Legislator Case Law & Legislation
641/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction for abuse of right and bad faith in property dispute.

Case Number 641/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against the eviction of their property. The lower courts ruled that the tenants' actions constituted an abuse of right and bad faith, preventing them from exercising their legal rights. The court upheld this decision, finding the tenants' conduct unreasonable and their claim inadmissible under civil law principles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2, 3, 5, 6, 7, 13 of Law 3741/1929; Article 281 of the Civil Code; The exercise of a legal right is not protected if done in bad faith or in a manner that violates good morals and the economic purpose of the right.

Keywords

AI generated
abuse of right bad faith eviction tenancy dispute good morals civil procedure abuse of process

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items c and d of the Code of Civil Procedure
Article 565 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of Law 3741/1929
Article 3 of Law 3741/1929
Article 5 of Law 3741/1929
Article 6 of Law 3741/1929
Article 7 of Law 3741/1929
Article 13 of Law 3741/1929
Article 117 of the Civil Code
Article 369 of the Civil Code
Article 1002 of the Civil Code
Article 1033 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 641 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 641/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Χ. του Α. και 2. Ε. συζ. Χ. Χ. κατοίκων αμφοτέρων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ηλιακόπουλο με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. Κ. του Ν., 2. Α. συζ. Κ. Κ., 3. Κ. Κ. του Γ. και 4. Σ. Τ. του Α., κατοίκων όλων … οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουνίου 2009 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι: 10541/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και 1838/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 15-1- 2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεση της Ελένης Διονυσοπούλου λόγω κωλύματός της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 16-1-2016, ενώ όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 7264β, 7265β, 7266β και 7267β/29-10-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Α.

Ν., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού της ανωτέρω δικασίμου προς συζήτησή της και κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21-9-2016).

Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Κατόπιν τούτου το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, η κλήτευση των οποίων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 21-9-2016 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.

Από το άρθρο 553 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 1838/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 10541/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η δε υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται και κατά των δύο αυτών αποφάσεων. Επομένως η αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1002 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου και ορόφου οικοδομής, στην έννοια του οποίου υπάγονται και τα υπόγεια καθώς και τα δωμάτια κάτω από τη στέγη, απαιτείται η με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το εμπράγματο τοιούτο, θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού εκείνη τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από την ανωτέρω διάταξη διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, ενώ αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του για την παραγραφή του δικαιώματος από το νόμο προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).

Εκ τρίτου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 3, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" προκύπτει ότι η ιδιοκτησία είναι αδιαίρετη επί του εδάφους και παντός άλλου πράγματος που χρησιμεύει προς κοινή χρήση των ιδιοκτητών κατ' ορόφους ή μερών αυτών, οι οποίοι (ιδιοκτήτες) δύνανται να επιχειρούν μεταβολές ή προσθήκες επί των αδιαιρέτως κοινών μερών του οικοδομήματος, υπό τον όρο να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και ότι κάθε σύμβαση, με την οποία κανονίζονται ή μεταβάλλονται τα αμοιβαία δικαιώματα ή υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών γίνεται με νομίμως μεταγραφόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Με το 8564|10.11.2005 εργολαβικό συμβόλαιο και προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδου της συμβολαιογράφου..., η 1η εναγομένη και η μητέρα της Β.

Μ. ανέθεσαν στον εργολάβο οικοδομών ... την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής επί οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται στη ....... Κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της εν λόγω οικοδομής ο παραπάνω εργολάβος κηρύχθηκε έκπτωτος και τη συνέχιση και αποπεράτωσή της ανέθεσαν οι οικοπεδούχες στον εργολάβο ... με το 31957/31.7.2006 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο...

Πριν από την έναρξη των εργασιών ανέγερσης της εν λόγω οικοδομής, οι παραπάνω οικοπεδούχες προέβησαν σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και σε διανομή των διαιρετών χώρων της αντιπαροχής με το .../2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... που μεταγράφηκε. Βάσει του συμβολαίου αυτού η πρώτη εναγομένη απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα διαμέρισμα του 1ου ορόφου..., με αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και με παρακολούθημα αυτού μία αποθήκη στο υπόγειο της οικοδομής, εμβαδού 9,25 τ.μ.

Επιπλέον η ίδια και η μητέρα της απέκτησαν, η μεν πρώτη κατά ψιλή κυριότητα η δε δεύτερη κατ' επικαρπία, α) ένα διαμέρισμα του 3ου ορόφου..., με αντίστοιχο ποσοστό... συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και με παρακολούθημα αυτού μία αποθήκη στο υπόγειο της οικοδομής, εμβαδού 12,46 τ.μ.

και β) ένα διαμέρισμα του 4ου ορόφου, εμβαδού..., με αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής. Εξάλλου με το πωλητήριο συμβόλαιο... ο πέμπτος εναγόμενος Σ. Τ. απέκτησε την κυριότητα ενός διαμερίσματος με αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και με παρακολούθημα αυτού μία αποθήκη στο υπόγειο της οικοδομής, εμβαδού 7,31 τ.μ..

Επίσης με το πωλητήριο συμβόλαιο...... οι εναγόμενοι Α. Κ. και Κ. Κ. απέκτησαν κατ' ισομοιρία ένα διαμέρισμα του με αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής. Τέλος, με το πωλητήριο συμβόλαιο... οι ενάγοντες Χ. Χ. και Ε. Χ. απέκτησαν την κυριότητα κατ' ισομοιρία ενός διαμερίσματος με αντίστοιχο ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και, κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και με παρακολούθημα αυτού δύο αποθήκες στο υπόγειο της οικοδομής, εμβαδού 4,64 τ.μ.

η μία και 8,18 τ.μ. η άλλη. Σύμφωνα με την οικοδομική άδεια ανέγερσης της οικοδομής, την κάτοψη του υπογείου και την περιγραφή των ορίων και των διαστάσεων των αποθηκών των διαμερισμάτων, το υπόγειο είχε την εξής διαμόρφωση: α) Δίπλα από το κλιμακοστάσιο και δεξιά γι' αυτόν που κατεβαίνει τις σκάλες της οικοδομής προβλεπόταν μικρό μηχανοστάσιο με θύρα, β) ακολούθως προβλεπόταν ο χώρος του ανελκυστήρα, ο οποίος φθάνει μέχρι το υπόγειο, γ) στη συνέχεια του υπογείου εκκινούσε διάδρομος σε σχήμα "Γ", κατά μήκος του οποίου προβλέπονταν οι διάφορες αποθήκες και, συγκεκριμένα, αριστερά γι' αυτόν που κατεβαίνει στο υπόγειο ήταν κατά σειρά οι θύρες των αποθηκών με εσωτερική αρίθμηση ΑΠ2, ΑΠ3, ΑΠ1 και ΑΠ5 (εναγομένων) και δεξιά οι θύρες των αποθηκών με εσωτερική αρίθμηση ΑΠ6 και ΑΠ4 (εναγόντων).

Στο τέλος του διαδρόμου αυτού και μετά τις αποθήκες ΑΠ6 και ΑΠ4, οι οποίες ήταν αντικριστά, προβλεπόταν ο χώρος του λεβητοστασίου της οικοδομής. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο εργολάβος, ο οποίος, διαδέχθηκε τον έκπτωτο, επέφερε τροποποιήσεις στη διαρρύθμιση του υπόγειου χώρου της οικοδομής, όπως αυτή προβλεπόταν αρχικά στην κάτοψή του, που υποβλήθηκε στην πολεοδομία.

Τούτο έγινε ύστερα από συμφωνία μεταξύ αφενός του εν λόγω εργολάβου και αφετέρου των μέχρι τότε ιδιοκτητών της οικοδομής, δηλαδή των Ν. Κ., Β. Μ., Σ. Τ. (εναγομένων) και Χ. Χ., Ε. Χ. (εναγόντων). Ειδικότερα, σε εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής, η οποία έγινε άτυπα, καθόσον δεν περιελήφθη στα συμβολαιογραφικά έγγραφα κτήσης των διαμερισμάτων τους, ούτε σε κανονισμό διοίκησης της πολυκατοικίας, που, άλλωστε, δεν έχει μέχρι τώρα συνταχθεί, έγιναν από τον εργολάβο οι παρακάτω μετατροπές και η πραγματική κατάσταση του υπόγειου χώρου έχει ήδη ως εξής:

α) Μετατράπηκε ο χώρος του μηχανοστασίου, εμβαδού 1,84 τ.μ., σε κοινόχρηστη αποθήκη οικοδομής...., β) Μεταφέρθηκε το μηχανοστάσιο σε τμήμα, εμβαδού 2,97 τ.μ., αμέσως μετά το χώρο του ανελκυστήρα και ο χώρος του ανελκυστήρα παρέμεινε ανέπαφος, γ) Οι αποθήκες ΑΠ4 και ΑΠ 6 των εναγόντων, ενοποιήθηκαν σε μία αποθήκη, της οποίας το εμβαδόν, με τη μεταφορά του μηχανοστασίου απομειώθηκε σε σχέση με το άθροισμα του εμβαδού των αρχικά δύο αποθηκών των εναγόντων, από 12,82 τ.μ.

συνολικά σε 11,47 τ.μ., καταλαμβάνοντας και ένα μικρό μέρος, εμβαδού 1,51 τ.μ., από το προορισμένο για το λεβητοστάσιο κοινόχρηστο χώρο στο τέλος-βάθος του διαδρόμου. Με δεδομένη τη διαφορά ως προς τη μείωση του συνολικού εμβαδού της αποθήκης των εναγόντων από 12,82 τ.μ. σε 11,47 τ.μ., οι λοιποί συγκύριοι και οι οικοπεδούχοι, με τη συναίνεση των εναγόντων, παρέδωσαν προς χρήση στους τελευταίους μία ισόγεια αποθήκη διαστάσεων 1,40 μ.χ1,85 μ.

και εμβαδού 2,59 τ.μ., ενώ τους παραχωρήθηκε και η χρήση προνομιούχου θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή. Σημειώνεται ότι, με βάση το συμβολαιογραφικό τίτλο κτήσης του διαμερίσματος των εναγόντων, δεν παραχωρείτο σ' αυτούς κάποια θέση στάθμευσης στην πυλωτή της οικοδομής προς αποκλειστική χρήση, παρά μόνο οι δύο αποθήκες στο υπόγειο.

Επίσης, το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος των εναγόντων μειώθηκε κατά το ποσό των 5.000 ευρώ. δ) Με δεδομένο ότι ο κοινόχρηστος χώρος του λεβητοστασίου, εμβαδού 13,16 τ.μ., δε θα χρησιμοποιείτο σύμφωνα με τον αρχικό προορισμό του, αφού η οικοδομή συνδέθηκε με το δίκτυο του φυσικού αερίου, ένα τμήμα του διαστάσεων 2,05μ.χ2,25μ.

ενώθηκε με αλλαγή της τοιχοποιίας με την αποθήκη του 5ου εναγομένου, η οποία πλέον απέκτησε συνολικό εμβαδόν 12,47 τ.μ. και το υπόλοιπο τμήμα του χώρου αυτού παραχωρήθηκε κατά χρήση στο διαμέρισμα που κατόπιν απέκτησαν με αγορά οι 3η και 4ος εναγόμενοι. Οι τροποποιήσεις αυτές στον υπόγειο χώρο, συνιστούν μεν αυθαίρετη επέμβαση στης προβλεπόμενη σχετική οικοδομική άδεια, όπως, άλλωστε, συνομολογείται από τους διαδίκους, ενόψει, όμως, των ανωτέρω πραγματικών δεδομένων, ότι δηλαδή οι τροποποιήσεις αυτές έγιναν από τον εργολάβο που διαδέχθηκε τον αρχικό έκπτωτο, ότι έκτοτε παρήλθε ικανός χρόνος μέχρι την άσκηση της αγωγής, ότι ήδη έχει παγιωθεί η κατάσταση που διαμορφώθηκε σχετικά με τη χρήση των επίμαχων τμημάτων του υπογείου από τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής και, ιδίως, ότι οι ενάγοντες συνήνεσαν στις τροποποιήσεις αυτές έναντι των προαναφερόμενων ανταλλαγμάτων, η άσκηση από τους ενάγοντες με την ένδικη αγωγή του δικαιώματός τους να επιδιώκουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, παρίσταται καταχρηστική, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 281 του ΑΚ, καθώς υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τυχόν δε ανατροπή της παγιωθείσας κατάστασης, όπως αυτή κατά τα ανωτέρω διαμορφώθηκε με τη συναίνεση και τη συμμετοχή των εναγόντων, θα επιφέρει στους εναγόμενους δυσμενείς συνέπειες, αφού θα αναγκαστούν να ανακατασκευάσουν με δαπάνες τους το χώρο του υπογείου, ενώ οι ενάγοντες θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν ανενόχλητα τη χρήση της αποθήκης του ισογείου και της θέσης στάθμευσης, που τους παραχωρήθηκαν ως αντάλλαγμα στο πλαίσιο της κοινής τους συμφωνίας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή της ένστασης των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή τους (αναιρεσειόντων) και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2, 3, 5, 6, 7 και 13 του Ν.3741/1929, 117, 369, 1002 και 1033 ΑΚ και ιδίως του άρθρου 281 ΑΚ (εκ των οποίων τα άρθρα 117 ΑΚ και 6 και 7 του ν. 3741/1929 είναι άσχετα με την ένδικη υπόθεση, δοθέντος ότι το μεν πρώτο αφορά στο τέλος του ιδρύματος, τα δε λοιπά στην κατασκευή και συντήρηση πατωμάτων, θυρών, θόλων, δωματίων, οροφών, κλιμάκων, διαδρόμων και ηλιακών δωμάτων), αφού με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχθηκε, υπό τα παραπάνω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα εκείνα, που συγκροτούν τη συμπεριφορά των εναγόντων, που προηγήθηκε της άσκησης του ενδίκου δικαιώματος τους, την κατάσταση που διαμορφώθηκε στο επίδικο ακίνητο από τις ενέργειες των εναγομένων, η οποία συνδέεται με την προηγηθείσα συμπεριφορά των εναγόντων και της οποίας η ανατροπή διώκεται με την άσκηση της αγωγής και την αδράνεια των τελευταίων, από την οποία διαμορφώθηκε στους εναγομένους η εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ασκήσουν το δικαίωμά τους, ότι η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα καθοριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες καθ' όσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, προς στήριξη των απόψεών τους ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση της ένδικης αγωγικής αξίωσης, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1838/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθ. 10541/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ