβλημάτων υγείας, που αυτή αντιμετώπιζε.

Ότι, αναφορικά με την προτεινόμενη μείωση των αποδοχών της ενάγουσας κατά το ποσό των 231,87 ευρών (1.525,83 - 1.293,93), που αφορούσε στα επιδόματα χρήσης Η/Υ και ταμείου, ποσού 173,90 και 57,97 ευρώ, αντίστοιχα, και ανεξάρτητα από τον αμφισβητούμενο από την ενάγουσα χαρακτήρα αυτών ως οικειοθελών και συνακόλουθα ανακλητών παροχών, δηλαδή, πέραν του μισθού, παροχών στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης προς τους εργαζόμενους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από την σύμβαση, σε κάθε περίπτωση στις 14.2.2012, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (τεύχος Α' 28/14.2.2012) ο Ν. 4046/2012 και κατ' εξουσιοδότησή του εκδόθηκε η Π.Υ.Σ.

με αριθμό 6/28.2.2012 στην οποίαν προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι οι κανονιστικοί όροι των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, που έχουν ήδη λήξει ή καταγγελθεί, όπως η επικαλούμενη από την ενάγουσα ΣΣΕ Λογιστών, που είχε λήξει την 31.12.2010, ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012, ήτοι μέχρι 14.5.2012. Ότι επομένως, μετά την παραπάνω ημερομηνία και μέχρι τη λήξη της ένδικης σύμβασης εργασίας, δοθέντος ότι δεν είχε συναφθεί νέα ΣΣΕ, η ενάγουσα δικαιούταν να λάβει μόνο τον βασικό μισθό, προσαυξημένο με το επίδομα ωρίμανσης.

Ότι, εξάλλου δεν επιβεβαιώθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν είχε γίνει μείωση των αποδοχών σε κανένα άλλο εργαζόμενο του εναγομένου συνεταιρισμού. Ότι, αντιθέτως αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος, προκειμένου να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά του και ενόψει της συνεχούς πτώσης των εσόδων του, λόγω των επικρατούντων δυσμενών οικονομικών συνθηκών, προχώρησε μετά το έτος 2012 σε μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων του, το δε επίδομα ταμείου έπαψε να καταβάλλεται ακόμη και στην προαναφερόμενη λογίστρια του εναγομένου Π.

Μ.. Ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια αναφορικά με τη μείωση των αποδοχών της ενάγουσας, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της από 29.3.2017 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Ότι, άλλωστε, ο εργοδότης, που επιχειρεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης της επιχείρησής του, διατηρεί τη δυνατότητα, εφόσον ο μισθωτός δεν αποδέχεται τη μεταβολή αυτή, να καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι, η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική από μόνο το λόγο ότι έγινε ύστερα από την απόκρουση της βλαπτικής μεταβολής, εκτός αν συντρέχουν και άλλα κρίσιμα περιστατικά, όπως η ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων του εργοδότη, τα οποία όμως, εν προκειμένω, ουδόλως αποδείχτηκαν.

Ότι, ειδικότερα δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπό της, εξαιτίας της άρνησής της να αποδεχθεί την μεταβολή των όρων της εργασίας της. Ότι, αντιθέτως αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος, μετά την κατάργηση για τους ανωτέρω οικονομοτεχνικούς λόγους της θέσης του βοηθού λογιστηρίου που κατείχε η ενάγουσα και προκειμένου να διαφυλάξει τη θέση εργασίας αυτής, αποφάσισε τη μετακίνησή της από τη θέση του βοηθού λογιστηρίου αρχικώς στη θέση του υπαλλήλου του τμήματος αποθήκης και στη συνέχεια στη θέση του υπαλλήλου του τμήματος της παραγγελιοληψίας αποθήκης, ακολούθως δε, μετά την άρνηση της ενάγουσας να αποδεχθεί την μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, αναγκάσθηκε ως έσχατο μέσο να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης.

Ότι, άλλωστε, εάν ο εναγόμενο σκόπευε εξαρχής να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, όπως η ίδια υποστηρίζει, θα το είχε πράξει αμέσως μετά την άρνηση της τελευταίας να αποδεχθεί τη μετακίνησή της σε άλλη θέση και δεν θα επιχειρούσε να εξεύρει λύση τοποθετώντας αυτή σε θέση, που δεν θα απαιτούσε σωματική επιβάρυνση και ορθοστασία, ούτε θα δεσμευόταν εγγράφως ότι θα διατηρούσε την ενάγουσα στη θέση αυτή του υπαλλήλου του τμήματος παραγγελιοληψίας αποθήκης, όπως προκύπτει από την από 22.9.2014 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία- πρόσκληση- δήλωση- όχληση του εναγομένου προς την ενάγουσα και το από 24.11.2014 υπόμνημα του εναγομένου στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Περιφερειακή Δ/νση Στερεάς Ελλάδας Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Νομού Ευβοίας.

Ότι, κατόπιν τούτων, εφόσον αποδείχτηκε ότι η μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας έλαβε χώρα για συγκεκριμένους οικονομοτεχνικούς λόγους και στα πλαίσια νόμιμης άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου εργοδότη, δεν υπερβαίνει την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του ασκούμενου δικαιώματος, και ως εκ τούτου δεν θεωρείται καταχρηστική και απαγορευμένη.

Ότι, όσον αφορά στον καθ' υποφοράν προταθέντα στο αγωγικό δικόγραφο ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος παραβιάζοντας την υποχρέωση πρόνοιας που είχε απέναντί της, δεν έλαβε υπόψη την αρχαιότητά της (προϋπηρεσία 18 ετών), ούτε την ηλικία της (56 ετών) και την οικογενειακή και οικονομική της κατάσταση (έγγαμη με δύο τέκνα), που συγκρινόμενα με την αντίστοιχη κατάσταση της εργαζόμενης Γ.

Κ., που ήταν 32 ετών, άγαμη, χωρίς τέκνα και με προϋπηρεσία 3 ετών, καθιστούσαν προτιμητέα την απόλυση της τελευταίας αντί της ίδιας, κρίνεται απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι η ανωτέρω υπάλληλος, για την οποία υποστηρίζεται ότι το μέτρο της απόλυσης θα ήταν λιγότερο επαχθές, ανήκε στην ίδια κατηγορία και ήταν του ίδιου επιπέδου από άποψη προσόντων, ικανότητας και αποδοτικότητας σε σχέση με την ενάγουσα, ούτε ποια ήταν η οικονομική κατάσταση αυτή, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση αναφορικά με το εάν ο εναγόμενος εργοδότης έλαβε υπόψη του όλα τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια κατά την επιλογή του απολυτέου υπαλλήλου.

Ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι προβλήθηκε αορίστως ο καθ' υποφοράν προταθείς ισχυρισμός της ενάγουσας και ότι ο εναγόμενος εργοδότης δεν έλαβε υπόψη του κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια κατά την επιλογή του απολυτέου υπαλλήλου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και συνεπώς είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι της από 29.3.2017 έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας ήταν ορισμένος και νόμιμος και ότι έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν.

Ότι, κατόπιν των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών, εφόσον προέκυψε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε νομότυπα, χωρίς να συντρέχουν περιστατικά που την καθιστούσαν καταχρηστική, επήλθε λύση της εργασιακής σύμβασης, που συνέδεε τους διαδίκους και συνεπώς ο εναγόμενος εργοδότης δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, ώστε να δικαιούται αυτή την καταβολή μισθών υπερημερίας.

Ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προ την κύρια βάση της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, λόγω καταχρηστικότητας και περί αποδοχής της προσφερόμενης από την ενάγουσα εργασίας και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, ορθώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίστηκαν σ' αυτό και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της από 29.3.2017 έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ότι, περαιτέρω δεν προέκυψε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εναγόμενο συντελέσθηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας με τη μείωση της υπόληψής της και της επαγγελματικής αξίας. Ότι, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας, ορθώς εκτίμησε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της από 29.3.2017 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.

Ότι, εξάλλου, αποδείχτηκε ότι δεν τηρήθηκε η ανωτέρω τετράμηνη προθεσμία προμήνυσης, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 3.11.2014, ενώ η λύση της εργασιακής σχέσης επήλθε την 3.3.2015, ήτοι μια ημέρα πριν την εκπνοή του τετραμήνου που έληγε την 4.3.2015 με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε.

Ότι, κατόπιν αυτών, η ένδικη από 3.11.2014 καταγγελία ήταν ισχυρή και έγκυρη και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι τη λύση της εργασιακής σχέσης, πλην όμως μετατράπηκε σε απρόθεσμη (άτακτη) καταγγελία, με αποτέλεσμα η λύση της εργασιακής σχέσης να μην επέλθει με την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης, αλλά με την περιέλευση στην ενάγουσα της δήλωσης καταγγελίας του εναγομένου στις 3.11.2014.

Ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια ότι δηλαδή η ένδικη τακτική καταγγελία για την οποία δεν τηρήθηκε η νόμιμη προθεσμία προειδοποίησης κατά μία ημέρα, μετατράπηκε σε άτακτη καταγγελία που επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης την 3.11.2014, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και συνεπώς είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι αφενός ο σχετικός λόγος της από 9.3.2017 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η ένδικη τακτική καταγγελία ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης της νόμιμης προθεσμίας προειδοποίησης και ότι δεν επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης, αφετέρου ο σχετικός λόγος της από 3.4.2017 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η ένδικη τακτική καταγγελία ήταν έγκυρη διότι καταβλήθηκαν στην ενάγουσα ολόκληρες οι αποδοχές του χρονικού διαστήματος της προειδοποίησης, χωρίς να αφαιρεθεί το ποσό που αντιστοιχούσε στις αποδοχές μίας ημέρας.

Ότι, αποδείχτηκε περαιτέρω ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας τον τελευταίο μήνα προ της καταγγελίας (Νοέμβριο του έτους 2014) ανέρχονταν στο ποσό 1.525,83 ευρώ, και ως εκ τούτου η οφειλόμενη πλήρης αποζημίωση της ενάγουσας, λόγω έκτακτης (άτακτης) καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ως υπαλλήλου επί 16 έτη υπηρεσίας συμπληρωμένα στον ίδιο εργοδότη κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, ισούται με τις τακτικές μικτές μηνιαίες αποδοχές 12 μηνών, προσαυξημένες κατά 1/6 (αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας), ήτοι ανέρχεται στο ποσό των 21.361,62 ευρώ [(1.525,83 Χ 12) + 1/6].

Ότι εν τούτοις, ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό ίσο με το ήμισυ της ως άνω αποζημίωσης, ήτοι το ποσό των 10.680,81 ευρώ, και συνακόλουθα, εφόσον η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης δεν ήταν η προσήκουσα, δεν ήταν έγκυρη η έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, αφού δεν καταβλήθηκε ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης με αποτέλεσμα, κατ' αρχήν ο εναγόμενος, μη αποδεχόμενος έκτοτε την εργασία της ενάγουσας να καταστεί υπερήμερος και να της οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Ότι ο εναγόμενος νομότυπα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προέβαλε τον ισχυρισμό, που επαναφέρει με σχετικό λόγο της από 3.4.2017 έφεσής του, ότι ασκείται καταχρηστικά το δικαίωμα της ενάγουσας με επίκληση της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, λόγω μη καταβολής ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης, αφού, αφενός τα όργανα διοίκησης του εναγομένου συνεταιρισμού εύλογα και δικαιολογημένα πίστευαν ότι τηρήθηκε η νόμιμη προθεσμία προειδοποίησης και ακολούθως οφείλεται στην ενάγουσα το ήμισυ της αποζημίωσης λόγω τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αφετέρου η μη τήρηση της νόμιμης προθεσμίας προειδοποίησης κατά μία ημέρα οφείλεται σε δόλια συμπεριφορά της ενάγουσας σε συνεργασία με την προαναφερόμενη λογίστρια του εναγομένου, η οποία σκοπίμως επιδίωξε τη λύση της εργασιακής της σχέσης στις 3.3.2015, μία ημέρα πριν την εκπνοή του τετραμήνου, που έληγε στις 4.3.2015, προκειμένου να καταστεί άκυρη η καταβολή της σύμβασης εργασίας της λόγω μη καταβολής ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης και να υποστεί βλάβη ο εναγόμενος.

Ότι ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου αποδεικνύεται βάσιμος, αφού η ένδικη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών και τις συγκεκριμένες συνθήκες της προκειμένης περίπτωσης, δεν είναι άκυρη λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, δοθέντος ότι αποδείχτηκε ότι τα αρμόδια όργανα διοίκησης του εναγομένου συνεταιρισμού εύλογα και δικαιολογημένα πίστευαν ότι έπρεπε να καταβληθεί το ήμισυ της νόμιμης αποζημίωσης καταγγελίας, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι είχε συμπληρωθεί η νόμιμη προθεσμία προειδοποίησης και αγνοώντας ότι η ένδικη τακτική καταγγελία, για την οποία δεν τηρήθηκε η νόμιμη προθεσμία προειδοποίησης κατά μία ημέρα, μετατράπηκε σε άτακτη καταγγελία.

Ότι, άλλωστε, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος προέβη στην καταβολή ελλιπούς ποσού αποζημίωσης από κακοβουλία και προκειμένου να ωφεληθεί από την εκμετάλλευση αυτού του κεφαλαίου κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι δεν ήταν λογικό να διακινδυνεύσει σκοπίμως να απολύσει ακύρως την ενάγουσα και να αναγκασθεί εξαιτίας αυτής της ακυρότητας να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς μάλιστα να ωφελείται από την εργασία της, με μοναδικό αντιστάθμισμα την εκμετάλλευση του ελλείποντος κατά τα ανωτέρω ποσού αποζημίωσης.

Ότι, συνεπώς, κρίνεται ότι η ελλιπής καταβολή αποζημίωσης στην ενάγουσα οφειλόταν όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία των αρμοδίων οργάνων διοίκησης του εναγομένου ως προς το αληθές ύψος αυτής και ήταν δικαιολογημένη κατά της αρχές της καλής πίστης και ως εκ τούτου δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω μη καταβολής ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης, ούτε υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή μισθών υπερημερίας, αλλά μόνο υποχρέωση συμπλήρωσης της αποζημίωσης, δεκτής γενομένης ως και ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας από τον εναγόμενο ως άνω ένστασης.

Ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε σιγή ως αβάσιμο τον ανωτέρω λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, λόγω μη καταβολής ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης, αφού έκρινε ότι ο εναγόμενος εσφαλμένα εξέλαβε την ένδικη καταγγελία ως τακτική και για τον λόγο αυτό κατέβαλε στην ενάγουσα το ήμισυ της νόμιμης αποζημίωσης καταγγελίας και επιπλέον ότι πρέπει να επιδικασθεί σε αυτήν συμπληρωματική αποζημίωση, ύψους 10.680,81 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι ο σχετικός λόγος της από 29.3.2017 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι είναι άκυρη η άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, λόγω μη καταβολής ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης, καθώς και ο σχετικός λόγος της από 3.4.2017 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν έκανε δεκτή την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για επίκληση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη καταβολής ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης.

Ότι, αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος κατέθεσε στο μισθοδοτικό λογαριασμό της ενάγουσας το συνολικό ποσό των 6.103,32 ευρώ για την πληρωμή των μισθών της τετράμηνης προειδοποίησης από την 3.11.2014 έως την 3.3.2015, το οποίο όμως πρέπει να αφαιρεθεί από το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό της συμπληρωματικής αποζημίωσης, ύψους 10.680,81 ευρώ, αφού καταβλήθηκε στην ενάγουσα χωρίς νόμιμη αιτία.

Ότι, ειδικότερα το ποσό αυτό καταβλήθηκε στην ενάγουσα για αιτία λήξασα, δεδομένου ότι μετά την καταβολή η αιτία του χρέους και συνακόλουθα το χρέος ανατράπηκαν αναδρομικά λόγω της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για την οποία δεν τηρήθηκε η νόμιμη προθεσμία προειδοποίησης της τακτικής καταγγελίας κατά μία ημέρα και η οποία μετατράπηκε σε άτακτη καταγγελία που επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης στις 3.11.2014.

Ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και κατ' αποδοχή της προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης μερικού συμψηφισμού, έκανε εν μέρει δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.577,49 (10.680,81- 6.103,32) ευρώ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις, και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός λόγος της από 29.3.2017 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικύρωσε, με απόρριψη των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, την πρωτόδικη απόφαση (με αριθ. 42/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), που είχε κρίνει ομοίως, και είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή και συγκεκριμένα απέρριψε την κύρια βάση της, που αφορούσε την ακυρότητα της τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και κατ' επέκταση την υποχρέωση απασχόλησής της και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το λόγο ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεν ήταν καταχρηστική και έκανε αυτή δεκτή εν μέρει ως προς την επκουρική της βάση, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αντίδικό του μέρος της επικουρικώς αιτηθείσας διαφοράς αποζημίωσης και ειδικότερα το ίδιο ως άνω ποσό των 4.577,49 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 281, 361, 648 ΑΚ και 7 Ν. 2112/1920, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Και τούτο διότι, τα γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, προέκυψε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης του εναγομένου συνεταιρισμού, ο οποίος εμφάνιζε παθητικό ισολογισμό για τρεις συνεχόμενες περιόδους, ότι η μετακίνησή της σε άλλη θέση εργασίας κρίθηκε επιβεβλημένη για λόγους εύρυθμης λειτουργίας του εναγομένου συνεταιρισμού και στα πλαίσια της ως άνω αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών του, ενόψει και της αποχώρησης υπαλλήλων του από τον τομέα της αποθήκης και της ανακύπτουσας ανάγκης αναπλήρωσης των θέσεων εργασίας αυτών, λαμβανομένου δε υπόψη ότι η θέση βοηθού λογιστηρίου, που κατείχε η ενάγουσα δεν ήταν πλέον απαραίτητη, λόγω της μείωσης του όγκου και του κύκλου των εργασιών του τμήματος αυτού, καθώς και της μειωμένης ανάγκης διενέργειας εξωτερικών εργασιών σε Τράπεζες και σε Δημόσιες Υπηρεσίες εξαιτίας της καθιέρωσης και της επέκτασης του συστήματος των ηλεκτρονικών συναλλαγών, αλλά και λόγω της κάλυψης των αναγκών του λογιστηρίου από τους δύο εναπομείναντες υπαλλήλους, και συγκεκριμένα από την Π.

Μ., απόφοιτη οικονομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που είχε προσληφθεί ως λογίστρια ήδη από το έτος 1982 και από τον Γ. Β., απόφοιτο του Τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τ.Ε.Ι. Χαλκίδας, που είχε προσληφθεί ως βοηθός λογιστή το έτος 2007, ότι επιπλέον ο εναγόμενος συνεταιρισμός κατά την ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος και προκειμένου να επιτευχθεί η αναδιάρθρωση και ο εξορθολογισμός της λειτουργίας του, μετά την κατάργηση της θέσης του βοηθού λογιστηρίου, που κατείχε η ενάγουσα, για τους προαναφερόμενους οικονομοτεχνικούς λόγους, με σκοπό να διαφυλαχθεί η θέση εργασίας αυτής, αποφάσισε τη μετακίνησή της από τη θέση του βοηθού λογιστηρίου στη θέση του υπαλλήλου αποθήκης, ότι στη συνέχεια, αφού έλαβε υπόψη του τα υφιστάμενα προβλήματα υγείας της (ενάγουσας), εξαιτίας των οποίων της είχαν συστήσει οι θεράποντες ιατροί την αποφυγή ορθοστασίας και βαριάς εργασίας, αποφάσισε την τοποθέτησή της στο τμήμα παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων και ότι, τέλος, τα καθήκοντά της ως υπαλλήλου στο τμήμα αυτό, τα οποία συνίσταντο ιδίως στην αποδοχή των τηλεφωνικών παραγγελιών των φαρμακοποιών- μελών του Συνεταιρισμού και στην προώθηση αυτών στο τμήμα προμήθειας - αποθήκευσης- διανομής, συνεπάγονταν μικρότερη σωματική καταπόνηση σε σχέση με τα καθήκοντα αυτής ως βοηθού λογιστηρίου, απασχολούμενης κυρίως σε εξωτερικές εργασίες, με αποτέλεσμα η τοποθέτησή της στη θέση του υπαλλήλου αποθήκης και συγκεκριμένα στη θέση του υπαλλήλου παραγγελιοληψίας, να μην συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αυτής, αφού δεν συνεπαγόταν σοβαρή καταπόνηση των δυνάμεών της, ούτε κίνδυνο επιδείνωσης των προβλημάτων υγείας, που αυτή αντιμετώπιζε, ανταποκρίνονται στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που τάσσονται με τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και καταφάσκουν στην μη άσκηση της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας για λόγους εκδίκησης και εμπάθειας, μετά και την εκ μέρους της άρνηση υπογραφής του από 6.10.2014 εγγράφου ενημέρωσης για την μεταβολή των όρων που διέπουν την εργασιακή της σχέση, σύμφωνα με την οποία η ειδικότητά της μεταβαλλόταν από βοηθός λογιστηρίου σε υπάλληλο αποθήκης και οι μηνιαίες αποδοχές της θα ανέρχονταν από το ποσό των 15.25,83 ευρώ σ' αυτό των 1.293,96 ευρώ, δυνάμει της ΠΥΣ με αριθμό 6/28.2.2012, αλλά στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιοργάνωσης της επιχείρησης του εναγομένου.

Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας τα παραπάνω με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής οικονομοτεχνικών λόγων, που επέβαλαν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, μετά την άρνησή της να αποδεχθεί την μετακίνησή της στον Τομέα της αποθήκης στη θέση υπαλλήλου αποθήκης και ειδικότερα στο τμήμα παραγγελιοληψίας φαρμάκων και της μη ύπαρξης εκδικητικών κινήτρων γι' αυτή (καταγγελία).

Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι επί πλέον αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο, υπό την επίκληση της παραβίασης από το Εφετείο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναφέρονται κατ' αυτήν σε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι : 1) Παράλληλα με τις παραδοχές περί της συνδρομής οικονομοτεχνικών λόγων, που δικαιολογούσαν την απόλυση της ενάγουσας διέλαβε και άλλες αντιφατικώς, που δείχνουν σαφώς την ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη της, ο οποίος κατάγγειλε τη σύμβαση, παρότι είχε ήδη ικανοποιηθεί με την εκ μέρους της εργαζόμενης αναλήψεως των νέων καθηκόντων της ως υπαλλήλου παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων για μόνο το λόγο ότι αρνήθηκε να υπογράψει το από 6.10.2014 έγγραφο ενημέρωσης για την μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της και επιφυλάχθηκε να αμφισβητήσει δικαστικώς τη μονομερή μείωση των αποδοχών της.

Η αιτίαση αυτή, πέραν της αοριστίας της (....διέλαβε και άλλες αντιφατικώς, που δείχνουν σαφώς την ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων), είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ίδιες τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε με σαφείς αιτιολογίες ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης του εναγομένου συνεταιρισμού, ο οποίος εμφάνιζε παθητικό ισολογισμό για τρεις συνεχόμενες περιόδους, μετά και την εκ μέρους της ενάγουσας απόρριψης της πρότασής του να παραμείνει εργαζόμενη με άλλη ειδικότητα και με χαμηλότερο μισθό και δεν έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπό της, εξαιτίας της άρνησής της να αποδεχθεί την μεταβολή των όρων της εργασίας της, όπως αβάσιμα αυτή υποστήριζε, εάν δε ο εναγόμενος σκόπευε εξαρχής να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, θα το είχε πράξει αμέσως μετά την άρνηση της τελευταίας να αποδεχθεί τη μετακίνησή της σε άλλη θέση και δεν θα επιχειρούσε να εξεύρει λύση τοποθετώντας αυτή σε θέση, που δεν θα απαιτούσε σωματική επιβάρυνση και ορθοστασία, ούτε θα δεσμευόταν εγγράφως ότι θα διατηρούσε την ενάγουσα στη θέση του υπαλλήλου του τμήματος παραγγελιοληψίας. 2) Ενώ δέχεται :

α') ότι η απόλυση της ενάγουσας οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα ότι επιβλήθηκε από την ανάγκη κατάργησης της θέσης της στο Λογιστήριο και μετακίνησής της στον Τομέα Αποθήκης, δεν αιτιολογεί επαρκώς για πιο λόγο ο εναγόμενος είχε ανάγκη να προβεί στην απόλυση της ενάγουσας, αφού ο λόγος της οικονομικής αναδιάρθρωσης, που επικαλείτο, έπαψε να υπάρχει από τη στιγμή, που η τελευταία αποδέχτηκε την νέα της θέση και ανέλαβε τα νέα της καθήκοντα ως υπάλληλος παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων στον Τομέα Αποθήκης, β') ότι η απόλυση της ενάγουσας έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, ότι ο συνεταιρισμός είχε εξειδικεύσει με εξώδικη δήλωση τη νέα θέση εργασίας της και ότι αυτός μπορούσε στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος να προβεί μονομερώς στην τροποποίηση των όρων εργασίας της, δεν εξηγεί για ποιο λόγο η απόλυση της ήταν αναγκαία, αφού υπήρχαν πάρα πολλοί και ανέξοδοι τρόποι για την ικανοποίηση των αναγκών της επιχείρησης και συγχρόνως για την αποτροπή της απόλυσής της, όπως η αναγραφή στο συγκεκριμένο έγγραφο τροποποίησης των όρων εργασίας της της ειδικότητας "υπάλληλος παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων" ή έστω η παραπομπή σε προγενέστερο έγγραφο της εξώδικης δήλωσης του εναγομένου με το οποίο πρότεινε στην ενάγουσα να αποδεχθεί την ανωτέρω ειδικότητα αντί αυτής της υπαλλήλου αποθήκης και για ποιο λόγο ο εναγόμενος να προβεί μονομερώς στην τροποποίηση των όρων εργασίας της ενάγουσας, προτρέποντάς της να συνεχίσει να παρέχει την εργασία της σ' αυτόν υπό τους νέους όρους, επιφυλασσόμενη για τα δικαιώματά της από το νόμο και τη σύμβαση, εντούτοις δε το έπραξε, αλλά αντ' αυτού την πίεζε να συναινέσει εγγράφως στην εν λόγω μεταβολή, να προβεί δηλαδή σε δήλωση αντίθετη προς τη θέλησή της και εν συνεχεία λόγω της άρνησής της να το πράξει "αναγκάστηκε ως έσχατο μέσο" να την απολύσει και περαιτέρω δεν εξηγεί πως προκύπτει ότι η ήδη αποδεχθείσα από την ενάγουσα πρόταση για μεταβολή της ειδικότητάς της σε αυτήν του υπαλλήλου παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων ταυτίζεται με αυτή που αποτυπώνεται στο από 6.10.2014 έγγραφο ενημέρωσης για μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας και ειδικότερα δεν εξηγεί για ποιο λόγο στο μεταγενέστερο αυτό έγγραφο η ειδικότητα "υπάλληλος αποθήκης" έχει την έννοια "υπάλληλος παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων" και γ') ότι η επιχειρηθείσα μείωση των αποδοχών της ενάγουσας μπορούσε να γίνει μονομερώς από τον εναγόμενο, σύμφωνα με την ΠΥΣ 6/2012, δεν μνημονεύει αν κατά το κρίσιμο χρόνο αμειβόταν η ενάγουσα από τον εναγόμενο με νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό, χωρίς να εξηγεί για ποιον λόγο, αφού είχε δικαίωμα ο εναγόμενος να προβεί μονομερώς στη μείωση των αποδοχών της ενάγουσας, εντούτοις αναγκάσθηκε για οικονομοτεχνικούς λόγους και ως έσχατο μέσο να την απολύσει επειδή αρνήθηκε να συναινέσει γραπτώς σ' αυτή και χωρίς να διευκρινίζει αν η μείωση των αποδοχών βάσει της ΠΥΣ 6/2012 ίσχυσε και για τους λοιπούς εργαζόμενους του εναγόμενου στο πλαίσιο της οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης ή αν αντίθετα επιχειρήθηκε στην ενάγουσα και μόνο μετά την εξώδικη διαμαρτυρία της στον εναγόμενο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν πράγματι η απόλυσή της (ενάγουσας) έγινε για λόγους αναγόμενους στην οικονομική κατάσταση της επιχείρησης ή αν αντίθετα έγινε για λόγους εμπάθειας στο πρόσωπό της.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του πορίσματος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν είναι καταχρηστική γιατί έγινε στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης, αλλά αναφέρονται σε ελλείψεις επιχειρημάτων του Εφετείου, με τα οποία έπρεπε να δικαιολογήσει γιατί κατέληξε στην ως άνω κρίση του.

Σχετίζονται, δηλαδή, με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά. Επιπλέον, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί δεν αποδείχτηκε, ενώ περαιτέρω, οι ελλείψεις, που ανάγονται μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν αποτελούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Και 3) Ότι, η κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση προς τη συνδρομή ή μη μονομερούς βλαπτικής σε βάρος της ενάγουσας μεταβολής των όρων εργασίας της είναι ενδοιαστική, δηλαδή όχι αναμφίβολη, δεδομένου ότι αυτό δεν σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με το αν η επιχειρηθείσα από τον εναγόμενο μεταβολή των όρων εργασίας της ήταν ή όχι μονομερής και βλαπτική κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο "σε άλλα σημεία της απόφασής του δέχεται" ότι ο εναγόμενος είχε δικαίωμα μονομερούς μεταβολής των όρων εργασίας της ενάγουσας στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος "και σε άλλα, αντιφατικώς προς την ανωτέρω παραδοχή του, δέχεται" ότι η απόλυσή της έγινε λόγω της εκ μέρους της απόκρουσης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η απόλυσή της "δεν είναι καταχρηστική και αν ακόμη επρόκειτο για μονομερή βλαπτική μεταβολή".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο που εντοπίζεται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών (....σε άλλα σημεία...... και σε άλλα σημεία...). Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, δεν υπάρχει παραδοχή ότι η απόλυση της ενάγουσας "δεν είναι καταχρηστική και αν ακόμη επρόκειτο για μονομερή βλαπτική μεταβολή", όπως η αναιρεσείουσα την εκθέτει στο αναιρετήριο, αλλά το Εφετείο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε έκρινε ότι "η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που έγινε στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης του εναγομένου, ο οποίος εμφάνιζε παθητικό ισολογισμό για τρεις συνεχόμενες περιόδους, μετά και την εκ μέρους της ενάγουσας απόρριψη της πρότασης του εναγομένου να παραμείνει εργαζόμενη σ' αυτόν με άλλη ειδικότητα και με χαμηλότερο μισθό, δεν ήταν καταχρηστική, αφού δεν είναι καταχρηστική η απόλυση του μισθωτού, που συντελείται στα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησης μετά την εκ μέρους του τελευταίου απόρριψη της προταθείσας από τον εργοδότη εναλλακτικής λύσης (της απασχόλησης σε άλλη θέση, της ανάληψης άλλων καθηκόντων κλπ) και αν ακόμη αυτή αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη".

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά την ερμηνεία του από 6.10.2014 εγγράφου τροποποίησης των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, παρέλειψε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο και αντίθετο στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ερμηνευτικό πόρισμα ότι δυνάμει του εγγράφου αυτού ο αναιρεσίβλητος ανέθεσε στην ενάγουσα τη θέση της υπαλλήλου παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων και όχι της υπαλλήλου αποθήκης γενικά, όπως αναγράφεται στο έγγραφο αυτό και κατ' επέκταση στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος νομίμως αναγκάστηκε ως έσχατο μέσο να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της μετά την άρνησή της να το υπογράψει.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ερμήνευσε την περιεχόμενη στο ως άνω έγγραφο δήλωση βουλήσεως του εναγομένου ούτε διαπίστωσε άμεσα ή έμμεσα την ύπαρξη κενού ή ασάφειας αυτής όσον αφορά την έννοια του υπαλλήλου αποθήκης, που έχρηζε έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και συνεπώς, ορθώς δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες του ΑΚ, η κρίση του δε αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι το Εφετείο έμμεσα διαπίστωσε κενό ως προς την αληθινή δήλωση βουλήσεως του εναγομένου στο ως άνω έγγραφο, σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα αν με την σύμβαση αυτή θα αναλάμβανε η αναιρεσείουσα καθήκοντα υπαλλήλου αποθήκης ή υπαλλήλου παραγγελιοληψίας γιατί προέβη σε συνδυασμό αυτού με την από 22.9.2014 εξώδικη απάντηση- διαμαρτυρία- πρόσκληση- δήλωση- όχληση του εναγομένου προς την ενάγουσα και του από 24.11.2014 υπομνήματος του ίδιου προς την Επιθεώρηση Εργασίας Περιφερειακή Δ/νση Στερεάς Ελλάδας- Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Νομού Ευβοίας.

Και τούτο διότι η αναφορά στα έγγραφα αυτά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε από το Εφετείο όχι γιατί διαπίστωσε κενό ή ασάφεια ως προς την έννοια του υπαλλήλου αποθήκης, αλλά το περιεχόμενο αυτών αποτέλεσε επιχείρημα για την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπο της ενάγουσας ["....Ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπό της........Αντιθέτως αποδείχτηκε ότι ........

Άλλωστε, εάν ο εναγόμενος σκόπευε εξαρχής να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, όπως η ίδια υποστηρίζει, θα το είχε πράξει αμέσως μετά την άρνηση της τελευταίας να αποδεχθεί τη μετακίνησή της σε άλλη θέση και δεν θα επιχειρούσε να εξεύρει λύση τοποθετώντας αυτή σε θέση που δεν θα απαιτούσε σωματική επιβάρυνση και ορθοστασία, ούτε θα δεσμευόταν εγγράφως ότι θα διατηρούσε τη ενάγουσα στη θέση αυτή του υπαλλήλου του τμήματος παραγγελιοληψίας αποθήκης (βλ.

το ανωτέρω από 22.9.2014 εξώδικη απάντηση- διαμαρτυρία- πρόσκληση- δήλωση- όχληση του εναγομένου προς την ενάγουσα και το από 24.11.2014 υπόμνημα του εναγομένου στην Επιθεώρηση Εργασίας Περιφερειακή Δ/νση Στερεάς Ελλάδας- Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Νομού Ευβοίας)"].

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

5. Στο άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-02-2012 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής : ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 ("Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι : "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, παύουν να ισχύουν".

Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-02- 2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα : Στην παρ. 1 : "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ. 2 : "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν την 14-2-2013".

Στην παρ. 3 : "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990". Και στην παρ. 4 : "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία της.

Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικούς οι όροι εκείνοι που αφορούν : α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-02-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες τις ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".

Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 174/2019, ΑΠ 876/2018, 1335/2018, 1522/2018). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος είχε δικαίωμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/28.2.2012 να μειώσει μονομερώς τις αποδοχές της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς να εκθέτει αν κατά το κρίσιμο χρόνο η τελευταία αμειβόταν με συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στην ως άνω διάταξη, καθώς και σε αυτές των άρθρων 361, 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 και 7 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95/1949 διεθνούς συμβάσεως "Περί προστασίας του ημερομισθίου", 7 του Ν. 1876/1990 και 7 Ν. 2112/1920.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη της ΠΥΣ και τις ως άνω διατάξεις, εφόσον δέχτηκε ότι εφαρμόζεται ως προς τις αποδοχές της ενάγουσας, η επικαλούμενη από την ίδια ΣΣΕ Λογιστών, που είχε λήξει την 31.12.2010 και συνεπώς, ορθά δέχτηκε ότι μετά την 14.5.2012 και μέχρι τη λήξη της ένδικης σύμβασης εργασίας, δοθέντος ότι δεν είχε συναφθεί νέα ΣΣΕ, η ενάγουσα δικαιούνταν να λάβει μόνο το βασικό μισθό, προσαυξημένο με το επίδομα ωρίμανσης, χωρίς δηλαδή τα επιδόματα Η/Υ και ταμείου, ποσού 173,90 ευρώ και 57,97 ευρώ, αντίστοιχα.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός είχε δικαίωμα να μειώσει μονομερώς τις αποδοχές της ενάγουσας, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κυρίως αυτές του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/28.2.2012, είναι αβάσιμος.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018), ενώ για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 960/2017, ΑΠ 1264/2017).

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η προαναφερθείσα υπό στοιχείο ως άνω 5 μείωση των αποδοχών της ενάγουσας εντάσσεται στην οικονομοτεχνική αναδιάρθρωση του εναγομένου και δεν έγινε αποκλειστικά και μόνο στην ίδια για λόγους εκδίκησης, γεννώνται αμφιβολίες αν έλαβε υπόψη του το με αριθ.

πρωτ. …/...12.2014 έγγραφο του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Ευβοίας, το οποίο νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι "είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική και το καθένα μνεία......" , καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του ως άνω πορίσματος και το παραπάνω έγγραφο, που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο λόγο της αίτησης, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της ενάγουσας) την αποδεικτική του δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών της.

Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πέμπτος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, πέραν της αοριστίας του, καθότι δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, είναι αβάσιμος. 7. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κηρύξεως ή μη κηρύξεως ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες όμως αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Α.Π. 1/1999). Ο παρών λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του κανόνα δικαίου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου περιστατικά και κατ' ακολουθίαν κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 736/2019, ΑΠ 972/2017). Με τον έκτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι έκρινε αόριστο τον καθ' υποφοράν προταθέντα από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμό ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας τυγχάνει άκυρη λόγω παράβασης εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιλογή του απολυτέου υπαλλήλου, ενώ έπρεπε να τον κρίνει ορισμένο κατ' άρθρ. 216 παρ. 1 α' ΚΠολΔ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε καθ' υποφοράν τον ισχυρισμό ότι ".....σε περίπτωση που επικαλεστεί η εναγομένη ότι η απόλυσή μου δεν έγινε για λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπό μου αλλά για οικονομοτεχνικούς λόγους, και γίνει τούτο κατ' αρχήν δεκτό από το Δικαστήριό σας, και σ' αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας μου από την εναγομένη, πηγάζουσα εξ εγωϊστικών κινήτρων και εκ του κακώς εννοουμένου στενού επιχειρηματικού συμφέροντος του εναγομένου εργοδότη μου, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν προέβη εν τοιαύτη περιπτώσει στην ορθή και αρμόζουσα επιλογή του απολυτέου μισθωτού με βάση κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, με αποτέλεσμα η μη ορθή επιλογή να καθιστά την καταγγελία της σύμβασής μου καταχρηστική, ακόμη και στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η ύπαρξη οικονομοτεχνικών λόγων, που δικαιολογούν την απόλυση.

Ειδικότερα, κατά τον χρόνο της απόλυσής μου, συγχρόνως με εμένα, που απασχολούμην ως υπάλληλος παραγγελιοληψίας παραφαρμάκων, ετών 56, έγγαμη με δύο τέκνα και με προϋπηρεσία 18 ετών στον Συνεταιρισμό, προσέφερε τις υπηρεσίες της υπό τις ίδιες εν γένει συνθήκες εργασίας και η Γ. Κ. του Ε., θυγατέρα μέλους του Δ.Σ.

του εναγομένου Συνεταιρισμού κ. Ε. Κ., ετών 32, άγαμη, χωρίς τέκνα, με προϋπηρεσία 3 μόλις ετών στον Συνεταιρισμό. Ωστόσο, η εναγομένη επέλεξε να απολύσει εμένα και να διατηρήσει στο φαρμακείο την προαναφερθείσα συνάδελφό μου, παρά το γεγονός ότι λαμβάνοντας υπόψη τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής μας κατάστασης, προκύπτει αβίαστα ότι το μέτρο της απόλυσης είναι επαχθέστερο για μένα.....".

Έτσι, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ούτε στην αγωγή ούτε στις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις οποίες και πάλι παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, αναφέρει ειδικώς και συγκεκριμένως τα απαραίτητα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη, προσδιοριστικά στοιχεία, και δη την ακριβή θέση απασχόλησης της κατονομαζόμενης υπαλλήλου στον εναγόμενο Συνεταιρισμό, τα προσόντα της και δη αν ήταν του ίδιου επιπέδου ή κατώτερα με αυτά της ενάγουσας, την οικονομική της κατάσταση και την εν γένει απόδοσή της ως εργαζόμενης, προκειμένου να κριθεί αν επιβάλλεται η διατήρηση αυτής ή της ενάγουσας στην επιχείρηση του εναγομένου ως αποδοτικότερης εργαζόμενης, καθώς και τις συνθήκες εργασίας της, ώστε να είναι εφικτή η κατά τα άνω σύγκριση.

Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, που έκρινε αόριστο και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, τον οποίο νόμιμα επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο της έφεσής της, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο, γι` αυτό και ο ως άνω έκτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

8. Με τον έβδομο λόγο της αίτησης προβάλλεται περαιτέρω η πλημμέλεια ότι, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 182, 167, 168, 201, 648 και 669 ΑΚ και των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2212/1920, όπως τροπ. με τις παρ. 1 και 2 της υποπαραγρ. ΙΑ 12 της παρ. ΙΑ του Ν. 4093/2012 και 5 του Ν. 3198/1955, δεχόμενο ότι η τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, μη τηρηθέντος του εκ του νόμου προβλεπόμενου χρόνου προειδοποίησης, μετατράπηκε αυτομάτως σε έγκυρη άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και στη συνέχεια να απορρίψει την κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τον δε όγδοο (επικουρικό) λόγο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μετατροπής της άκυρης τακτικής καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας σε έγκυρη έκτακτη καταγγελία, καθώς η σχετική κρίση του στηρίζεται σε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν τηρήθηκε η τετράμηνη προθεσμία προμήνυσης της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, αφού η εν λόγω καταγγελία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 3.11.2014, η οποία έληγε την 4.3.2015 με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε.

Ότι κατόπιν αυτών, η ένδικη από 3.11.2014 καταγγελία ήταν ισχυρή και έγκυρη και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι τη λύση της εργασιακής σχέσης, πλην όμως μετατράπηκε σε απρόθεσμη (άτακτη) καταγγελία, με αποτέλεσμα η λύση της εργασιακής σχέσης να μην επέλθει με την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης, αλλά με την περιέλευση στην ενάγουσα της δήλωσης καταγγελίας του εναγομένου την 3.11.2014.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην υπό στοιχείο 3 μείζονα σκέψη, ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθότι κατά τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του η από 3.11.2014 καταγγελία ήταν ισχυρή και έγκυρη και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι τη λύση της εργασιακής σχέσης, μετατραπείσα ωστόσο σε απρόθεσμη (άτακτη) καταγγελία, με αποτέλεσμα η λύση της εργασιακής σχέσης να μην επέλθει με την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης, αλλά με την περιέλευση στην ενάγουσα της δήλωσης καταγγελίας του εναγομένου την 3.11.2014, καθόσον η πάροδος του χρόνου προειδοποίησης δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της καταγγελίας, η δε μη τήρηση της προθεσμίας προμήνυσης, όπως εν προκειμένω, δεν επέδρασε στο κύρος της καταγγελίας, η οποία παραμένουσα ισχυρή και έγκυρη, επέφερε τα αποτελέσματά της, κατά τα προεκτεθέντα, και δεν θεωρείται ως μηδέποτε καταρτισθείσα.

Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που σε συνδυασμό με το παραπάνω σαφές αποδεικτικό πόρισμά του επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή όχι εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων και της υπαγωγής σ' αυτούς των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε.

Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα έβδομος και όγδοος (επικουρικός) λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

9. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ` όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, κατά τις οποίες ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάγεται σαφώς ότι αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη πλήρους της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αποδιδόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή αναφορικά με το ακριβές ποσό της αποζημίωσης, δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά υφίσταται μόνο υποχρέωση για συμπλήρωση της αποζημιώσεως.

Τα περιστατικά αυτά, εισφερόμενα στη διαδικασία από τον εναγόμενο εργοδότη με αίτημα τη διάσωση του κύρους της καταγγελίας, συνιστούν ένσταση (ΑΠ 1002/2018, ΑΠ 918/2013, ΑΠ 585/2011, ΑΠ 311/2010). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β`, 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ` ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής πριν την 1.1.2016 (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, πρέπει οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων να προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ` ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά, αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω της κατάθεσης της ένδικης έφεσης μετά την 1.1.2016, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν : 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι : α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 1245/2019, Α.Π.105/2017, 9/2014).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 493/2020, Α.Π. 201/2017). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ για την (παραδεκτή) επαναφορά ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμών (και δη ενστάσεων) που προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η επίκληση με τις ενώπιον του Εφετείου υποβαλλόμενες προτάσεις κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλομένη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλ` απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν.

Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση (που καθιστά μη παραδεκτή την επαναφορά των ισχυρισμών), όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγουμένης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις προς το Εφετείο, διότι με τον τρόπο αυτόν οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλ.

της δευτεροβάθμιας δίκης) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 145/2014). Ακόμη, ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).

Με τους ένατο και δέκατο λόγους της αίτησης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένως έλαβε υπόψη και δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη μη υποβληθείσα ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί καλόπιστης μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης, άλλως δεν υποβλήθηκε νόμιμα και κατά τρόπο ορισμένο και, επομένως, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, και περαιτέρω, ενώ διαπίστωσε ότι η καταβληθείσα αποζημίωση υπολείπεται της οφειλόμενης, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955.

Σχετικά με τους λόγους αυτούς της αναιρεσείουσας, από τα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα εξής: Με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις του και μετά από σχετική προφορική αναφορά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και σχετική καταχώρηση στα πρακτικά συνεδριάσεως (προβολή ένστασης καταχρηστικότητας των λόγων ακυρότητας και του χρόνου προειδοποίησης), ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, προκειμένου να αντικρούσει την αγωγή και ειδικότερα κατά τον ισχυρισμό ότι η επίδικη καταγγελία ήταν άκυρη, λόγω μη καταβολής ολόκληρης της νόμιμης αποζημίωσης, ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών του, ότι κατέβαλε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 10.680,81 ευρώ εκλαμβάνοντας την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ως τακτική, εφόσον στις 31.10.2014 κατήγγειλε αυτή εγγράφως με τετράμηνη προειδοποίηση, η οποία της επιδόθηκε στις 3.11.2014 και συνεπώς η προθεσμία έληγε στις 4.3.2015, ωστόσο η ενάγουσα, παρότι γνώριζε τη λήξη της ως άνω προθεσμίας προειδοποίησης, προσήλθε στο λογιστήριο του εναγομένου μία (1) ημέρα πριν τη λήξη της (3.3.2014) και ζήτησε τη λύση της σύμβασης εργασίας της, οπότε η λογίστριά του, παρά τις εντολές που η τελευταία είχε λάβει για τη καταβολή της αποζημίωσης μετά το πέρας του οκταώρου της (ενάγουσας) την 4.3.2015, εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ότι είχε συμπληρωθεί η νόμιμη προθεσμία προειδοποίησης της κατέβαλε το παραπάνω ποσό ως αποζημίωση απόλυσης στις 3.3.2015.

Ο άνω ισχυρισμός περιέχει σαφώς και κατά τρόπο ορισμένο, ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με την οποία ήταν κατ` αυτόν δικαιολογημένη, κατά την καλή πίστη, η μη καταβολή εκ μέρους του της νόμιμης αποζημίωσης, υποβλήθηκε δε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου από τον εναγόμενο- εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως της ενάγουσας- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τις από 28.4.2018 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στο κείμενο των οποίων περιέλαβε και αυτό των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπου περιέχεται ο ανωτέρω ισχυρισμός, και οι οποίες καλύπτονται από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου και συνεπώς αυτές κατέστησαν ενιαίες, έτσι ώστε να είναι παραδεκτή η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη.

Επομένως, παραδεκτά ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός περί δικαιολογημένης κατά τη καλή πίστη καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης από το Εφετείο και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ένατος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και περαιτέρω αλυσιτελής ο δέκατος λόγος της αίτησης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω μη εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955.

10. Από το άρθρο 904 εδ. α' ΑΚ προκύπτει ότι, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διατάξεως, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.

Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις της αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι : α) πλουτισμός του υπόχρεου, β) επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) ανυπαρξία νόμιμης αιτίας ή μη επακολούθηση ή λήξη αυτής ή παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της (ΟλΑΠ 6/1994).

Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, που μπορεί να εμφανίζεται, είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του, είτε αντιστρόφως ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της, η οποία διαφορετικά δεν θα συνέβαινε (ΑΠ 836/2017, ΑΠ 1315/2015, ΑΠ 577/2013).

Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", κατά δε την διάταξη του επόμενου άρθρου 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλείται με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο (μονομερής) συμψηφισμός αποτελεί όχι μόνο γνήσια ένσταση, αλλά και άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαιτήσεως.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ενστάσεως, με την οποία και μόνο ενεργεί (άρθρο 442 ΑΚ) (ΑΠ 123/2020). Με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 Ν. 3198/1955 και των άρθρων 440, 904, 648 και 658 ΑΚ, με το να δεχθεί ως νόμιμη και περαιτέρω ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση συμψηφισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ποσού 6.103,32 ευρώ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων και το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο περί μερικού συμψηφισμού ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ανταπαίτησης του ίδιου, συνολικού ποσού 6.103,32 ευρώ, το οποίο είχε καταβάλει στο μισθοδοτικό λογαριασμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και αφορούσε την πληρωμή των μισθών της της τετράμηνης προειδοποίησης από την 3.11.2014 έως την 3.3.2015, έγινε δεκτός ως νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ο δέκατος τρίτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με τον οποίο υποστηριζόταν το αντίθετο, με την παραδοχή ότι το ποσό αυτό, το οποίο καταβλήθηκε στην ενάγουσα χωρίς νόμιμη αιτία έπρεπε να αφαιρεθεί από το οφειλόμενο ποσό της συμπληρωματικής αποζημίωσης, ύψους 10.680,81 ευρώ, καθότι μετά την καταβολή η αιτία του χρέους και συνακόλουθα το χρέος ανατράπηκαν αναδρομικά λόγω της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για την οποία δεν τηρήθηκε η νόμιμη προθεσμία προειδοποίησης της τακτικής καταγγελίας κατά μία ημέρα και η οποία μετατράπηκε σε άτακτη καταγγελία που επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης την 3.11.2014.

Ωστόσο, ο ανωτέρω περί συμψηφισμού ισχυρισμός, εφόσον το ποσό των 6.103,32 ευρώ καταβλήθηκε στην ενάγουσα για την πληρωμή των μισθών της από την παροχή της εργασίας της κατά την διάρκεια της τετράμηνης προειδοποίησης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και όχι χωρίς νόμιμη αιτία, δεν θεμελιώνει ανταπαίτηση και δη ληξιπρόθεσμη εναντίον της, ώστε να προταθεί σε συμψηφισμό έναντι της ενδίκου απαιτήσεώς της για καταβολή συμπληρωματικής αποζημιώσεως απόλυσης.

Το Εφετείο, που δέχτηκε ως νόμιμη και περαιτέρω ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση συμψηφισμού, παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρονται με εσφαλμένη υπαγωγή.

Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα ενδέκατος λόγος της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 37/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος (δηλαδή όσον αφορά την ένσταση συμψηφισμού), στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 37/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, όσον αφορά την ένσταση συμψηφισμού.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ