Legislator Case Law & Legislation
641/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation judgment due to lack of defendant participation and procedural errors.

Case Number 641/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a Third Instance Court judgment regarding land expropriation. The State argued the lower court erred on procedural grounds and compensation calculations, while the absent landowners did not appear. The Court ruled the appeal inadmissible because the State failed to summon the absent defendants legally and timely, violating mandatory procedural rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) of the Code of Civil and Administrative Procedure; Article 6A of the 1944 Decree: The Supreme Court must examine ex officiously whether the State summoned absent defendants legally and timely; if summoned properly, the Court proceeds despite their absence.

Keywords

AI generated
expropriation procedure State appeal defendant summons procedural default ex officio review land compensation absence of parties

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 6A of the Decree of 26 June - 10 July 1944
Law 4305/2014
Articles 33 and 37 of Law 2971/2001
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil and Administrative Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 641 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 641/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. χας Α. Κ., 2) Κ. Α. Κ., 3) Α. Α. Κ. και 4) Δ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 629/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 772/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Φραγκάκη διάβασε την από 22-11-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αρ. κατάθ. 166/12-10-2007 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 772/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω στο άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/31.10.2014 ορίζονται τα εξής: "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές".

Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση της υπόθεσης που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του, υπογεγραμμένο από δικηγόρο, κατά την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στην διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 620/2017, ΑΠ 405/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. .../26.3.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πατρών Κ. Κ. προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (6.12.2019), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δικηγόρο ο οποίος είχε εκπροσωπήσει άπαντες τους αναιρεσιβλήτους, κατά τη συζήτηση στο Εφετείο Πατρών, ενώπιον του οποίου δικάστηκε η από 25.10.2005 και με αριθμό καταθ. 610/ 26.10.2005 έφεση κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 772/2007 απόφαση (βλ.

την προσβαλλομένη απόφαση). Κατά συνέπεια, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Με την από 10.10.2007 και τη με αριθμό καταθ. 166/12.10.2007 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλεται η με αριθμό 772/2007 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων Τριμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά της με αριθμό 629/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Με την τελευταία είχε γίνει δεκτή η από 10.11.2003 και με αριθμ. καταθ. 4729/1761/2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής σε αυτούς από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο του αναφερομένου χρηματικού ποσού, λόγω μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφελείας για απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση ιδιοκτησίας τους, της οποίας είχε πλήρως συντελεσθεί η απαλλοτρίωση πριν την έναρξη της ισχύος του νόμου 2971/2001 (δημοσ. 19-12-2001).

Από την προσκομιζόμενη 1469/2007 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 28 παρ. 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999, προκύπτει ότι το αρμόδιο τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αποφάνθηκε αιτιολογημένα, μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης (19.12.2007), για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό και βάσιμο των πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης.

Επομένως μόνο ως προς τους λόγους αυτούς εισάγεται η υπόθεση προς συζήτηση. Ως προς τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ως προς τον οποίο η ανωτέρω γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είναι αρνητική, η υπόθεση δεν εισάγεται προς συζήτηση (ΑΠ 156/2009, ΑΠ 566/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Κατά δε την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".

Οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ. 1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει, ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/2004).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α') είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 410/2015).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω Ν. 2971/2001 εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν. 2971/ 2001, καθώς και για εκείνες που κηρύχτηκαν μεν πριν την έναρξη ισχύος του, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι το χρόνο της έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου (ΑΠ 653/2014, ΑΠ 401/2010).

Η αντίθετη άποψη υπερακοντίζει τον σκοπό του Ν. 2971/2001, ότι δηλαδή καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ' αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα, προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτήν για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσής του.

Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του Ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (Ολ.ΑΠ 7/2013, Ολ.ΑΠ 11 και 12/2011, ΑΠ 53/2018, ΑΠ 455/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 150/2015).

Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 1 του Ν. 653/1977 και 33 παρ. 4 του Ν. 2971/2001 για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς επίσης ότι δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρ. 37 Ν. 2971/2001, αν και συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.

Επίσης με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις με ανεπαρκή, άλλως αντιφατική αιτιολογία και κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, περι του ότι δήθεν οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι δικαιούνται αποζημίωσης για τα ως άνω τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, δεδομένου ότι δεν συντρέχει γι αυτούς το τεκμήριο ωφελείας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 1091234/5122/0010/19.7.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων που δημοσιεύτηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο υπ' αριθμ. ...13.8.1993 φύλλο και στο τεύχος Δ' κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφελείας και ειδικότερα για τη βελτίωση της ευρείας παρακάμψεως Πατρών με την κατασκευή του τμήματος ... (...) (χ.θ. 7 + 037,39 έως χ.θ. 10 + 284) εκτάσεως συνολικού εμβαδού 264.034 τ.μ.

που βρίσκεται στην περιοχή του ... Νομού Αχαΐας και αποτυπώνεται στο από 19.5.1994 απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος και στον από 19.5.2004 Κτηματολογικό πίνακα που συντάχτηκαν από το μηχανικό κτηματογραφήσεως Π. Μ. και θεωρήθηκαν από το Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών Νομού Αχαΐας Π. Σ.. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνονται το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα …ακίνητο, του οποίου η πρώτη ενάγουσα είναι συγκύρια κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου και καθένας από τους δεύτερο και τρίτη ενάγοντες κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου και το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα … ακίνητο, του οποίου ο τέταρτος ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος.

Από το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 45 ακίνητο απαλλοτριώθηκε τμήμα επιφανείας 1.072 τ.μ. Από το τμήμα αυτό οι πρώτη, δεύτερος και τρίτη ενάγοντες για έκταση 620 τ.μ. κρίθηκαν αυτοαποζημιούμενοι και για έκταση 30 τ.μ. δεν τους καταβλήθηκε αποζημίωση λόγω υποχρεώσεώς τους προς αποζημίωση των παρόδιων ιδιοκτητών.

Επίσης από το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα …ακίνητο απαλλοτριώθηκε τμήμα επιφανείας 1.112 τ.μ. Από το τμήμα αυτό ο τέταρτος ενάγων για έκταση 664 τ.μ. κρίθηκε αυτοαποζημιούμενος και για έκταση 71 τ.μ. δεν του καταβλήθηκε αποζημίωση λόγω υποχρεώσεώς του προς αποζημίωση των παρόδιων ιδιοκτητών. Με την υπ' αριθμ. 1490/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι αποζημιώσεως για τα παραπάνω ακίνητα τους που απαλλοτριώθηκαν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 819/1998 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των παραπάνω ακινήτων. Όσον αφορά τους ενάγοντες συγκυρίους του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα …. ακινήτου εκδόθηκαν γι' αυτούς από την ΕΥΔΕ - ΠΑΘΕ το υπ' αριθμ... γραμμάτιο παρακαταθέσεως της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, καθώς και το υπ' αριθμ...

γραμμάτιο παρακαταθέσεως της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως. Κατόπιν δε με τα υπ' αριθμ.... εντάλματα πληρωμής εισπράχθηκαν από τους ενάγοντες αυτούς τα αναλογούντα σ' αυτούς ποσά. Όσον αφορά τον ενάγοντα του υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα … ακινήτου εκδόθηκαν γι' αυτόν από την ΕΥΔΕ - ΠΑΘΕ το υπ' αριθμ...γραμμάτιο παρακαταθέσεως της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, καθώς και το υπ' αριθμ....

γραμμάτιο παρακαταθέσεως της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως. Κατόπιν δε με τα υπ' αριθμ.... εντάλματα πληρωμής εισπράχθηκαν από τον ενάγοντα αυτόν τα αναλογούντα σ' αυτόν ποσά. Ενόψει αυτών σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν.Δ. 797/1971 συντελέστηκε η παραπάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση.... Τα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ...

ακίνητα των εναγόντων είχαν πριν από την απαλλοτρίωση το μεν πρώτο έκταση 2.784 τ.μ. και το δεύτερο έκταση 4.158 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμα. Αυτά βρίσκονται στην περιοχή ... των Πατρών, η οποία απέχει από το κέντρο των Πατρών τρία χιλιόμετρα περίπου. Η περιοχή αυτή συνδέεται με τα δίκτυα υδρεύσεως, ΔΕΗ και ΟΤΕ και εξυπηρετείται από αστική συγκοινωνία.

Μετά την απαλλοτρίωση 1.072 τ.μ. από το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα … ακίνητο των πρώτης, δεύτερου και τρίτης των εναγόντων απέμειναν 1.712 τ.μ. Έτσι το απομένον αυτό τμήμα έχασε την αρτιότητά του και την οικοδομησιμότητά του, δεδομένου ότι το όριο αρτιότητας είναι 2.000 τ.μ. Το ακίνητο αυτό απέκτησε πρόσωπο στην Εθνική Οδό, αλλά το πλεονέκτημα αυτό είναι άνευ αντικειμένου, γιατί πέραν της απώλειας της αρτιότητας και της οικοδομησιμότητας η περιμετρική οδός είναι ένας κλειστός δρόμος, όπου δεν επιτρέπεται η είσοδος και η έξοδος.

Επίσης το παραπάνω εναπομένον τμήμα έχει αποκτήσει μία υψομετρική διαφορά εννέα περίπου μέτρων και βρίσκεται χαμηλότερα από την περιμετρική οδό και έτσι καθίσταται προβληματική ακόμη και η γεωργική του εκμετάλλευση. Εξάλλου, μετά την ίδια απαλλοτρίωση 1.112 τ.μ. από το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα … ακίνητο του τέταρτου ενάγοντος απέμειναν 3.406 τ.μ.

Το παραπάνω απομένον τμήμα απέκτησε πρόσωπο στην Εθνική Οδό, αλλά το πλεονέκτημα αυτό είναι άνευ αντικειμένου, γιατί πέραν της απώλειας της αρτιότητας και της οικοδομησιμότητας, η περιμετρική οδός είναι ένας κλειστός δρόμος, όπου δεν επιτρέπεται η είσοδος και η έξοδος. Πέραν αυτών το παραπάνω απομένον τμήμα έχει αποκτήσει μία υψομετρική διαφορά δέκα περίπου μέτρων και βρίσκεται χαμηλότερα από την περιμετρική οδό όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την ολοκλήρωσή της και έτσι καθίσταται προβληματική ακόμη και η γεωργική του εκμετάλλευση, όπως προκύπτει από τις από 1.3.2005 ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις του πολιτικού μηχανικού Γ.

Λ., οι οποίες κατ' άρθρο 390 του ΚΠολΔ εκτιμώνται ελευθέρα. Επομένως, εφόσον οι ενάγοντες δεν ωφελήθηκαν από το παραπάνω έργο, πρέπει να αποζημιωθούν για τα τμήματα της ιδιοκτησίας τους που θεωρήθηκαν ότι αυτοαποζημιώνονται με βάση την τιμή των 10.000 δρχ. το τ.μ. ή των 29,35 ευρώ το τ.μ. που καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 819/1998 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και επιπλέον δεν υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους παρόδιους ιδιοκτήτες και δικαιούνται να λάβουν από το Ελληνικό Δημόσιο ως αποζημίωση και το ποσό που αφαίρεσε από την οφειλόμενη αποζημίωσή τους λόγω της δήθεν υποχρεώσεώς τους προς τους παρόδιους ιδιοκτήτες με βάση την ίδια τιμή ανά τ.μ. (Εφ,Πατρ. 786/2004 Αχ.Νομ. 21,577).

Ενόψει όσων εκτέθηκαν παραπάνω πρέπει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 4.769,37 ευρώ, δηλαδή 650 τ.μ. χ 29,35 ευρώ το τ.μ. = 19.077,5 χ 2/8, σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη ενάγοντες το ποσό των 7.154,07 ευρώ, δηλαδή 650 τ.μ. χ 29,35 ευρώ το τ.μ. = 19.077,5 ευρώ χ 3/8 και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 21.572,25 ευρώ, δηλαδή 735 τ.μ.

χ 29,35 ευρώ το τ.μ. και τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση...". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001, εφόσον η απαλλοτρίωση συντελέστηκε προ της ισχύος του ως άνω νόμου και επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 και κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου σ' αυτόν νομικού σφάλματος, εκτιμώμενου και ως αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων επειδή α) δεν έχει τηρηθεί η, εντός της διαγραφομένης από τις διατάξεις αυτές, προθεσμίας προδικασία, και β) η ένδικη διαφορά δεν υπαγόταν στη λειτουργική αρμοδιότητα του δικάσαντος την υπόθεση αυτή πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την τακτική διαδικασία, αλλά αρμόδιο για την εκδίκασή της ήταν, κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως (και όχι αγωγής) το Εφετείο, με την διαδικασία των απαλλοτριώσεων, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, αβάσιμος και πρέπει ν'απορριφθεί.

Περαιτέρω το Εφετείο με τις ως άνω κρίσεις του, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτοαποζημίωσης και της επιβάρυνσης των ως άνω απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών με καταβολή μέρους της αποζημίωσης σε παρόδιους ιδιοκτήτες, διότι οι προς τούτο υπόχρεοι αναιρεσίβλητοι ουδόλως ωφελήθησαν από το έργο της απαλλοτρίωσης εφόσον, μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων από τα ενιαία ακίνητα, απωλέσθηκε η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητα για εκείνα (τα τμήματα) που απέμειναν, των οποίων, ακόμη και η γεωργική εκμετάλλευση καθίσταται προβληματική, διότι δεν έχουν πρόσβαση στην περιμετρική οδό, από το επίπεδο της οποίας βρίσκονται κατά 9 μέτρα το πρώτο (ΚΠ …) και κατά 10 μέτρα το δεύτερο (ΚΠ …) χαμηλότερα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα το Εφετείο με τις αμέσως παραπάνω παρατεθείσες αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του, μαχητού πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των προαναφερόμενων ακινήτων, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ίδιων ως άνω διατάξεων.

Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε ευθέως το νόμο αλλά και ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει αιτιολογία, άλλως αυτή είναι ανεπαρκής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ερημοδίκησαν, και, ως εκ τούτου, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα, ούτε υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 10.10.2007 και με αριθμό καταθ. 166/12.10.2007 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 772/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ